Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΗΡΟΔΟΤΟΣ

Ἱστορίαι (4.51.1-4.58.1)

[4.51.1] Εἷς μὲν δὴ τῶν ποταμῶν τοῖσι Σκύθῃσί ἐστι ὁ Ἴστρος, μετὰ δὲ τοῦτον Τύρης, ὃς ἀπὸ βορέω μὲν ἀνέμου ὁρμᾶται, ἄρχεται δὲ ῥέων ἐκ λίμνης μεγάλης ἣ οὐρίζει τήν τε Σκυθικὴν καὶ τὴν Νευρίδα γῆν. ἐπὶ δὲ τῷ στόματι αὐτοῦ κατοίκηνται Ἕλληνες, οἳ Τυρῖται καλέονται. [4.52.1] τρίτος δὲ Ὕπανις ποταμὸς ὁρμᾶται μὲν ἐκ τῆς Σκυθικῆς, ῥέει δὲ ἐκ λίμνης μεγάλης τὴν πέριξ νέμονται ἵπποι ἄγριοι λευκοί. καλέεται δὲ ἡ λίμνη αὕτη ὀρθῶς μήτηρ Ὑπάνιος. [4.52.2] ἐκ ταύτης ὦν ἀνατέλλων ὁ Ὕπανις ποταμὸς ῥέει ἐπὶ μὲν πέντε ἡμερέων πλόον βραχὺς καὶ γλυκύς ἐστι, ἀπὸ δὲ τούτου πρὸς θαλάσσης τεσσέρων ἡμερέων πλόον πικρὸς αἰνῶς. [4.52.3] ἐκδιδοῖ γὰρ ἐς αὐτὸν κρήνη πικρή, οὕτω δή τι ἐοῦσα πικρή, ἣ μεγάθεϊ σμικρὴ ἐοῦσα κιρνᾷ τὸν Ὕπανιν, ἐόντα ποταμὸν ἐν ὀλίγοισι μέγαν. ἔστι δὲ ἡ κρήνη αὕτη ἐν οὔροισι χώρης τῆς τε ἀροτήρων Σκυθέων καὶ Ἀλιζώνων· οὔνομα δὲ τῇ κρήνῃ καὶ ὅθεν ῥέει τῷ χώρῳ Σκυθιστὶ μὲν Ἐξαμπαῖος, κατὰ δὲ τὴν Ἑλλήνων γλῶσσαν Ἱραὶ Ὁδοί. [4.52.4] συνάγουσι δὲ τὰ τέρματα ὅ τε Τύρης καὶ ὁ Ὕπανις κατὰ Ἀλιζῶνας· τὸ δὲ ἀπὸ τούτου ἀποστρέψας ἑκάτερος ῥέει εὐρύνων τὸ μέσον. [4.53.1] τέταρτος δὲ Βορυσθένης ποταμός, ὅς ἐστι μέγιστός τε μετὰ Ἴστρον τούτων καὶ πολυαρκέστατος κατὰ γνώμας τὰς ἡμετέρας οὔτι μοῦνον τῶν Σκυθικῶν ποταμῶν ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων, πλὴν Νείλου τοῦ Αἰγυπτίου· τούτῳ γὰρ οὐκ οἷά τέ ἐστι συμβαλεῖν ἄλλον ποταμόν· [4.53.2] τῶν δὲ λοιπῶν Βορυσθένης ἐστὶ πολυαρκέστατος, ὃς νομάς τε καλλίστας καὶ εὐκομιδεστάτας κτήνεσι παρέχεται ἰχθῦς τε ἀρίστους διακριδὸν καὶ πλείστους, πίνεσθαί τε ἥδιστός ἐστι, ῥέει τε καθαρὸς παρὰ θολεροῖσι, σπόρος τε παρ᾽ αὐτὸν ἄριστος γίνεται, ποίη τε, τῇ οὐ σπείρεται ἡ χώρη, βαθυτάτη. [4.53.3] ἅλες τε ἐπὶ τῷ στόματι αὐτοῦ αὐτόματοι πήγνυνται ἄπλετοι. κήτεά τε μεγάλα ἀνάκανθα, τὰ ἀντακαίους καλέουσι, παρέχεται ἐς ταρίχευσιν, ἄλλα τε πολλὰ θωμάσαι ἄξια. [4.53.4] μέχρι μέν νυν Γέρρου χώρου, ἐς τὸν