Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΞΕΝΟΦΩΝ

Ἑλληνικά (7.3.1-7.3.6)

[7.3.1] Περὶ μὲν δὴ Φλειασίων, ὡς καὶ πιστοὶ τοῖς φίλοις ἐγένοντο καὶ ἄλκιμοι ἐν τῷ πολέμῳ διετέλεσαν, καὶ ὡς πάντων σπανίζοντες διέμενον ἐν τῇ συμμαχίᾳ, εἴρηται. σχεδὸν δὲ περὶ τοῦτον τὸν χρόνον Αἰνέας Στυμφάλιος, στρατηγὸς τῶν Ἀρκάδων γεγενημένος, νομίσας οὐκ ἀνεκτῶς ἔχειν τὰ ἐν τῷ Σικυῶνι, ἀναβὰς σὺν τῷ ἑαυτοῦ στρατεύματι εἰς τὴν ἀκρόπολιν συγκαλεῖ τῶν Σικυωνίων τῶν τε ἔνδον ὄντων τοὺς κρατίστους καὶ τοὺς ἄνευ δόγματος ἐκπεπτωκότας μετεπέμπετο. [7.3.2] φοβηθεὶς δὲ ταῦτα ὁ Εὔφρων καταφεύγει εἰς τὸν λιμένα τῶν Σικυωνίων, καὶ μεταπεμψάμενος Πασίμηλον ἐκ Κορίνθου, διὰ τούτου παραδίδωσι τὸν λιμένα τοῖς Λακεδαιμονίοις καὶ ἐν ταύτῃ αὖ τῇ συμμαχίᾳ ἀνεστρέφετο, λέγων ὡς Λακεδαιμονίοις διατελοίη πιστὸς ὤν. ὅτε γὰρ ψῆφος ἐδίδοτο ἐν τῇ πόλει, εἰ δοκοίη ἀφίστασθαι, μετ᾽ ὀλίγων ἀποψηφίσασθαι ἔφη· [7.3.3] ἔπειτα δὲ τοὺς προδόντας ἑαυτὸν βουλόμενος τιμωρήσασθαι δῆμον καταστῆσαι. καὶ νῦν, ἔφη, φεύγουσιν ὑπ᾽ ἐμοῦ πάντες οἱ ὑμᾶς προδιδόντες. εἰ μὲν οὖν ἐδυνάσθην ἐγώ, ὅλην ἂν ἔχων τὴν πόλιν πρὸς ὑμᾶς ἀπέστην· νῦν δ᾽ οὗ ἐγκρατὴς ἐγενόμην τὸν λιμένα παραδέδωκα ὑμῖν. ἠκροῶντο μὲν δὴ πολλοὶ αὐτοῦ ταῦτα· ὁπόσοι δὲ ἐπείθοντο οὐ πάνυ κατάδηλον.
[7.3.4] Ἀλλὰ γὰρ ἐπείπερ ἠρξάμην, διατελέσαι βούλομαι τὰ περὶ Εὔφρονος. στασιασάντων γὰρ ἐν τῷ Σικυῶνι τῶν τε βελτίστων καὶ τοῦ δήμου, λαβὼν ὁ Εὔφρων Ἀθήνηθεν ξενικὸν πάλιν κατέρχεται. καὶ τοῦ μὲν ἄστεως ἐκράτει σὺν τῷ δήμῳ· Θηβαίου δὲ ἁρμοστοῦ τὴν ἀκρόπολιν ἔχοντος, ἐπεὶ ἔγνω οὐκ ἂν δυνάμενος τῶν Θηβαίων ἐχόντων τὴν ἀκρόπολιν τῆς πόλεως κρατεῖν, συσκευασάμενος χρήματα ᾤχετο, ὡς τούτοις πείσων Θηβαίους ἐκβάλλειν μὲν τοὺς κρατίστους, παραδοῦναι δ᾽ αὐτῷ πάλιν τὴν πόλιν. [7.3.5] αἰσθόμενοι δὲ οἱ πρόσθεν φυγάδες τὴν ὁδὸν αὐτοῦ καὶ τὴν παρασκευήν, ἀντεπορεύοντο εἰς τὰς Θήβας. ὡς δ᾽ ἑώρων αὐτὸν οἰκείως τοῖς ἄρχουσι συνόντα, φοβηθέντες μὴ διαπράξαιτο ἃ βούλεται, παρεκινδύνευσάν τινες καὶ ἀποσφάττουσιν ἐν τῇ ἀκροπόλει τὸν Εὔφρονα, τῶν τε ἀρχόντων καὶ τῆς βουλῆς συγκαθημένων. οἱ μέντοι ἄρχοντες τοὺς ποιήσαντας εἰσήγαγον εἰς τὴν βουλήν, καὶ ἔλεγον τάδε.
