Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΗΡΟΔΟΤΟΣ

Ἱστορίαι (4.63.1-4.69.3)

[4.63.1] Θυσίαι μέν νυν αὗταί σφι κατεστέασι, ὑσὶ δὲ οὗτοι οὐδὲν νομίζουσι οὐδὲ τρέφειν ἐν τῇ χώρῃ τὸ παράπαν θέλουσι. [4.64.1] τὰ δ᾽ ἐς πόλεμον ἔχοντα ὧδέ σφι διάκειται· ἐπεὰν τὸν πρῶτον ἄνδρα καταβάλῃ ἀνὴρ Σκύθης, τοῦ αἵματος ἐμπίνει· ὅσους δ᾽ ἂν φονεύσῃ ἐν τῇ μάχῃ, τούτων τὰς κεφαλὰς ἀποφέρει τῷ βασιλέϊ· ἀπενείκας μὲν γὰρ κεφαλὴν τῆς ληίης μεταλαμβάνει τὴν ἂν λάβωσι, μὴ ἐνείκας δὲ οὔ. [4.64.2] ἀποδείρει δὲ αὐτὴν τρόπῳ τοιῷδε· περιταμὼν κύκλῳ περὶ τὰ ὦτα καὶ λαβόμενος τῆς κεφαλῆς ἐκσείει, μετὰ δὲ σαρκίσας βοὸς πλευρῇ δέψει τῇσι χερσί, ὀργάσας δὲ αὐτὸ ἅτε χειρόμακτρον ἔκτηται, ἐκ δὲ [τῶν] χαλινῶν τοῦ ἵππου τὸν αὐτὸς ἐλαύνει, ἐκ τούτου ἐξάπτει καὶ ἀγάλλεται· ὃς γὰρ ἂν πλεῖστα [δέρματα] χειρόμακτρα ἔχῃ, ἀνὴρ ἄριστος οὗτος κέκριται. [4.64.3] πολλοὶ δὲ αὐτῶν ἐκ τῶν ἀποδαρμάτων καὶ χλαίνας ἐπείνυσθαι ποιεῦσι, συρράπτοντες κατά περ βαίτας· πολλοὶ δὲ ἀνδρῶν ἐχθρῶν τὰς δεξιὰς χεῖρας νεκρῶν ἐόντων ἀποδείραντες αὐτοῖσι ὄνυξι καλύπτρας τῶν φαρετρέων ποιεῦνται· δέρμα δὲ ἀνθρώπου καὶ παχὺ καὶ λαμπρὸν ἦν ἄρα, σχεδὸν δερμάτων πάντων λαμπρότατον λευκότητι. [4.64.4] πολλοὶ δὲ καὶ ὅλους ἄνδρας ἐκδείραντες καὶ διατείναντες ἐπὶ ξύλων ἐπ᾽ ἵππων περιφέρουσι. [4.65.1] ταῦτα μὲν δὴ οὕτω σφι νενόμισται, αὐτὰς δὲ τὰς κεφαλάς, οὔτι πάντων ἀλλὰ τῶν ἐχθίστων, ποιεῦσι τάδε· ἀποπρίσας [ἕκαστος] πᾶν τὸ ἔνερθε τῶν ὀφρύων ἐκκαθαίρει· καὶ ἢν μὲν ᾖ πένης, ὁ δὲ ἔξωθεν ὠμοβοέην μούνην περιτείνας οὕτω χρᾶται, ἢν δὲ [ᾖ] πλούσιος, τὴν μὲν ὠμοβοέην περιτείνει, ἔσωθεν δὲ καταχρυσώσας οὕτω χρᾶται ποτηρίῳ. [4.65.2] ποιεῦσι δὲ τοῦτο καὶ ἐκ τῶν οἰκηίων, ἤν σφι διάφοροι γένωνται καὶ ἢν ἐπικρατήσῃ αὐτοῦ παρὰ τῷ βασιλέϊ. ξείνων δέ οἱ ἐλθόντων τῶν ἂν λόγον ποιῆται, τὰς κεφαλὰς ταύτας παραφέρει καὶ ἐπιλέγει ὥς οἱ ἐόντες οἰκήιοι πόλεμον προσεθήκαντο καί σφεων αὐτὸς ἐπεκράτησε, ταύτην ἀνδραγαθίην λέγοντες. [4.66.1] ἅπαξ δὲ τοῦ ἐνιαυτοῦ ἑκάστου ὁ νομάρχης ἕκαστος ἐν τῷ ἑωυτοῦ νομῷ κίρναται κρητῆρα οἴνου, ἀπ᾽ οὗ πίνουσι τῶν Σκυθέων τοῖσι ἂν ἄνδρες πολέμιοι ἀραιρημένοι ἔωσι· τοῖσι δ᾽ ἂν μὴ κατεργασμένον ᾖ τοῦτο, οὐ γεύονται τοῦ οἴνου τούτου, ἀλλ᾽ ἠτιμωμένοι ἀποκατέαται· ὄνειδος δέ σφί ἐστι μέγιστον τοῦτο· ὅσοι δὲ ἂν αὐτῶν καὶ κάρτα πολλοὺς ἄνδρας ἀραιρηκότες ἔωσι, οὗτοι δὲ σύνδυο κύλικας ἔχοντες πίνουσι ὁμοῦ.
