Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΜΟΥΣΑΙΟΣ

Τὰ καθ' Ἡρὼ καὶ Λέναδρον (232-271)


Ἤδη κυανόπεπλος ἀνέδραμε νυκτὸς ὀμίχλη
ἀνδράσιν ὕπνον ἄγουσα καὶ οὐ ποθέοντι Λεάνδρῳ.
ἀλλὰ πολυφλοίσβοιο παρ᾽ ἠιόνεσσι θαλάσσης
235 ἀγγελίην ἀνέμιμνε φαεινομένων ὑμεναίων
μαρτυρίην λύχνοιο πολυκλαύτοιο δοκεύων,
εὐνῆς δὲ κρυφίης τηλεσκόπον ἀγγελιώτην.
ὡς δ᾽ ἴδε κυανέης λιποφεγγέα νυκτὸς ὀμίχλην
Ἡρώ, λύχνον ἔφαινεν. ἀναπτομένοιο δὲ λύχνου
240 θυμὸν Ἔρως ἔφλεξεν ἐπειγομένοιο Λεάνδρου.
λύχνῳ καιομένῳ συνεκαίετο. πὰρ δὲ θαλάσσῃ
μαινομένων ῥοθίων πολυηχέα βόμβον ἀκούων
ἔτρεμε μὲν τὸ πρῶτον, ἔπειτα δὲ θάρσος ἀείρας
τοίοις οἱ προσέλεκτο παρηγορέων φρένα μύθοις·
245«Δεινὸς Ἔρως καὶ πόντος ἀμείλιχος· ἀλλὰ θαλάσσης
ἔστιν ὕδωρ, τὸ δ᾽ Ἔρωτος ἐμὲ φλέγει ἐνδόμυχον πῦρ.
ἅζεο πῦρ, κραδίη, μὴ δείδιθι νήχυτον ὕδωρ.
δεῦρό μοι εἰς φιλότητα. τί δὴ ῥοθίων ἀλεγίζεις;
ἀγνώσσεις, ὅτι Κύπρις ἀπόσπορός ἐστι θαλάσσης;
250 καὶ κρατέει πόντοιο καὶ ἡμετέρων ὀδυνάων.»
Ὣς εἰπὼν μελέων ἐρατῶν ἀπεδύσατο πέπλα
ἀμφοτέραις παλάμῃσιν, ἑῷ δ᾽ ἔσφιγξε καρήνῳ,
ἠιόνος δ᾽ ἐξῶρτο, δέμας δ᾽ ἔρριψε θαλάσσῃ.
λαμπομένου δ᾽ ἔσπευδεν ἀεὶ κατεναντία λύχνου
255 αὐτὸς ἐὼν ἐρέτης, αὐτόστολος, αὐτόματος νηῦς.
Ἡρὼ δ᾽ ἠλιβάτοιο φαεσφόρος ὑψόθι πύργου,
λεπταλέαις αὔρῃσιν ὅθεν πνεύσειεν ἀήτης,
φάρεϊ πολλάκι λύχνον ἐπέσκεπεν, εἰσόκε Σηστοῦ
πολλὰ καμὼν Λείανδρος ἔβη ποτὶ ναύλοχον ἀκτήν.
260 καί μιν ἑὸν ποτὶ πύργον ἀνήγαγεν. ἐκ δὲ θυράων
νυμφίον ἀσθμαίνοντα περιπτύξασα σιωπῇ
ἀφροκόμους ῥαθάμιγγας ἔτι στάζοντα θαλάσσης
ἤγαγε νυμφοκόμοιο μυχοὺς ἔπι παρθενεῶνος
καὶ χρόα πάντα κάθηρε. δέμας δ᾽ ἔχρισεν ἐλαίῳ
265 εὐόδμῳ ῥοδέῳ καὶ ἁλίπνοον ἔσβεσεν ὀδμήν.
εἰσέτι δ᾽ ἀσθμαίνοντα βαθυστρώτοις ἐνὶ λέκτροις
νυμφίον ἀμφιχυθεῖσα φιλήτορας ἴαχε μύθους·
«Νυμφίε, πολλὰ μόγησας, ἃ μὴ πάθε νυμφίος ἄλλος,
νυμφίε, πολλὰ μόγησας· ἅλις νύ τοι ἁλμυρὸν ὕδωρ
270 ὀδμή τ᾽ ἰχθυόεσσα βαρυγδούποιο θαλάσσης.
δεῦρο τεοὺς ἱδρῶτας ἐμοῖς ἐνικάτθεο κόλποις.»