[7.3.6] Ὦ ἄνδρες πολῖται, ἡμεῖς τουτουσὶ τοὺς ἀποκτείναντας Εὔφρονα διώκομεν περὶ θανάτου, ὁρῶντες ὅτι οἱ μὲν σώφρονες οὐδὲν δήπου ἄδικον οὐδὲ ἀνόσιον ποιοῦσιν, οἱ δὲ πονηροὶ ποιοῦσι μέν, λανθάνειν δὲ πειρῶνται, οὗτοι δὲ τοσοῦτον πάντας ἀνθρώπους ὑπερβεβλήκασι τόλμῃ τε καὶ μιαρίᾳ ὥστε παρ᾽ αὐτάς τε τὰς ἀρχὰς καὶ παρ᾽ αὐτοὺς ὑμᾶς τοὺς κυρίους οὕστινας δεῖ ἀποθνῄσκειν καὶ οὕστινας μή, αὐτογνωμονήσαντες ἀπέκτειναν τὸν ἄνδρα. εἰ οὖν οὗτοι μὴ δώσουσι τὴν ἐσχάτην δίκην, τίς ποτε πρὸς τὴν πόλιν θαρρῶν πορεύσεται; τί δὲ πείσεται ἡ πόλις, εἰ ἐξέσται τῷ βουλομένῳ ἀποκτεῖναι πρὶν δηλῶσαι ὅτου ἕνεκα ἥκει ἕκαστος; ἡμεῖς μὲν δὴ τούτους διώκομεν ὡς ἀνοσιωτάτους καὶ ἀδικωτάτους καὶ ἀνομωτάτους καὶ πλεῖστον δὴ ὑπεριδόντας τῆς πόλεως· ὑμεῖς δὲ ἀκηκοότες, ὁποίας τινὸς ὑμῖν δοκοῦσιν ἄξιοι εἶναι δίκης, ταύτην αὐτοῖς ἐπίθετε.

[7.3.1] Σχετικά με τους Φλειάσιους λοιπόν —το πόσο στάθηκαν πιστοί στους φίλους τους και γενναίοι στον πόλεμο, και πώς μ᾽ όλες τις στερήσεις τους παρέμειναν στη συμμαχία— αυτά είχα να πω.
Τον ίδιο περίπου καιρό ο Στυμφάλιος Αινέας, που είχε γίνει στρατηγός των Αρκάδων, έκρινε ανυπόφορη την κατάσταση στη Σικυώνα· ανέβηκε λοιπόν με τον στρατό του στην ακρόπολή της και συγκέντρωσε τους ανθρώπους της αριστοκρατικής τάξης που βρίσκονταν μέσα στην πόλη, ενώ ταυτόχρονα έστελνε να φωνάξουν κι όσους είχαν εξοριστεί δίχως νόμιμη απόφαση.
[7.3.2] Αυτά φόβισαν τον Εύφρονα· κατέφυγε στο λιμάνι της Σικυώνος, κάλεσε τον Πασίμηλο από την Κόρινθο και με τη μεσολάβησή του παρέδωσε το λιμάνι στους Λακεδαιμονίους, ξαναγυρίζοντας έτσι στη συμμαχία τους με τον ισχυρισμό ότι δεν είχε πάψει να τους είναι πιστός· γιατί όταν η πρόταση αποστασίας είχε τεθεί σε ψηφοφορία στην πόλη —είπε— εκείνος την είχε καταψηφίσει μαζί με λίγους άλλους· [7.3.3] κατόπιν, θέλοντας να εκδικηθεί όσους τον είχαν προδώσει, είχε εγκαθιδρύσει δημοκρατία. «Στο μεταξύ», είπε, «εγώ εξόρισα όλους όσοι σας πρόδιδαν. Αν ήταν στο χέρι μου, θα προσχωρούσα σε σας μαζί μ᾽ ολόκληρη την πόλη· τώρα σας έχω παραδώσει τουλάχιστον αυτό που μπόρεσα να κρατήσω – το λιμάνι».
