Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΞΕΝΟΦΩΝ

Ἑλληνικά (5.3.1-5.3.6)

[5.3.1] Ἅμα δὲ τῷ ἦρι ὑποφαινομένῳ οἱ μὲν Ὀλύνθιοι ἱππεῖς ὄντες ὡς ἑξακόσιοι κατεδεδραμήκεσαν εἰς τὴν Ἀπολλωνίαν ἅμα μεσημβρίᾳ καὶ διεσπαρμένοι ἐλεηλάτουν· ὁ δὲ Δέρδας ἐτύγχανε ταύτῃ τῇ ἡμέρᾳ ἀφιγμένος μετὰ τῶν ἱππέων τῶν ἑαυτοῦ καὶ ἀριστοποιούμενος ἐν τῇ Ἀπολλωνίᾳ. ὡς δ᾽ εἶδε τὴν καταδρομήν, ἡσυχίαν [τε] εἶχε, τούς θ᾽ ἵππους ἐπεσκευασμένους καὶ τοὺς ἀμβάτας ἐξωπλισμένους ἔχων. ἐπειδὴ δὲ καταφρονητικῶς οἱ Ὀλύνθιοι καὶ εἰς τὸ προάστιον καὶ εἰς αὐτὰς τὰς πύλας ἤλαυνον, τότε δὴ συντεταγμένους ἔχων ἐξελαύνει. οἱ δὲ ὡς εἶδον, εἰς φυγὴν ὥρμησαν. [5.3.2] ὁ δ᾽ ὡς ἅπαξ ἐτρέψατο, οὐκ ἀνῆκεν ἐνενήκοντα στάδια διώκων καὶ ἀποκτιννύς, ἕως πρὸς αὐτὸ κατεδίωξε τῶν Ὀλυνθίων τὸ τεῖχος. καὶ ἐλέγετο ὁ Δέρδας ἀποκτεῖναι ἐν τούτῳ τῷ ἔργῳ περὶ ὀγδοήκοντα ἱππέας. καὶ ἀπὸ τούτου τειχήρεις τε μᾶλλον ἦσαν οἱ πολέμιοι καὶ τῆς χώρας ὀλίγην παντελῶς εἰργάζοντο. [5.3.3] προϊόντος δὲ τοῦ χρόνου, καὶ τοῦ Τελευτίου ἐστρατευμένου πρὸς τὴν τῶν Ὀλυνθίων πόλιν, ὡς εἴ τι δένδρον ὑπόλοιπον εἴη ἤ τι εἰργασμένον τοῖς πολεμίοις, φθείροι, ἐξελθόντες οἱ Ὀλύνθιοι ἱππεῖς ἥσυχοι πορευόμενοι διέβησαν τὸν παρὰ τὴν πόλιν ῥέοντα ποταμόν, καὶ ἐπορεύοντο ἡσυχῇ πρὸς τὸ ἐναντίον στράτευμα. ὡς δ᾽ εἶδεν ὁ Τελευτίας, ἀγανακτήσας τῇ τόλμῃ αὐτῶν εὐθὺς Τλημονίδαν τὸν τῶν πελταστῶν ἄρχοντα δρόμῳ φέρεσθαι εἰς αὐτοὺς ἐκέλευσεν. πελταστῶν ἄρχοντα δρόμῳ φέρεσθαι εἰς αὐτοὺς ἐκέλευσεν. [5.3.4] οἱ δὲ Ὀλύνθιοι ὡς εἶδον προθέοντας τοὺς πελταστάς, ἀναστρέψαντες ἀπεχώρουν ἥσυχοι, καὶ διέβησαν πάλιν τὸν ποταμόν. οἱ δ᾽ ἠκολούθουν μάλα θρασέως, καὶ ὡς φεύγουσι διώξοντες ἐπιδιέβαινον. ἔνθα δὴ οἱ Ὀλύνθιοι ἱππεῖς, ἡνίκα ἔτι εὐχείρωτοι αὐτοῖς ἐδόκουν εἶναι οἱ διαβεβηκότες, ἀναστρέψαντες ἐμβάλλουσιν αὐτοῖς, καὶ αὐτόν τε ἀπέκτειναν τὸν Τλημονίδαν καὶ τῶν ἄλλων πλείους ἢ ἑκατόν. [5.3.5] ὁ δὲ Τελευτίας ὡς εἶδε τὸ γιγνόμενον, ὀργισθεὶς ἀναλαβὼν τὰ ὅπλα ἦγε μὲν ταχὺ τοὺς ὁπλίτας, διώκειν δὲ καὶ τοὺς πελταστὰς ἐκέλευε καὶ τοὺς ἱππέας καὶ μὴ ἀνιέναι. πολλοὶ μὲν οὖν δὴ καὶ ἄλλοι τοῦ καιροῦ ἐγγυτέρω τείχους διώξαντες κακῶς ἀπεχώρησαν, καὶ ἐκεῖνοι δ᾽ ἐπεὶ ἀπὸ τῶν πύργων ἐβάλλοντο, ἀποχωρεῖν τε ἠναγκάζοντο τεθορυβημένως καὶ προφυλάττεσθαι τὰ βέλη. [5.3.6] ἐν τούτῳ δὴ οἱ Ὀλύνθιοι ἐπεξελαύνουσι μὲν τοὺς ἱππέας, ἐβοήθουν δὲ καὶ οἱ πελτασταί· τέλος δὲ καὶ οἱ ὁπλῖται ἐπεξέθεον, καὶ τεταραγμένῃ τῇ φάλαγγι προσπίπτουσι. καὶ ὁ μὲν Τελευτίας ἐνταῦθα μαχόμενος ἀποθνῄσκει. τούτου δὲ γενομένου εὐθὺς καὶ οἱ ἀμφ᾽ αὐτὸν ἐνέκλιναν, καὶ οὐδεὶς ἔτι ἵστατο, ἀλλὰ πάντες ἔφευγον, οἱ μὲν ἐπὶ Σπαρτώλου, οἱ δὲ ἐπὶ Ἀκάνθου, οἱ δὲ εἰς Ἀπολλωνίαν, οἱ πλεῖστοι δὲ εἰς Ποτείδαιαν. ὡς δ᾽ ἄλλος ἄλλῃ ἔφευγον, οὕτω καὶ οἱ πολέμιοι ἄλλος ἄλλοσε διώκοντες παμπλήθεις ἀπέκτειναν ἀνθρώπους καὶ ὅτιπερ ὄφελος ἦν τοῦ στρατεύματος.

