Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΗΡΟΔΟΤΟΣ

Ἱστορίαι (8.74.1-8.76.3)

[8.74.1] Οἱ μὲν δὴ ἐν τῷ Ἰσθμῷ τοιούτῳ πόνῳ συνέστασαν, ἅτε ‹τὸν› περὶ τοῦ παντὸς ἤδη δρόμον θέοντες καὶ τῇσι νηυσὶ οὐκ ἐλπίζοντες ἐλλάμψεσθαι· οἱ δὲ ἐν Σαλαμῖνι Ἕλληνες ὅμως ταῦτα πυνθανόμενοι ἀρρώδεον, οὐκ οὕτω περὶ σφίσι αὐτοῖσι δειμαίνοντες ὡς περὶ τῇ Πελοποννήσῳ. [8.74.2] ἕως μὲν δὴ αὐτῶν ἀνὴρ ἀνδρὶ παραστὰς σιγῇ λόγον ἐποιέετο, θῶμα ποιεύμενοι τὴν Εὐρυβιάδεω ἀβουλίην· τέλος δὲ ἐξερράγη ἐς τὸ μέσον. σύλλογός τε δὴ ἐγίνετο καὶ πολλὰ ἐλέγετο περὶ τῶν αὐτῶν, οἱ μὲν ὡς ἐς τὴν Πελοπόννησον χρεὸν εἴη ἀποπλέειν καὶ περὶ ἐκείνης κινδυνεύειν, μηδὲ πρὸ χώρης δοριαλώτου μένοντας μάχεσθαι, Ἀθηναῖοι δὲ καὶ Αἰγινῆται καὶ Μεγαρέες αὐτοῦ μένοντας ἀμύνεσθαι. [8.75.1] ἐνθαῦτα Θεμιστοκλέης ὡς ἑσσοῦτο τῇ γνώμῃ ὑπὸ τῶν Πελοποννησίων, λαθὼν ἐξέρχεται ἐκ τοῦ συνεδρίου, ἐξελθὼν δὲ πέμπει ἐς τὸ στρατόπεδον τὸ Μήδων ἄνδρα πλοίῳ, ἐντειλάμενος τὰ λέγειν χρεόν, τῷ οὔνομα μὲν ἦν Σίκιννος, οἰκέτης δὲ καὶ παιδαγωγὸς ἦν τῶν Θεμιστοκλέος παίδων· τὸν δὴ ὕστερον τούτων τῶν πρηγμάτων Θεμιστοκλέης Θεσπιέα τε ἐποίησε, ὡς ἐπεδέκοντο οἱ Θεσπιέες πολιήτας, καὶ χρήμασι ὄλβιον. [8.75.2] ὃς τότε πλοίῳ ἀπικόμενος ἔλεγε πρὸς τοὺς στρατηγοὺς τῶν βαρβάρων τάδε· Ἔπεμψέ με στρατηγὸς ὁ Ἀθηναίων λάθρῃ τῶν ἄλλων Ἑλλήνων (τυγχάνει γὰρ φρονέων τὰ βασιλέος καὶ βουλόμενος μᾶλλον τὰ ὑμέτερα κατύπερθε γίνεσθαι ἣ τὰ τῶν Ἑλλήνων πρήγματα) φράσοντα ὅτι οἱ Ἕλληνες δρησμὸν βουλεύονται καταρρωδηκότες, καὶ νῦν παρέχει κάλλιστον ὑμέας ἔργον ἁπάντων ἐξεργάσασθαι, ἢν μὴ περιίδητε διαδράντας αὐτούς. [8.75.3] οὔτε γὰρ ἀλλήλοισι ὁμοφρονέουσι οὔτ᾽ ἔτι ἀντιστήσονται ὑμῖν, πρὸς ἑωυτούς τε σφέας ὄψεσθε ναυμαχέοντας, τοὺς τὰ ὑμέτερα φρονέοντας καὶ τοὺς μή. ὁ μὲν ταῦτά σφι σημήνας ἐκποδὼν ἀπαλλάσσετο· [8.76.1] τοῖσι δὲ ὡς πιστὰ ἐγίνετο τὰ ἀγγελθέντα, τοῦτο μὲν ἐς τὴν νησῖδα τὴν [Ψυττάλειαν] μεταξὺ Σαλαμῖνός τε κειμένην καὶ τῆς ἠπείρου, πολλοὺς τῶν Περσέων ἀπεβίβασαν· τοῦτο δέ, ἐπειδὴ ἐγίνοντο μέσαι νύκτες, ἀνῆγον μὲν τὸ ἀπ᾽ ἑσπέρης κέρας κυκλούμενοι πρὸς τὴν Σαλαμῖνα, ἀνῆγον δὲ οἱ ἀμφὶ τὴν Κέον τε καὶ τὴν Κυνόσουραν τεταγμένοι, κατεῖχόν τε μέχρι Μουνιχίης πάντα τὸν πορθμὸν τῇσι νηυσί. [8.76.2] τῶνδε δὲ εἵνεκα ἀνῆγον τὰς νέας, ἵνα δὴ τοῖσι Ἕλλησι μηδὲ φυγεῖν ἐξῇ, ἀλλ᾽ ἀπολαμφθέντες ἐν τῇ Σαλαμῖνι δοῖεν τίσιν τῶν ἐπ᾽ Ἀρτεμισίῳ ἀγωνισμάτων. ἐς δὲ τὴν νησῖδα τὴν Ψυττάλειαν καλεομένην ἀπεβίβαζον τῶν Περσέων τῶνδε εἵνεκα, ὡς ἐπεὰν γένηται ναυμαχίη, ἐνθαῦτα μάλιστα ἐξοισομένων τῶν τε ἀνδρῶν καὶ τῶν ναυηγίων (ἐν γὰρ δὴ πόρῳ [τῆς] ναυμαχίης τῆς μελλούσης ἔσεσθαι ἔκειτο ἡ νῆσος), ἵνα τοὺς μὲν περιποιῶσι, τοὺς δὲ διαφθείρωσι. [8.76.3] ἐποίευν δὲ σιγῇ ταῦτα, ὡς μὴ πυνθανοίατο οἱ ἐναντίοι. οἱ μὲν δὴ ταῦτα τῆς νυκτὸς οὐδὲν ἀποκοιμηθέντες παραρτέοντο.

[8.74.1] Λοιπόν, όσοι εκεί στον Ισθμό δούλευαν στο έργο που αναφέραμε χωρίς να παίρνουν ανάσα, μια κι έδιναν πια τον υπέρ πάντων αγώνα, δεν έλπιζαν σε θρίαμβο του στόλου· όσο πάλι γι᾽ αυτούς που βρίσκονταν στη Σαλαμίνα, πήραν βέβαια αυτή την πληροφορία, κι έτσι τους έζωνε τρομάρα· δε φοβούνταν τόσο για τη ζωή τους, όσο για την Πελοπόννησο. [8.74.2] Για κάποιο διάστημα πλησίαζαν ο ένας τον άλλο κι έπιαναν κουβέντα ψιθυριστά και τους φαινόταν ανεξήγητη η απερισκεψία του Ευρυβιάδη· στο τέλος όμως ξέσπασε στα φανερά κατακραυγή. Και λοιπόν έγινε σύναξη κι ακούστηκαν πολλά για το ίδιο θέμα, καθώς άλλοι έλεγαν πως πρέπει να βάλουν πλώρη για την Πελοπόννησο και να μπουν στον κίνδυνο για να τη σώσουν κι όχι να μείνουν και να δώσουν μάχη για χώρα που την πατούσε ο εχθρός, ενώ οι Αθηναίοι και οι Αιγινήτες και οι Μεγαρείς, να μείνουν εκεί που ήταν και ν᾽ αντιμετωπίσουν τον εχθρό.