[4.67.1] Μάντιες δὲ Σκυθέων εἰσὶ πολλοί, οἳ μαντεύονται ῥάβδοισι εἰτεΐνῃσι πολλῇσι ὧδε· ἐπεὰν φακέλους ῥάβδων μεγάλους ἐνείκωνται, θέντες χαμαὶ διεξειλίσσουσι αὐτούς, καὶ ἐπὶ μίαν ἑκάστην ῥάβδον τιθέντες θεσπίζουσι, ἅμα τε λέγοντες ταῦτα συνειλέουσι τὰς ῥάβδους ὀπίσω καὶ αὖτις κατὰ μίαν συντιθεῖσι. [4.67.2] αὕτη μέν σφι ἡ μαντικὴ πατρωίη ἐστί, οἱ δὲ Ἐνάρεες οἱ ἀνδρόγυνοι τὴν Ἀφροδίτην σφι λέγουσι μαντικὴν δοῦναι· φιλύρης ὦν φλοιῷ μαντεύονται· ἐπεὰν τὴν φιλύρην τρίχα σχίσῃ, διαπλέκων ἐν τοῖσι δακτύλοισι τοῖσι ἑωυτοῦ καὶ διαλύων χρᾷ. [4.68.1] ἐπεὰν δὲ βασιλεὺς ὁ Σκυθέων κάμῃ, μεταπέμπεται τῶν μαντίων ἄνδρας τρεῖς τοὺς εὐδοκιμέοντας μάλιστα, οἳ τρόπῳ τῷ εἰρημένῳ μαντεύονται· καὶ λέγουσι οὗτοι ὡς τὸ ἐπίπαν μάλιστα τάδε, ὡς τὰς βασιληίας ἱστίας ἐπιώρκηκε ὃς καὶ ὅς, λέγοντες τῶν ἀστῶν τὸν ἂν δὴ λέγωσι. [4.68.2] τὰς δὲ βασιληίας ἱστίας νόμος Σκύθῃσι τὰ μάλιστά ἐστι ὀμνύναι τότε ἐπεὰν τὸν μέγιστον ὅρκον ἐθέλωσι ὀμνύναι. αὐτίκα δὲ διαλελαμμένος ἄγεται οὗτος τὸν ἂν δὴ φῶσι ἐπιορκῆσαι, ἀπιγμένον δὲ ἐλέγχουσι οἱ μάντιες ὡς ἐπιορκήσας φαίνεται ἐν τῇ μαντικῇ τὰς βασιληίας ἱστίας καὶ διὰ ταῦτα ἀλγέει ὁ βασιλεύς· ὁ δὲ ἀρνέεται, οὐ φάμενος ἐπιορκῆσαι, καὶ δεινολογέεται. [4.68.3] ἀρνεομένου δὲ τούτου ὁ βασιλεὺς μεταπέμπεται ἄλλους διπλησίους μάντιας· καὶ ἢν μὲν καὶ οὗτοι ἐσορῶντες ἐς τὴν μαντικὴν καταδήσωσι ἐπιορκῆσαι, τοῦ δὲ ἰθέως τὴν κεφαλὴν ἀποτάμνουσι καὶ τὰ χρήματα αὐτοῦ διαλαγχάνουσι οἱ πρῶτοι τῶν μαντίων· [4.68.4] ἢν δὲ οἱ ἐπελθόντες μάντιες ἀπολύσωσι, ἄλλοι πάρεισι μάντιες καὶ μάλα ἄλλοι· ἢν ὦν οἱ πλεῦνες τὸν ἄνθρωπον ἀπολύσωσι, δέδοκται τοῖσι πρώτοισι τῶν μαντίων αὐτοῖσι ἀπόλλυσθαι. [4.69.1] ἀπολλύουσι δῆτα αὐτοὺς τρόπῳ τοιῷδε· ἐπεὰν ἅμαξαν φρυγάνων πλήσωσι καὶ ὑποζεύξωσι βοῦς, ἐμποδίσαντες τοὺς μάντιας καὶ χεῖρας ὀπίσω