Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΞΕΝΟΦΩΝ

Ἑλληνικά (1.6.1-1.6.11)

[1.6.1] Τῷ δ᾽ ἐπιόντι ἔτει, ᾧ ἥ τε σελήνη ἐξέλιπεν ἑσπέρας καὶ ὁ παλαιὸς τῆς Ἀθηνᾶς νεὼς ἐν Ἀθήναις ἐνεπρήσθη, [Πιτύα μὲν ἐφορεύοντος, ἄρχοντος δὲ Καλλίου Ἀθήνησιν,] οἱ Λακεδαιμόνιοι τῷ Λυσάνδρῳ παρεληλυθότος ἤδη τοῦ χρόνου [καὶ τῷ πολέμῳ τεττάρων καὶ εἴκοσιν ἐτῶν] ἔπεμψαν ἐπὶ τὰς ναῦς Καλλικρατίδαν. [1.6.2] ὅτε δὲ παρεδίδου ὁ Λύσανδρος τὰς ναῦς, ἔλεγε τῷ Καλλικρατίδᾳ ὅτι θαλαττοκράτωρ τε παραδιδοίη καὶ ναυμαχίᾳ νενικηκώς. ὁ δὲ αὐτὸν ἐκέλευσεν ἐξ Ἐφέσου ἐν ἀριστερᾷ Σάμου παραπλεύσαντα, οὗ ἦσαν αἱ τῶν Ἀθηναίων νῆες, ἐν Μιλήτῳ τὰς ναῦς παραδοῦναι, καὶ ὁμολογήσειν θαλαττοκρατεῖν. [1.6.3] οὐ φαμένου δὲ τοῦ Λυσάνδρου πολυπραγμονεῖν ἄλλου ἄρχοντος, αὐτὸς ὁ Καλλικρατίδας πρὸς αἷς παρὰ Λυσάνδρου ἔλαβε ναυσὶ προσεπλήρωσεν ἐκ Χίου καὶ Ῥόδου καὶ ἄλλοθεν ἀπὸ τῶν συμμάχων πεντήκοντα ναῦς. ταύτας δὲ πάσας ἁθροίσας, οὔσας τετταράκοντα καὶ ἑκατόν, παρεσκευάζετο ὡς ἀπαντησόμενος τοῖς πολεμίοις. [1.6.4] καταμαθὼν δ᾽ ὑπὸ τῶν Λυσάνδρου φίλων καταστασιαζόμενος, οὐ μόνον ἀπροθύμως ὑπηρετούντων, ἀλλὰ καὶ διαθροούντων ἐν ταῖς πόλεσιν ὅτι Λακεδαιμόνιοι μέγιστα παραπίπτοιεν ἐν τῷ διαλλάττειν τοὺς ναυάρχους, πολλάκις ἀνεπιτηδείων γιγνομένων καὶ ἄρτι συνιέντων τὰ ναυτικὰ καὶ ἀνθρώποις ὡς χρηστέον οὐ γιγνωσκόντων †ἀπείρους θαλάττης πέμποντες καὶ ἀγνῶτας τοῖς ἐκεῖ, κινδυνεύοιέν τι παθεῖν διὰ τοῦτο†, ἐκ τούτου δὲ ὁ Καλλικρατίδας συγκαλέσας τοὺς Λακεδαιμονίων ἐκεῖ παρόντας ἔλεγεν αὐτοῖς τοιάδε.
[1.6.5] Ἐμοὶ μὲν ἀρκεῖ οἴκοι μένειν, καὶ εἴτε Λύσανδρος εἴτε ἄλλος τις ἐμπειρότερος περὶ τὰ ναυτικὰ βούλεται εἶναι, οὐ κωλύω τὸ κατ᾽ ἐμέ· ἐγὼ δ᾽ ὑπὸ τῆς πόλεως ἐπὶ τὰς ναῦς πεμφθεὶς οὐκ ἔχω τί ἄλλο ποιῶ ἢ τὰ κελευόμενα ὡς ἂν δύνωμαι κράτιστα. ὑμεῖς δὲ πρὸς ἃ ἐγώ τε φιλοτιμοῦμαι καὶ ἡ πόλις ἡμῶν αἰτιάζεται (ἴστε γὰρ αὐτὰ ὥσπερ καὶ ἐγώ), συμβουλεύετε τὰ ἄριστα ὑμῖν δοκοῦντα εἶναι περὶ τοῦ ἐμὲ ἐνθάδε μένειν ἢ οἴκαδε ἀποπλεῖν ἐροῦντα τὰ καθεστῶτα ἐνθάδε. [1.6.6] Οὐδενὸς δὲ τολμήσαντος ἄλλο τι εἰπεῖν ἢ τοῖς οἴκοι πείθεσθαι ποιεῖν τε ἐφ᾽ ἃ ἥκει, ἐλθὼν παρὰ Κῦρον ᾔτει μισθὸν τοῖς ναύταις· ὁ δὲ αὐτῷ εἶπε δύο ἡμέρας ἐπισχεῖν. [1.6.7] Καλλικρατίδας δὲ ἀχθεσθεὶς τῇ ἀναβολῇ καὶ ταῖς ἐπὶ τὰς θύρας φοιτήσεσιν ὀργισθεὶς καὶ εἰπὼν ἀθλιωτάτους εἶναι τοὺς Ἕλληνας, ὅτι βαρβάρους κολακεύουσιν ἕνεκα ἀργυρίου, φάσκων τε, ἂν σωθῇ οἴκαδε, κατά γε τὸ αὑτοῦ δυνατὸν διαλλάξειν Ἀθηναίους καὶ Λακεδαιμονίους, ἀπέπλευσεν εἰς Μίλητον· [1.6.8] κἀκεῖθεν πέμψας τριήρεις εἰς Λακεδαίμονα ἐπὶ χρήματα, ἐκκλησίαν ἁθροίσας τῶν Μιλησίων τάδε εἶπεν.
