Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΗΡΟΔΟΤΟΣ

Ἱστορίαι (9.12.1-9.15.3)

[9.12.1] Οἱ μὲν δὴ ἐς τὸν Ἰσθμὸν ἠπείγοντο· Ἀργεῖοι δὲ ἐπείτε τάχιστα ἐπύθοντο τοὺς μετὰ Παυσανίεω ἐξεληλυθότας ἐκ Σπάρτης, πέμπουσι κήρυκα τῶν ἡμεροδρόμων ἀνευρόντες τὸν ἄριστον ἐς τὴν Ἀττικήν, πρότερον αὐτοὶ Μαρδονίῳ ὑποδεξάμενοι σχήσειν τὸν Σπαρτιήτην μὴ ἐξιέναι· [9.12.2] ὃς ἐπείτε ἀπίκετο ἐς τὰς Ἀθήνας ἔλεγε τάδε· Μαρδόνιε, ἔπεμψάν με Ἀργεῖοι φράσοντά τοι ὅτι ἐκ Λακεδαίμονος ἐξελήλυθε ἡ νεότης, καὶ ὡς οὐ δυνατοὶ αὐτὴν ἴσχειν εἰσὶ Ἀργεῖοι μὴ οὐκ ἐξιέναι. πρὸς ταῦτα τύγχανε εὖ βουλευόμενος. [9.13.1] ὁ μὲν δὴ εἴπας ταῦτα ἀπαλλάσσετο ὀπίσω, Μαρδόνιος δὲ οὐδαμῶς ἔτι πρόθυμος ἦν μένειν ἐν τῇ Ἀττικῇ, ὡς ἤκουσε ταῦτα. πρὶν μέν νυν ἢ πυθέσθαι ἀνεκώχευε, θέλων εἰδέναι τὸ παρ᾽ Ἀθηναίων, ὁκοῖόν τι ποιήσουσι, καὶ οὔτε ἐπήμαινε οὔτε ἐσίνετο γῆν τὴν Ἀττικήν, ἐλπίζων διὰ παντὸς [τοῦ χρόνου] ὁμολογήσειν σφέας· [9.13.2] ἐπεὶ δὲ οὐκ ἔπειθε, πυθόμενος πάντα λόγον, πρὶν ἢ τοὺς μετὰ Παυσανίεω ἐς τὸν Ἰσθμὸν ἐσβαλεῖν, ὑπεξεχώρεε ἐμπρήσας τε τὰς Ἀθήνας, καὶ εἴ κού τι ὀρθὸν ἦν τῶν τειχέων ἢ τῶν οἰκημάτων ἢ τῶν ἱρῶν, πάντα καταβαλὼν καὶ συγχώσας. [9.13.3] ἐξήλαυνε δὲ τῶνδε εἵνεκεν, ὅτι οὔτε ἱππασίμη ἡ χώρη ἦν ἡ Ἀττική, εἴ τε νικῷτο συμβαλών, ἀπάλλαξις οὐκ ἦν ὅτι μὴ κατὰ στεινόν, ὥστε καὶ ὀλίγους σφέας ἀνθρώπους ἴσχειν. ἐβουλεύετο ὦν ἐπαναχωρήσας ἐς τὰς Θήβας συμβαλεῖν πρὸς πόλι τε φιλίῃ καὶ ‹ἐν› χώρῃ ἱππασίμῳ. [9.14.1] Μαρδόνιος μὲν δὴ ὑπεξεχώρεε, ἤδη δὲ ἐν τῇ ὁδῷ ἐόντι αὐτῷ ἦλθε ἀγγελίη πρόδρομον ἄλλην στρατιὴν ἥκειν ἐς Μέγαρα, Λακεδαιμονίων χιλίους. πυθόμενος δὲ ταῦτα ἐβουλεύετο, θέλων εἴ κως τούτους πρῶτον ἕλοι· ὑποστρέψας δὲ τὴν στρατιὴν ἦγε ἐπὶ τὰ Μέγαρα· ἡ δὲ ἵππος προελθοῦσα κατιππάσατο χώρην τὴν Μεγαρίδα. ἐς ταύτην δὴ ἑκαστάτω τῆς Εὐρώπης τὸ πρὸς ἡλίου δύνοντος ἡ Περσικὴ αὕτη στρατιὴ ἀπίκετο. [9.15.1] μετὰ δὲ ταῦτα Μαρδονίῳ ἦλθε ἀγγελίη ὡς ἁλέες εἴησαν οἱ Ἕλληνες ἐν τῷ Ἰσθμῷ. οὕτω δὴ ὀπίσω ἐπορεύετο διὰ Δεκελέης· οἱ γὰρ βοιωτάρχαι μετεπέμψαντο τοὺς προσχώρους τῶν Ἀσωπίων, οὗτοι δὲ αὐτῷ τὴν ὁδὸν ἡγέοντο ἐς Σφενδαλέας, ἐνθεῦτεν δὲ ἐς Τάναγραν. [9.15.2] ἐν Τανάγρῃ δὲ νύκτα ἐναυλισάμενος, καὶ τραπόμενος τῇ ὑστεραίῃ ἐς Σκῶλον ἐν γῇ τῇ Θηβαίων ἦν. ἐνθαῦτα δὲ τῶν Θηβαίων καίπερ μηδιζόντων ἔκειρε τοὺς χώρους, οὔτι κατὰ ἔχθος αὐτῶν ἀλλ᾽ ὑπ᾽ ἀναγκαίης μεγάλης ἐχόμενος, βουλόμενος ἔρυμα τε τῷ στρατοπέδῳ ποιήσασθαι, καὶ ἢν συμβαλόντι οἱ μὴ ἐκβαίνῃ ὁκοῖόν τι ἐθέλοι, κρησφύγετον τοῦτο ἐποιέετο. [9.15.3] παρῆκε δὲ αὐτοῦ τὸ στρατόπεδον ἀρξάμενον ἀπὸ Ἐρυθρέων παρὰ Ὑσιάς, κατέτεινε δὲ ἐς τὴν Πλαταιίδα γῆν, παρὰ τὸν Ἀσωπὸν ποταμὸν τεταγμένον. οὐ μέντοι τό γε τεῖχος τοσοῦτο ἐποιέετο, ἀλλ᾽ ὡς ἐπὶ δέκα σταδίους μάλιστά κῃ μέτωπον ἕκαστον.

[9.12.1] Αυτοί λοιπόν έσπευδαν στον Ισθμό· κι οι Αργείοι, μόλις έμαθαν πως το στράτευμα του Παυσανία είχε βγει απ᾽ τα σύνορα της Σπάρτης, στέλνουν αμέσως κήρυκα στην Αττική, αυτόν που βρήκαν πρώτο και καλύτερο ανάμεσα στους αγγελιοφόρους, μια και προηγουμένως από μόνοι τους υποσχέθηκαν στον Μαρδόνιο πως θα εμποδίσουν τους Σπαρτιάτες να βγουν απ᾽ τα σύνορά τους· [9.12.2] κι αυτός, όταν έφτασε στην Αθήνα, έλεγε τα εξής: «Μαρδόνιε, μ᾽ έστειλαν οι Αργείοι να σου αναγγείλω ότι η νεολαία της Σπάρτης έχει βγει απ᾽ τη χώρα της και πως οι Αργείοι αδυνατούν να εμποδίσουν την έξοδό τους. Ας σε βοηθήσει η τύχη να πάρεις τις καλύτερες αποφάσεις για την περίσταση».