δήσαντες καὶ στομώσαντες κατεργνῦσι ἐς μέσα τὰ φρύγανα, ὑποπρήσαντες δὲ αὐτὰ ἀπιεῖσι φοβήσαντες τοὺς βοῦς. [4.69.2] πολλοὶ μὲν δὴ συγκατακαίονται τοῖσι μάντισι βόες, πολλοὶ δὲ περικεκαυμένοι ἀποφεύγουσι, ἐπεὰν αὐτῶν ὁ ῥυμὸς κατακαυθῇ. κατακαίουσι δὲ τρόπῳ τῷ εἰρημένῳ καὶ δι᾽ ἄλλας αἰτίας τοὺς μάντις, ψευδομάντιας καλέοντες. [4.69.3] τοὺς δ᾽ ἂν ἀποκτείνῃ βασιλεύς, τούτων οὐδὲ τοὺς παῖδας λείπει, ἀλλὰ πάντα τὰ ἔρσενα κτείνει, τὰ δὲ θήλεα οὐκ ἀδικέει.

[4.63.1] Αυτές λοιπόν είναι οι καθιερωμένες θυσίες τους· τους χοίρους δεν έχουν τί να τους κάνουν, ούτε τρέφουν χοίρους στη χώρα τους — ούτε να τους δουν στα μάτια τους!
[4.64.1] Τώρα, τα πολεμικά τους έθιμα διαμορφώθηκαν με τον εξής τρόπο: όταν Σκύθης πολεμιστής σκοτώσει τον πρώτο εχθρό, ρουφά το αίμα του· κι όσους σκοτώσει στη μάχη, αυτουνών τα κεφάλια τα παραδίνει στο βασιλιά· γιατί, αν παραδώσει κεφάλι εχθρού, παίρνει μερίδιο από τα λάφυρα που θα πέσουν στα χέρια τους, αν όμως δεν παραδώσει, δεν παίρνει· [4.64.2] τα κεφάλια αυτά τα γδέρνουν με τον εξής τρόπο· τα κόβουν ένα γύρο στο ύψος των αυτιών, πιάνουν απ᾽ τα μαλλιά το πάνω μέρος και το τραβάν προς τα έξω· ύστερα καθαρίζουν το δέρμα από τις σάρκες με παγίδι βοδιού, το δουλεύουν με τα χέρια τους, κι αφού έτσι το κάνουν μαλακό, το έχουν για πετσέτα, και το βάζουν να κρέμεται απ᾽ τα χαλινάρια του αλόγου που ο καθένας τους καβαλικεύει, κι αγάλλεται η ψυχή του· γιατί όποιος έχει τις περισσότερες τέτοιες πετσέτες, αυτός κρίνεται πρώτο παλικάρι. [4.64.3] Και πολλοί από τα δέρματα των εχθρών κάνουν και πανωφόρια και τα φορούν, ράβοντάς τα το ένα με το άλλο, σαν κάπες· και πολλοί γδέρνουν το δεξί χέρι του σκοτωμένου εχθρού και παίρνουν το δέρμα μαζί με τα νύχια του κι ύστερα το κάνουν κάλυμμα της φαρέτρας τους· και τ᾽ ανθρώπινο δέρμα το ᾽βλεπες παχύ κι αστραφτερό, πιο αστραφτερό σχεδόν από κάθε άλλο δέρμα, γιατί είναι άσπρο. [4.64.4] Μάλιστα, πολλοί γδέρνουν ολόκληρο το σώμα του εχθρού, και, κρατώντας το δέρμα του τεντωμένο σε ξύλα, το ανεμίζουν πέρα δώθε πάνω απ᾽ τ᾽ άλογό τους.