Ἐμοὶ μέν, ὦ Μιλήσιοι, ἀνάγκη τοῖς οἴκοι ἄρχουσι πείθεσθαι· ὑμᾶς δὲ ἐγὼ ἀξιῶ προθυμοτάτους εἶναι εἰς τὸν πόλεμον διὰ τὸ οἰκοῦντας ἐν βαρβάροις πλεῖστα κακὰ ἤδη ὑπ᾽ αὐτῶν πεπονθέναι. [1.6.9] δεῖ δ᾽ ὑμᾶς ἐξηγεῖσθαι τοῖς ἄλλοις συμμάχοις ὅπως ἂν τάχιστά τε καὶ μάλιστα βλάπτωμεν τοὺς πολεμίους, ἕως ἂν οἱ ἐκ Λακεδαίμονος ἥκωσιν, οὓς ἐγὼ ἔπεμψα χρήματα ἄξοντας, [1.6.10] ἐπεὶ τὰ ἐνθάδε ὑπάρχοντα Λύσανδρος Κύρῳ ἀποδοὺς ὡς περιττὰ ὄντα οἴχεται· Κῦρος δὲ ἐλθόντος ἐμοῦ ἐπ᾽ αὐτὸν ἀεὶ ἀνεβάλλετό μοι διαλεχθῆναι, ἐγὼ δ᾽ ἐπὶ τὰς ἐκείνου θύρας φοιτᾶν οὐκ ἐδυνάμην ἐμαυτὸν πεῖσαι. [1.6.11] ὑπισχνοῦμαι δ᾽ ὑμῖν ἀντὶ τῶν συμβάντων ἡμῖν ἀγαθῶν ἐν τῷ χρόνῳ ᾧ ἂν ἐκεῖνα προσδεχώμεθα χάριν ἀξίαν ἀποδώσειν. ἀλλὰ σὺν τοῖς θεοῖς δείξωμεν τοῖς βαρβάροις ὅτι καὶ ἄνευ τοῦ ἐκείνους θαυμάζειν δυνάμεθα τοὺς ἐχθροὺς τιμωρεῖσθαι.

[406 π.Χ.]
[1.6.1] Τον επόμενο χρόνο —τότε που έγινε έκλειψη σελήνης ένα βράδυ και κάηκε ο παλιός ναός της Αθηνάς στην Αθήνα [και που ήταν έφορος ο Πιτύας και άρχων στην Αθήνα ο Καλλίας]— έληξε η θητεία του Λυσάνδρου [καθώς συμπληρώνονταν είκοσι τέσσερα χρόνια πολέμου] κι οι Λακεδαιμόνιοι έστειλαν αρχηγό του στόλου τον Καλλικρατίδα. [1.6.2] Κατά την παράδοση των πλοίων, ο Λύσανδρος είπε στον Καλλικρατίδα ότι του παραδίδει σε στιγμή που κυριαρχεί στη θάλασσα, έχοντας κερδίσει ναυμαχία. Ο άλλος του απάντησε ότι τότε μόνο θα τον παραδεχτεί για θαλασσοκράτορα, αν ξεκινήσει από την Έφεσο, περάσει από τ᾽ αριστερά του τη Σάμο όπου ναυλοχεί ο αθηναϊκός στόλος και του παραδώσει τα πλοία στη Μίλητο. [1.6.3] Ο Λύσανδρος αποκρίθηκε ότι δεν ανακατεύεται σε ξένα καθήκοντα τη στιγμή που άλλος έχει τη διοίκηση. Τότε ο Καλλικρατίδας επάνδρωσε μονάχος του —χώρια από τα πλοία που είχε παραλάβει από τον Λύσανδρο— κι άλλα πενήντα ακόμα από τη Χίο, τη Ρόδο κι άλλους συμμάχους, κι αφού συγκέντρωσε έτσι συνολικά εκατόν σαράντα πλοία ετοιμάστηκε ν᾽ αντιμετωπίσει τον εχθρό. [1.6.4] Στο μεταξύ όμως έμαθε ότι οι οπαδοί του Λυσάνδρου έκαναν συνωμοτικές κινήσεις: όχι μόνο δείχναν απροθυμία στην υπηρεσία τους, αλλά διέδιδαν στις πόλεις ότι οι Λακεδαιμόνιοι κάνουν μεγάλα λάθη στις αλλαγές των ναυάρχων, αντικαθιστώντας συχνά ανθρώπους που έχουν δείξει την ικανότητά τους —οι οποίοι έχουν πείρα και ξέρουν να μεταχειρίζονται το έμψυχο υλικό τους— μ᾽ άλλους, ανίδεους από θάλασσα κι άγνωστους στους πληθυσμούς της περιοχής· από κάτι τέτοια, έλεγαν, κινδυνεύουν οι Λακεδαιμόνιοι να πάθουν συμφορές. Τότε ο Καλλικρατίδας συγκέντρωσε όσους Λακεδαιμονίους βρίσκονταν εκεί και τους είπε τούτα πάνω κάτω:
[1.6.5] «Εγώ ευχαρίστως κάθομαι στον τόπο μου, κι αν ο Λύσανδρος ή κάποιος άλλος πιστεύει πως έχει περισσότερη πείρα στα ναυτικά πράγματα, ας κοπιάσει — δεν είμαι εγώ που θα τον εμποδίσω. Όμως μια και η πόλη μ᾽ έστειλε αρχηγό του στόλου, δεν έχω εκλογή: χρέος μου είναι να εκτελέσω όσο μπορώ καλύτερα τις διαταγές που πήρα. Εσείς ωστόσο συμβουλέψτε με —αφού ξέρετε εξίσου καλά με μένα και τις φιλοδοξίες μου και τα παράπονα που ακούγονται εναντίον της πόλης μας— τί θεωρείτε προτιμότερο: να μείνω ή να γυρίσω πίσω ν᾽ αναφέρω ποιά είν᾽ η κατάσταση εδώ πέρα;»
[1.6.6] Κανένας δεν τόλμησε να πει τίποτε άλλο, παρά ότι έπρεπε να υπακούσει στις αρχές της πόλης και να εκτελέσει την αποστολή που του ᾽χε ανατεθεί. Τότε ο Καλλικρατίδας πήγε να βρει τον Κύρο και του ζήτησε μισθό για τους ναύτες. Εκείνος του απάντησε να κάνει υπομονή δύο μέρες. [1.6.7] Ο Καλλικρατίδας ενοχλήθηκε με την αναβολή και, θυμωμένος που τον άφηναν να περιμένει στους προθαλάμους, είπε πως είχαν καταντήσει αξιολύπητοι οι Έλληνες, να κολακεύουν τους βαρβάρους για χρήματα· κατόπιν έφυγε για τη Μίλητο, δηλώνοντας ότι αν έφτανε ζωντανός στην πατρίδα του θα ᾽κανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να συμφιλιώσει τους Αθηναίους με τους Λακεδαιμονίους.
[1.6.8] Από τη Μίλητο έστειλε πολεμικά στη Λακεδαίμονα να φέρουν χρήματα, και αμέσως μετά κάλεσε συνέλευση των Μιλησίων όπου τους είπε τα εξής:
«Εγώ, Μιλήσιοι, χρωστώ υπακοή στις αρχές της πατρίδας μου. Από σας όμως έχω την απαίτηση να βάλετε τα δυνατά σας σε τούτο τον πόλεμο, επειδή ζείτε ανάμεσα σε βαρβάρους κι έχετε κιόλας υποφέρει πολλά απ᾽ αυτούς. [1.6.9] Εσείς πρέπει να δώσετε το παράδειγμα στους άλλους συμμάχους για να χτυπήσομε τον εχθρό όσο πιο γοργά κι όσο πιο πολύ μπορούμε, ώσπου να γυρίσουν από τη Λακεδαίμονα οι άνθρωποι που έστειλα να φέρουν χρήματα [1.6.10] — μια και ο Λύσανδρος, φεύγοντας, έδωσε πίσω στον Κύρο όσα υπήρχαν εδώ, σαν να ᾽ταν περιττά. Ο Κύρος πάλι, όταν πήγα να τον δω, διαρκώς ανέβαλλε τη συνάντησή μας, και δεν ταίριαζε σε μένα να περιμένω στους προθαλάμους του. [1.6.11] Σας υπόσχομαι άλλωστε πως για ό,τι επιτυχίες έχουμε στο διάστημα αυτό που περιμένουμε τα χρήματα θα σας ανταμείψουμε όπως ταιριάζει. Με τη βοήθεια των θεών, λοιπόν, ας δείξουμε στους βαρβάρους ότι και δίχως να τους προσκυνάμε είμαστε ικανοί να εκδικηθούμε τους εχθρούς μας!»