[8.75.1] Τότε ο Θεμιστοκλής, καθώς νικούσε η γνώμη των Πελοποννησίων κι όχι η δική του, βγαίνει απ᾽ τη συνέλευση χωρίς να γίνει αντιληπτός, και βγαίνοντας στέλνει με πλεούμενο κάποιον παραγγέλνοντάς του να πει αυτά που έπρεπε· αυτός λεγόταν Σίκιννος, κι ήταν δούλος του Θεμιστοκλή και παιδαγωγός των παιδιών του· ο Θεμιστοκλής σε χρόνο μεταγενέστερο απ᾽ αυτά τα γεγονότα τον έκανε και Θεσπιέα, όταν οι Θεσπιείς έδιναν δικαίωμα πολίτη σε ξένους, και ευκατάστατο. [8.75.2] Αυτός τότε φτάνοντας με πλεούμενο έλεγε στους στρατηγούς των βαρβάρων τα εξής: «Μ᾽ έστειλε ο στρατηγός των Αθηναίων κρυφά απ᾽ τους άλλους Έλληνες (γιατί τυχαίνει να είναι με το μέρος του βασιλιά και να προτιμά τη δική σας, κι όχι των Ελλήνων, την επικράτηση), για να σας ανακοινώσω πως οι Έλληνες τρέμοντας από φόβο σκέφτονται να δραπετεύσουν και πως, νά, τώρα σας δίνεται η δυνατότητα να φέρετε σε πέρας την πιο λαμπρή απ᾽ όλες σας τις επιχειρήσεις, αν δε μείνετε με τα χέρια σταυρωμένα καθώς θα δραπετεύουν εκείνοι. [8.75.3] Γιατί και μονοιασμένοι δεν είναι κι ούτε θα προβάλουν αντίσταση σ᾽ εσάς· και θα τους δείτε να δίνουν ναυμαχία ανάμεσά τους χωρισμένοι στα δυο, σ᾽ αυτούς που παίρνουν το δικό σας μέρος και τους αντίθετους». Λοιπόν, αφού τους έδωσε αυτό το μήνυμα, αποσύρθηκε και πήγε στο καλό.
[8.76.1] Κι οι άλλοι δίνοντας πίστη στο μήνυμα που πήραν, πρώτα πρώτα αποβίβασαν πολλούς Πέρσες στο νησάκι Ψυττάλεια που βρίσκεται ανάμεσα στη Σαλαμίνα και τη στεριά· κατόπιν, όταν έφτασαν τα μεσάνυχτα, ανοίχτηκαν με την αριστερή τους πτέρυγα προς τη Σαλαμίνα επιχειρώντας κυκλωτική κίνηση· ανοίχτηκαν κι εκείνοι που είχαν παραταχτεί γύρω απ᾽ την Κέο και την Κυνόσουρα κι έπιασαν με τα καράβια τους απ᾽ άκρη σ᾽ άκρη το στενό πέρασμα ώς τη Μουνιχία. [8.76.2] Κι ο λόγος για τον οποίο αναπτύχθηκαν στ᾽ ανοιχτά τα καράβια τους ήταν να μην έχουν τη δυνατότητα οι Έλληνες ούτε καν να φύγουν, αλλά, αποκλεισμένοι στη Σαλαμίνα, να πληρώσουν για τα κατορθώματά τους στο Αρτεμίσιο. Επίσης αποβίβαζαν Πέρσες στο νησάκι που λέγεται Ψυττάλεια για τον εξής λόγο· όσο θα κρατούσε η ναυμαχία, εκεί πιθανότατα θα έβγαζε το κύμα και τους στρατιώτες και τα συντρίμμια των ναυαγίων (γιατί το νησί βρισκόταν στο στενό, όπου ήταν να γίνει η ναυμαχία), κι έτσι θα μπορούσαν τους δικούς τους να τους περισυλλέγουν, τους άλλους να τους εξοντώνουν. [8.76.3] Κι αυτές τις κινήσεις τους τις έκαναν αθόρυβα, για να μη τις αντιληφτούν οι εχθροί. Μ᾽ αυτές λοιπόν τις προετοιμασίες καταγίνονταν χωρίς να κλείσουν μάτι όλη τη νύχτα.