[4.65.1] Αυτά λοιπόν συνηθίζουν να κάνουν με τα πτώματα των εχθρών τους· τώρα, με τα κεφάλια, πάντως όχι όλων, αλλά των πιο μισημένων, κάνουν τα εξής: ο καθένας τους αποχωρίζει με πριόνι το κρανίο από το κάτω απ᾽ τα φρύδια μέρος του κεφαλιού και το καθαρίζει καλά· κι αν είναι φτωχός, ετούτος το ντύνει γύρω γύρω με τομάρι βοδιού, όλο κι όλο, και το μεταχειρίζεται όπως είναι· αν όμως είναι πλούσιος, το ντύνει βέβαια γύρω γύρω με τομάρι βοδιού, αλλά κι επιχρυσώνει το εσωτερικό του, κι έτσι το μεταχειρίζεται για ποτήρι. [4.65.2] Το ίδιο κάνουν και με τα κεφάλια συγγενών τους, αν τους χωρίσει έχθρα κι ο βασιλιάς τούς δώσει δίκιο. Κι όταν έρθουν ξένοι στο σπίτι τους, που τους θεωρούν σπουδαίους, βγάζουν και κάνουν επίδειξη αυτών των κεφαλιών, κι αρχίζουν να λένε πως είναι από συγγενείς τους που όμως τους πολέμησαν, αλλά αυτοί τους νίκησαν — το ᾽χουν για ανδραγάθημα!
[4.66.1] Ο κάθε διοικητής περιφέρειας μια φορά το χρόνο στην επικράτειά του ανακατεύει κρασί με νερό μέσα σε κρατήρα, απ᾽ τον οποίο πίνουν όσοι Σκύθες έχουν σκοτώσει εχθρό· όμως εκείνοι που δεν το κατόρθωσαν αυτό, δε χαίρονται το κρασί αυτό, αλλά καταφρονεμένοι μένουν παράμερα — ντροπή πιο μεγάλη δεν υπάρχει γι᾽ αυτούς· κι όσοι απ᾽ τους πολεμιστές έχουν σκοτώσει πάρα πολλούς εχθρούς, αυτοί κρατούν από δυο ποτήρια και πίνουν κι απ᾽ το ένα κι απ᾽ το άλλο μαζί.
[4.67.1] Οι μάντεις των Σκυθών είναι πολλοί, που βγάζουν τις μαντείες τους από πολλές βέργες ιτιάς με τον εξής τρόπο: κουβαλούν μεγάλα δεμάτια με βέργες, τα βάζουν χάμω κι απλώνουν τις βέργες στη σειρά, και, καθώς μια μια τις τοποθετούν, απαγγέλνουν τις προφητείες τους· και λέγοντάς τες συγκεντρώνουν ξανά σε δέσμη τις βέργες κι έπειτα πάλι τις τοποθετούν στη σειρά μια μια. [4.67.2] Αυτός λοιπόν είναι ο πατροπαράδοτος τρόπος της μαντικής τους, όμως οι Εναρείς, που γυναικοφέρνουν, λένε πως η Αφροδίτη είναι που τους έδωσε τη μαντική· γι᾽ αυτό βγάζουν τις μαντείες τους με φλούδα φλαμουριάς· σχίζουν τη φλούδα της φλαμουριάς στα τρία, την πλέκουν μέσ᾽ από τα δάχτυλά τους σε πλεξίδα, κι ύστερα την ξεπλέκουν, και τότε λένε τους χρησμούς τους.