[9.13.1] Αυτός λοιπόν είπε αυτά και σηκώθηκε κι έφυγε στον τόπο του, αλλά ο Μαρδόνιος δεν είχε πια καμιά διάθεση, με το που τ᾽ άκουσε αυτά, να μένει στην Αττική. Γιατί, πριν πάρει αυτό το μήνυμα, καθόταν εκεί, σαν σε αραξοβόλι, θέλοντας να μάθει ποιά στάση θα κρατούσαν οι Αθηναίοι κι ούτε έκανε άλλες ζημιές ούτε ρήμαζε τη γη της Αττικής· και δεν τον εγκατέλειπε η ελπίδα πως κάποια ώρα θα συνομολογήσουν συνθήκες μαζί του. [9.13.2] Επειδή όμως δεν τους έπειθε κι έμαθε όλα τα νεότερα, προτού η στρατιά του Παυσανία κάνει την εμφάνισή της στον Ισθμό, αποσυρόταν αθόρυβα, αφού πυρπόλησε την Αθήνα κι ό,τι είχε μείνει όρθιο από τα τείχη, ή κανένα σπίτι ή ναός, όλα τα γκρέμιζε και τα σώριαζε καταγής. [9.13.3] Κι οι λόγοι για τους οποίους αποσυρόταν ήταν οι εξής: η Αττική δεν ήταν χώρα κατάλληλη για επιχειρήσεις ιππικού· ακόμα, αν νικιόταν σε μάχη, δεν είχε άλλη δυνατότητα να ξεφύγει παρά μόνο μέσ᾽ από στενωπό, όπου και λιγοστοί πολεμιστές μπορούσαν να του φράξουν το δρόμο. Σκεφτόταν λοιπόν να υποχωρήσει στη Θήβα και να δώσει μάχη κοντά σε συμμαχική πόλη και σε πεδίο κατάλληλο για επιχειρήσεις ιππικού.
[9.14.1] Ο Μαρδόνιος λοιπόν πήρε ν᾽ αποσύρεται αθόρυβα, αλλά είχε κιόλας μπει στο δρόμο, όταν του ήρθε μήνυμα πως έφτασε στα Μέγαρα άλλος στρατός, εμπροσθοφυλακή, χίλιοι Λακεδαιμόνιοι. Κι όταν πήρε αυτή την πληροφορία, μελετούσε την κατάσταση, θέλοντας να δει αν έχει τρόπο να βάλει στο χέρι του πρώτα αυτούς. Και διέταξε το στρατό να κάνει μεταβολή και τον οδηγούσε στα Μέγαρα· και το ιππικό του, περνώντας μπρος, ρήμαξε απ᾽ τη μια άκρη ώς την άλλη τον κάμπο των Μεγάρων· αυτό ήταν το πιο απόμακρο σημείο της Ευρώπης, κατά τη μεριά που βασιλεύει ο ήλιος, όπου έφτασε αυτό το εκστρατευτικό σώμα των Περσών.
[9.15.1] Ύστερ᾽ απ᾽ αυτά ήρθε αγγελία στον Μαρδόνιο ότι οι Έλληνες βρίσκονταν συγκεντρωμένοι στον Ισθμό. Κι έτσι πήρε να οπισθοχωρεί απ᾽ το δρόμο που περνά απ᾽ τη Δεκέλεια· γιατί οι βοιωτάρχες προσκάλεσαν τους γείτονες των Ασωπίων, κι αυτοί έγιναν οδηγοί της πορείας του στη Σφενδάλη κι αποκεί στην Τανάγρα. [9.15.2] Κι αφού καταυλίστηκε τη νύχτα στην Τανάγρα, την επομένη στράφηκε προς τον Σκώλο και βρέθηκε στη χώρα των Θηβαίων. Εκεί έκοβε τα δέντρα της υπαίθρου, μολονότι οι Θηβαίοι μήδιζαν· βέβαια δεν ήταν εχθρική ενέργεια, αλλά ήταν που τον έσφιγγε μεγάλη ανάγκη, καθώς ήθελε να περιφράξει το στρατόπεδο, ώστε, αν το αποτέλεσμα της μάχης δε θα ᾽ταν αυτό που επιθυμούσε, να έχει καταφύγιο. [9.15.3] Το στρατόπεδό του αυτό, αρχίζοντας από τις Ερυθρές απλωνόταν ώς τις Υσιές, με κατεύθυνση ίσια προς τη χώρα των Πλαταιών· η διάταξή του ήταν σε γραμμή παράλληλη με τις όχθες του ποταμού Ασωπού. Βέβαια στο τείχος δεν έδινε τόσο μάκρος, αλλά η κάθε πλευρά του είχε έκταση δέκα περίπου σταδίων.