Πολλοί τον άκουσαν να τα λέει τούτα· πόσοι τον πίστεψαν, όμως, δεν είναι πολύ ξεκάθαρο.
[365 π.Χ.]
[7.3.4] Αλλά μια κι έκανα την αρχή, θέλω και να τελειώσω την ιστορία του Εύφρονος. Η ολιγαρχική κι η δημοκρατική μερίδα ήρθαν σε ρήξη. Τότε ο Εύφρων πήρε μισθοφόρους από την Αθήνα, γύρισε ξανά και με τη βοήθεια των δημοκρατικών έγινε κύριος της πόλης. Την ακρόπολη ωστόσο την κατείχε Θηβαίος αρμοστής, κι ο Εύφρων κατάλαβε ότι όσο κατείχαν οι Θηβαίοι την ακρόπολη δεν μπορούσε να γίνει κύριος όλου του κράτους· συγκέντρωσε λοιπόν χρήματα και ξεκίνησε για τη Θήβα, σκοπεύοντας μ᾽ αυτά να πείσει τους Θηβαίους να διώξουν τους ολιγαρχικούς και να παραδώσουν ξανά στον ίδιο την πόλη.
[7.3.5] Μαθαίνοντας για το ταξίδι και τις προετοιμασίες του, οι αλλοτινοί εξόριστοι πήγαν κι εκείνοι στη Θήβα. Εκεί, βλέποντάς τον να συναναστρέφεται φιλικά τους άρχοντες, φοβήθηκαν μήπως πετύχει στα σχέδιά του· για τούτο μερικοί απ᾽ αυτούς ριψοκινδύνεψαν και τον έσφαξαν μέσα στην ακρόπολη, την ώρα που συνεδρίαζαν και οι άρχοντες και η βουλή. Οι άρχοντες οδήγησαν τους δράστες μπροστά στη Βουλή και είπαν τ᾽ ακόλουθα:
[7.3.6] «Πολίτες, ζητάμε να καταδικαστούν σε θάνατο τούτοι δω, που σκότωσαν τον Εύφρονα. Τους φρόνιμους ανθρώπους, στ᾽ αλήθεια, δεν τους βλέπουμε ποτέ να κάνουν την παραμικρή άδικη ή ανόσια πράξη· οι κακοί τις διαπράττουν βέβαια, αλλά προσπαθούν τουλάχιστο να μη γίνονται αντιληπτοί. Αυτοί εδώ όμως έχουν τόσο πολύ ξεπεράσει κάθε όριο εγκληματικού θράσους, ώστε σκότωσαν αυθαίρετα αυτόν τον άνθρωπο μπροστά στις ίδιες τις αρχές και σε σας τους ίδιους που είστε αρμόδιοι να κρίνετε για ζωή και για θάνατο. Αν λοιπόν δεν τους επιβληθεί η έσχατη ποινή, ποιός θα τολμάει αποδώ και μπρος να ᾽ρχεται στην πόλη μας; Και πού θα καταντήσει η πόλη, από τη στιγμή που όποιος θέλει θα είναι ελεύθερος να σκοτώνει τον καθένα που ᾽ρχεται, πριν προλάβει να εξηγήσει γιατί ήρθε; Εμείς λοιπόν τους καταγγέλλουμε για βαρύτατη ασέβεια, αδικία, παρανομία κι έσχατη περιφρόνηση προς την πόλη· όσο για σας, τώρα που μας ακούσατε, επιβάλετέ τους όποια ποινή σάς φαίνεται ότι τους αξίζει».