[4.68.1] Κι όταν πέσει άρρωστος ο βασιλιάς των Σκυθών, στέλνει να καλέσουν τρεις, τους πιο ονομαστούς, από τους μάντεις που βγάζουν τις μαντείες με τον τρόπο που είπαμε· κι η συνηθισμένη απάντησή τους είναι η εξής, ότι πάτησε τον όρκο του στη βασιλική εστία ο δείνα κι ο δείνα, αναφέροντας κάποιον από τους πολίτες, όποιον τέλος πάντων αναφέρουν [4.68.2] (κι είναι έθιμο των Σκυθών πολύ σεβαστό, όταν θέλουν να δώσουν τον πιο μεγάλο όρκο, να ορκίζονται στη βασιλική εστία). Κι αμέσως σέρνουν δεμένο χεροπόδαρα αυτόν που θα ισχυριστούν ότι πάτησε τον όρκο, όποιος και να ᾽ναι. Και μόλις φτάνει, τον καθίζουν στο σκαμνί οι μάντεις, πως η μαντική τους τον αποκάλυψε να έχει πατήσει τον όρκο του στις βασιλικές εστίες, κι αυτός είναι ο λόγος που υποφέρει ο βασιλιάς· κι αυτός ν᾽ αρνιέται πως όχι, δεν πάτησε τον όρκο, και να διαρρηγνύει τα ιμάτιά του. [4.68.3] Καθώς αυτός αρνιέται, ο βασιλιάς στέλνει και καλούν άλλους, διπλάσιους μάντεις· στην περίπτωση λοιπόν που κι αυτοί, εξασκώντας τη μαντική τους, τον καταδικάσουν για επιορκία, του κόβουν το κεφάλι αμέσως και διαμοιράζονται μεταξύ τους με κλήρο την περιουσία του οι μάντεις που τον έκριναν πρώτοι· [4.68.4] αν όμως οι δεύτεροι μάντεις τον αθωώσουν, τότε έρχονται άλλοι μάντεις, κι άλλοι, κι άλλοι· λοιπόν, αν οι περισσότεροι τον αθωώσουν, ο νόμος λέει να σκοτώσουν τους πρώτους μάντεις.
[4.69.1] Και νά λοιπόν με ποιό τρόπο τούς σκοτώνουν· φορτώνουν ώς απάνω μια άμαξα με φρύγανα, βάζουν τα βόδια στο ζυγό, κι ύστερα τους μάντεις, με πεδικλωμένα τα πόδια, τα χέρια δεμένα πίσω και φιμωμένους, τους στριμώχνουν μες στα φρύγανα, που τα βάζουν φωτιά από κάτω, κι ύστερα ξιπάζουν τα βόδια και τα βάζουν να τρέχουν. [4.69.2] Λοιπόν πολλά βόδια καίονται μαζί με τους μάντεις και πολλά γλιτώνουν μισοκαμένα, όταν καεί το τιμόνι του ζυγού του αμαξιού τους. Με τον τρόπο που είπαμε τους καίνε και για άλλες αιτίες, και τους φωνάζουν ψευτομάντεις. [4.69.3] Κι όποιους σκοτώνει ο βασιλιάς, ετούτων ούτε τ᾽ αγόρια τους τ᾽ αφήνει, αλλά σκοτώνει όλα τ᾽ αρσενικά παιδιά τους, όμως στα θηλυκά δεν κάνει κακό.