Τώρα ξαπλώθη της νυκτός το σύμπυκνο σκοτάδι
κι ύπνο στον κόσμον έφερε, μόν᾽ όχι του Λεάνδρου.
Αυτός μπροστά στην θάλασσα την πολυκυματούσα
235επρόσμενε το μήνυμα του γάμου του να φέξει,
του λύχνου, του κακόλυχνου την μαρτυριά εκαρτέρα
και της κρυφής του παντρειάς τον καλεστή από πέρα!
Ότ᾽ είδε το λιγόφεγγο σκοτείνιασμα της νύκτας,
τον λύχνον άναψε η Ηρώ και στ᾽ άναμμα του λύχνου
240έφλεξ᾽ ο Έρως την καρδιά του ακράτητου Λεάνδρου.
Έκαιγε ο λύχνος και μαζί κι ο Λέανδρος σωκαίτον.
Στο παραγιάλι άμ᾽ άκουσε την λύσσα των κυμάτων
έτρεμε πρώτα, ερίγησε, μα ᾽πειτα θάρρος πήρε
κι έλεγε της καρδούλας του και την παραμυθούσε.
245«Είναι κι η αγάπη φοβερή κι η θάλασσα τρομάρα·
μόν᾽ είν᾽ η θάλασσα νερό κι είναι φωτιά η αγάπη!
Πάρε, καρδιά μου, την φωτιά και το νερό μην τρέμεις·
έλα να πάμε στην Ηρώ· τί κύματα ξανοίγεις;
Δεν ξέρεις πως η θεά Αφρώ θαλασσογέννητη είναι
250και κυβερνάει τα κύματα και τους δικούς μας πόνους;»
Είπε κι εγδύθη τα λινά από τ᾽ ακριβά του μέλη·
κι αφού με τα δυο χέρια του τα σφίγγει στο κεφάλι,
πήδησε και στην θάλασσα πέταξε το κορμί του·
κι εκεί που ο λύχνος έλαμπεν, ολόισ᾽ αυτός τραβούσεν
255αυτός κουπί, αυτός πανί, αυτός ταχύ καράβι!
Η Ηρώ στον πύργον έστεκε ψηλά φωτοβαστούσα,
και οπόθε αγέρας έπαιρνε κι αγέρας εφυσούσε,
με την ποδιά συχνόσκεπε τον λύχνο, ώσπου στον μώλο
με τα πολλά τα βάσανα ο Λέανδρος εβγήκε.
260Στον πύργο τον ανέβασε κι ευθύς από την πόρτα
τον άνδρα της αγκάλιασε χωρίς να του μιλήσει.
Και σαν ακόμ᾽ αφρόσταζε και σαν αγκομαχούσε,
τον πήγε μες στο νυφικό παρθενοθάλαμό της·
και το κορμί του το ᾽λουσε και μοσχομύρισέ τον
265με λάδι, με ροδόλαδο και του ᾽σβησε την άρμη.
Ακόμ᾽ ανάσαινε, κι αυτή μες στα βαθιά στρωσίδια
στο ταίρι της εχύθηκε και του περιλαλούσε·
«Ανδρούλη μου, είδες κι έπαθες όσα δεν έπαθ᾽ άλλος.
Ανδρούλη μου, είδες κι έπαθες· σε φθάνει πια η αρμύρα,
270σε φτάνει η ψαρομυρωδιά της θάλασσας της μαύρης.
Εμπρός, τον ίδρο σου άφησε μες στους δικούς μου κόρφους».