τεσσεράκοντα ἡμερέων πλόος ἐστί, γινώσκεται ῥέων ἀπὸ βορέω ἀνέμου, τὸ δὲ κατύπερθε δι᾽ ὧν ῥέει ἀνθρώπων οὐδεὶς ἔχει φράσαι· φαίνεται δὲ ῥέων δι᾽ ἐρήμου ἐς τῶν γεωργῶν Σκυθέων τὴν χώρην· οὗτοι γὰρ οἱ Σκύθαι παρ᾽ αὐτὸν ἐπὶ δέκα ἡμερέων πλόον νέμονται. [4.53.5] μούνου δὲ τούτου τοῦ ποταμοῦ καὶ Νείλου οὐκ ἔχω φράσαι τὰς πηγάς, δοκέω δέ, οὐδὲ οὐδεὶς Ἑλλήνων. ἀγχοῦ τε δὴ θαλάσσης ὁ Βορυσθένης ῥέων γίνεται καί οἱ συμμίσγεται ὁ Ὕπανις ἐς τὠυτὸ ἕλος ἐκδιδούς. [4.53.6] τὸ δὲ μεταξὺ τῶν ποταμῶν τούτων ἐὸν ἔμβολον τῆς χώρης Ἱππόλεω ἄκρη καλέεται, ἐν δὲ αὐτῷ ἱρὸν Δήμητρος ἐνίδρυται· πέρην δὲ τοῦ ἱροῦ ἐπὶ τῷ Ὑπάνι Βορυσθενεῗται κατοίκηνται. [4.54.1] ταῦτα μὲν τὰ ἀπὸ τούτων τῶν ποταμῶν, μετὰ δὲ τούτους πέμπτος ποταμὸς ἄλλος τῷ οὔνομα Παντικάπης· ῥέει μὲν καὶ οὗτος ἀπὸ βορέω τε καὶ ἐκ λίμνης, καὶ τὸ μεταξὺ τούτου τε καὶ τοῦ Βορυσθένεος νέμονται οἱ γεωργοὶ Σκύθαι, ἐκδιδοῖ δὲ ἐς τὴν Ὑλαίην, παραμειψάμενος δὲ ταύτην τῷ Βορυσθένεϊ συμμίσγεται. [4.55.1] ἕκτος δὲ Ὑπάκυρις ποταμός, ὃς ὁρμᾶται μὲν ἐκ λίμνης, διὰ μέσων δὲ τῶν νομάδων Σκυθέων ῥέων ἐκδιδοῖ κατὰ Καρκινῖτιν πόλιν, ἐς δεξιὴν ἀπέργων τήν τε Ὑλαίην καὶ τὸν Ἀχιλλήιον δρόμον καλεόμενον. [4.56.1] ἕβδομος δὲ Γέρρος ποταμὸς ἀπέσχισται μὲν ἀπὸ τοῦ Βορυσθένεος κατὰ τοῦτο τῆς χώρης ἐς ὃ γινώσκεται ὁ Βορυσθένης. ἀπέσχισται μέν νυν ἐκ τούτου τοῦ χώρου, οὔνομα δὲ ἔχει τό περ ὁ χῶρος αὐτός, Γέρρος, ῥέων δὲ ἐς θάλασσαν οὐρίζει τήν τε τῶν νομάδων χώρην καὶ τὴν τῶν βασιληίων Σκυθέων, ἐκδιδοῖ δὲ ἐς τὸν Ὑπάκυριν. [4.57.1] ὄγδοος δὲ δὴ Τάναϊς ποταμός, ὃς ῥέει τἀνέκαθεν ἐκ λίμνης μεγάλης ὁρμώμενος, ἐκδιδοῖ δὲ ἐς μέζω ἔτι λίμνην καλεομένην Μαιῆτιν, ἣ οὐρίζει Σκύθας τε τοὺς βασιληίους καὶ Σαυρομάτας. ἐς δὲ Τάναϊν τοῦτον ἄλλος ποταμὸς ἐσβάλλει τῷ οὔνομά ἐστι Ὕργις. [4.58.1] τοῖσι μὲν δὴ ὀνομαστοῖσι ποταμοῖσι οὕτω δή τι οἱ Σκύθαι ἐσκευάδαται, τοῖσι δὲ κτήνεσι ἡ ποίη ‹ἡ› ἀναφυομένη ἐν τῇ Σκυθικῇ ἐστι ἐπιχολωτάτη πασέων ποιέων τῶν ἡμεῖς ἴδμεν· ἀνοιγομένοισι δὲ τοῖσι κτήνεσι ἔστι σταθμώσασθαι ὅτι τοῦτο οὕτω ἔχει.