[5.3.1] Μόλις είχε μπει η άνοιξη, όταν οι ιππείς των Ολυνθίων —κάπου εξακόσιοι— έκαναν επιδρομή στην Απολλωνία, μεσημεριάτικα, και βάλθηκαν να λεηλατούν σκορπισμένοι. Τη μέρα εκείνη έτυχε να ᾽χει φτάσει στην Απολλωνία ο Δέρδας με το ιππικό του και γευμάτιζαν. Βλέποντας την επιδρομή, περίμενε έχοντας τ᾽ άλογα έτοιμα και τους καβαλάρηδες οπλισμένους, ώς τη στιγμή που οι Ολύνθιοι προχώρησαν ώς τα προάστια και τις ίδιες τις πύλες προκλητικά· τότε εξόρμησε με το ιππικό του συνταγμένο. Όταν τον είδαν, οι Ολύνθιοι το ᾽βαλαν στα πόδια. [5.3.2] Εκείνος ωστόσο δεν αρκέστηκε να τους τρέψει σε φυγή, παρά συνέχισε τη φονική καταδίωξη για ενενήντα στάδια κι έφτασε στο ίδιο το τείχος της Ολύνθου — κι ακούστηκε ότι σ᾽ αυτή την επιχείρηση ο Δέρδας σκότωσε κάπου ογδόντα ιππείς. Μετά απ᾽ αυτό, οι εχθροί κλείστηκαν σχεδόν ολότελα στα τείχη τους και δεν καλλιεργούσαν παρά ένα πολύ μικρό μέρος της γης.
[5.3.3] Πέρασε κάμποσος καιρός. Ο Τελευτίας είχε εκστρατεύσει εναντίον της Ολύνθου με σκοπό να καταστρέψει ό,τι δέντρο απέμενε κι ό,τι χωράφι είχαν καλλιεργήσει οι Ολύνθιοι. Τότε βγήκε με ήσυχο βήμα το ολυνθιακό ιππικό, διάβηκε το ποτάμι που κυλάει κοντά στην πόλη και προχώρησε προς τον αντίπαλο στρατό. Βλέποντάς το ο Τελευτίας αγανάκτησε με το θράσος τους και πρόσταξε ευθύς τον Τλημονίδα, αρχηγό των πελταστών, να ριχτεί καταπάνω τους. [5.3.4] Όταν οι Ολύνθιοι είδαν την εξόρμηση των πελταστών έκαναν μεταβολή κι υποχώρησαν αργά, διαβαίνοντας ξανά το ποτάμι. Νομίζοντας ότι το ᾽βαζαν στα πόδια, οι πελταστές τούς ακολούθησαν παράτολμα και διάβηκαν κι εκείνοι το ποτάμι για να τους κυνηγήσουν. Τότε το ολυνθιακό ιππικό, διαλέγοντας τη στιγμή που οι αντίπαλοι του φάνηκαν να βρίσκονται ακόμα σε μειονεκτική θέση, γύρισε πίσω και τους επιτέθηκε, σκοτώνοντας τον ίδιο τον Τλημονίδα και πάνω από εκατό άλλους.
[5.3.5] Βλέποντας ο Τελευτίας αυτό που γινόταν οργίστηκε, πήρε τα όπλα κι οδήγησε τους οπλίτες σε γοργή προέλαση, προστάζοντας και τους πελταστές και το ιππικό να καταδιώξουν τον αντίπαλο και να μην τον αφήσουν από κοντά. Έχει συμβεί και σ᾽ άλλους πολλούς, καθώς κυνηγάνε τον αντίπαλο, να πλησιάσουν σε τείχη περισσότερο απ᾽ ό,τι πρέπει και να δυσκολευτούν στην υποχώρηση. Έτσι κι εκείνοι: αφού τους χτύπησαν από τους πύργους, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν ακατάστατα προσπαθώντας να φυλαχτούν από τα βέλη. [5.3.6] Την ίδια ώρα έκανε αντεπίθεση το ιππικό των Ολυνθίων, με την ενίσχυση των πελταστών τους· έπειτα εξόρμησαν τρέχοντας και οι οπλίτες, και ρίχτηκαν στη φάλαγγα που είχε κιόλας αποδιοργανωθεί. Τότε σκοτώθηκε ο Τελευτίας πολεμώντας και αμέσως μετά λύγισαν οι άνδρες του· κανένας δεν έμεινε που να μην το βάλει στα πόδια — άλλοι για τη Σπάρτωλο, άλλοι για την Άκανθο, άλλοι για την Απολλωνία κι οι περισσότεροι για την Ποτίδαια. Καθώς έφευγαν άλλοι δώθε κι άλλοι κείθε, οι εχθροί τούς καταδίωξαν κι εκείνοι προς όλες τις κατευθύνσεις και σκότωσαν πολλούς — όλο το άνθος του στρατεύματος.