[4.51.1] Ο ένας λοιπόν από τους ποταμούς των Σκυθών είναι ο Ίστρος κι ακολουθεί ο Τύρης, που ξεκινά από τον άνεμο του βοριά και πηγάζει από μεγάλη λίμνη που είναι σύνορο ανάμεσα στη Σκυθία και τη χώρα των Νευρών. Και στο στόμιό του έχουν εγκατασταθεί Έλληνες που λέγονται Τυρίτες.
[4.52.1] Τρίτος ποταμός ο Ύπανης· ξεκινά από τη Σκυθία και πηγάζει από λίμνη μεγάλη, που η περιοχή της ένα γύρο είναι βοσκοτόπι άγριων άσπρων αλόγων· και πετυχημένα ονομάτισαν αυτή τη λίμνη Μάνα του Ύπανη. [4.52.2] Απ᾽ αυτήν λοιπόν αναβλύζοντας ο ποταμός Ύπανης κυλά σε απόσταση που θέλει ταξίδι πέντε ημερών με πλοίο ρηχός κι ακόμα με γλυκό νερό· αποκεί και πέρα όμως, κι ενώ θέλει ακόμα για τη θάλασσα ταξίδι με πλοίο τεσσάρων ημερών, τα νερά του πικρίζουν φοβερά. [4.52.3] Γιατί χύνει σ᾽ αυτόν τα νερά της μια πηγή πικρή, μα τόση πικρή, που, αν και μικρή, αλλάζει τη γεύση των νερών του Ύπανη, που λίγα ποτάμια είναι σαν κι αυτόν μεγάλα. Και η πηγή αυτή βρίσκεται στα σύνορα της χώρας των γεωργών Σκυθών και των Αλιζώνων· η πηγή αυτή, όπως και η περιοχή απ᾽ όπου πηγάζουν τα νερά της, στη σκυθική γλώσσα έχει το όνομα Εξαμπαίος — στη γλώσσα των Ελλήνων Ιερά οδός. [4.52.4] Ο Τύρης και ο Ύπανης φέρνουν τις κοίτες τους τη μια κοντά στην άλλη στη χώρα των Αλιζώνων, αλλά αποκεί και πέρα ο καθένας συνεχίζει τη ροή του προς διαφορετική κατεύθυνση, κι έτσι πλαταίνει ο ενδιάμεσος χώρος.
[4.53.1] Τέταρτος τώρα ποταμός ο Βορυσθένης που είναι, ύστερ᾽ από τον Ίστρο, ο μεγαλύτερος απ᾽ αυτούς, και που, κατά τη γνώμη μας, συντρέχει τον άνθρωπο στις ανάγκες του περισσότερο από κάθε άλλον ποταμό, όχι μόνο της Σκυθίας, αλλά κι απ᾽ όλους τους άλλους, εκτός από το Νείλο της Αιγύπτου· γιατί δεν υπάρχει ποταμός στον κόσμο που μπορεί να συγκριθεί με το Νείλο· [4.53.2] από τους υπόλοιπους όμως ο Βορυσθένης είναι που συντρέχει περισσότερο τον άνθρωπο σ᾽ όλα τα πάντα, καθώς χαρίζει για τα κοπάδια τα πιο ωραία και τα πιο βολικά βοσκοτόπια, και ψάρια τα πρώτα, ασυναγώνιστα, και πάρα πολλά, και το νερό του είναι να το πίνεις και να ευφραίνεται η ψυχή σου· κυλά τα νερά του ολοκάθαρα δίπλα σε ποταμούς θολούς· κοντά στις όχθες του βγαίνουν τα καλύτερα γεννήματα και, όση γη μένει άσπαρτη, βγάζει χλόη, την πιο πυκνή. [4.53.3] Και στις εκβολές του πήζουν από μόνοι τους σβόλοι αλατιού αμέτρητοι. Και δίνει τεράστια ψάρια χωρίς αγκάθια, που τα λένε αντακαίους, για να τα κάνουν παστά, κι άλλα πολλά αξιοθαύμαστα. [4.53.4] Λοιπόν, ώς την περιοχή Γέρρος, όπου φτάνεις ύστερ᾽ από ταξίδι με πλοίο σαράντα ημερών, είναι γνωστό πως το ρέμα του έρχεται απ᾽ τη μεριά του ανέμου του βοριά, από εκεί και πέρα όμως κανένας δεν ξέρει να πει ποιών ανθρώπων τις χώρες διασχίζει· υποθέτουμε πως κυλά διασχίζοντας έρημη περιοχή κι ύστερα φτάνει στη χώρα των γεωργών Σκυθών· γιατί οι Σκύθες αυτοί ζουν στις όχθες ενός τμήματός του που το μήκος του είναι δέκα ημερών ταξίδι με πλοίο. [4.53.5] Και μόνο για τις πηγές αυτουνού του ποταμού, όπως και του Νείλου, δεν μπορώ να κάνω λόγο, ούτε, νομίζω, κανένας άλλος Έλληνας. Και, καθώς ο Βορυσθένης κυλώντας το ρέμα του πλησιάζει στη θάλασσα, ενώνεται μ᾽ αυτόν ο Ύπανης και χύνεται στο ίδιο μ᾽ αυτόν βαλτοτόπι. [4.53.6] Και το κομμάτι της στεριάς που είναι ανάμεσά τους προχωρά στη θάλασσα, σα γλώσσα, κι ονομάζεται ακρωτήριο του Ιππολάου και σ᾽ αυτό έχει ιδρυθεί ναός της Δήμητρας· και πέρ᾽ από το ναό, στις όχθες του Ύπανη, έχουν χτίσει την πόλη τους οι Βορυσθενίτες. Αυτά είχα να πω για τούτα τα ποτάμια.
[4.54.1] Άλλος ποταμός μετά απ᾽ αυτούς, πέμπτος στη σειρά, που έχει τ᾽ όνομα Παντικάπης· κι αυτός κυλά απ᾽ το βοριά και πηγάζει από λίμνη· στην περιοχή ανάμεσα σ᾽ αυτόν και τον Βορυσθένη ζουν οι γεωργοί Σκύθες· διασχίζει την Υλαία, κι αφού την προσπεράσει, έρχεται και γίνεται ένα με τον Βορυσθένη.
[4.55.1] Έκτος ποταμός ο Υπάκυρης, που έχει τις πηγές του σε μια λίμνη, και, διασχίζοντας με το ρέμα του τη χώρα των νομάδων Σκυθών, χύνεται στη θάλασσα, στην περιοχή της πόλης Καρκινίτιδας, αποκόβοντας τη χώρα αυτή από την Υλαία κι από τον λεγόμενο Αχίλλειο δρόμο, που πέφτουν δεξιότερα.
[4.56.1] Έβδομος ποταμός ο Γέρρος· έχει ξεκόψει από τον Βορυσθένη σ᾽ εκείνη την περιοχή, όπου αρχίζει να γίνεται γνωστός ο Βορυσθένης· λοιπόν, ακολουθώντας δικό του δρόμο αποκεί και πέρα, έχει πάρει τ᾽ όνομα του τόπου, του Γέρρου, και, καθώς κυλά προς τη θάλασσα, χωρίζει τη χώρα των νομάδων απ᾽ τη χώρα των βασιλικών Σκυθών, και χύνεται στον Υπάκυρη.
[4.57.1] Όγδοος ποταμός τέλος είναι ο Τάναης, που κυλά από ψηλά πηγάζοντας από λίμνη μεγάλη και χύνεται σε λίμνη ακόμα μεγαλύτερη, που ονομάζεται Μαιήτιδα· αυτή είναι σύνορο ανάμεσα στους βασιλικούς Σκύθες και τους Σαυρομάτες. Και σ᾽ ετούτον τον Τάναη χύνει τα νερά του άλλος ποταμός, που έχει το όνομα Ύργης.
[4.58.1] Λοιπόν, έτσι έχει ευεργετηθεί η χώρα των Σκυθών μ᾽ αυτά τα ξακουστά ποτάμια· και για τα ζώα τους, η χλόη που βγάζει η Σκυθία είναι αυτή που τρέφει τη χολή περισσότερο από κάθε άλλη χλόη, απ᾽ όσες γνωρίζουμε· κι ότι αυτή είναι η αλήθεια, μπορεί να το διαπιστώσει κανείς ανοίγοντας τα σπλάχνα των ζώων τους.