Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Ἀντιγόνη (801-838)


ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟΝ


ΧΟ. νῦν δ᾽ ἤδη ᾽γὼ καὐτὸς θεσμῶν
ἔξω φέρομαι τάδ᾽ ὁρῶν, ἴσχειν δ᾽
οὐκέτι πηγὰς δύναμαι δακρύων,
τὸν παγκοίταν ὅθ᾽ ὁρῶ θάλαμον
805τήνδ᾽ Ἀντιγόνην ἀνύτουσαν.

ΑΝ. ὁρᾶτ᾽ ἔμ᾽, ὦ γᾶς πατρίας πολῖται, [στρ. α]
τὰν νεάταν ὁδὸν
στείχουσαν, νέατον δὲ φέγ-
γος λεύσσουσαν ἀελίου,
810κοὔποτ᾽ αὖθις· ἀλλά μ᾽ ὁ παγ-
κοίτας Ἅιδας ζῶσαν ἄγει
τὰν Ἀχέροντος
ἀκτάν, οὔθ᾽ ὑμεναίων
ἔγκληρον, οὔτ᾽ ἐπὶ νυμ-
815φείοις πώ μέ τις ὕμνος ὕ-
μνησεν, ἀλλ᾽ Ἀχέροντι νυμφεύσω.

ΧΟ. οὐκοῦν κλεινὴ καὶ ἔπαινον ἔχουσ᾽
ἐς τόδ᾽ ἀπέρχῃ κεῦθος νεκύων,
οὔτε φθινάσιν πληγεῖσα νόσοις
820οὔτε ξιφέων ἐπίχειρα λαχοῦσ᾽,
ἀλλ᾽ αὐτόνομος ζῶσα μόνη δὴ
θνατῶν Ἀΐδαν καταβήσῃ.

ΑΝ. ἤκουσα δὴ λυγροτάταν ὀλέσθαι [ἀντ. α]
τὰν Φρυγίαν ξέναν
825Ταντάλου Σιπύλῳ πρὸς ἄ-
κρῳ, τὰν κισσὸς ὡς ἀτενὴς
πετραία βλάστα δάμασεν,
καί νιν ὄμβροι τακομέναν,
ὡς φάτις ἀνδρῶν,
830χιών τ᾽ οὐδαμὰ λείπει,
τέγγει δ᾽ ὑπ᾽ ὀφρύσι παγ-
κλαύτοις δειράδας· ᾇ με δαί-
μων ὁμοιοτάταν κατευνάζει.

ΧΟ. ἀλλὰ θεός τοι καὶ θεογεννής,
835ἡμεῖς δὲ βροτοὶ καὶ θνατογενεῖς.
καίτοι φθιμένᾳ μέγα κἀκοῦσαι
τοῖς ἰσοθέοις σύγκληρα λαχεῖν
ζῶσαν καὶ ἔπειτα θανοῦσαν.


ΤΕΤΑΡΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ


ΚΟΜΜΟΣ
ΧΟΡ. Τώρα πια κι εγώ έξω από τους νόμους
βγαίνω βλέποντας αυτά, και δε μπορώ
των δακρύων μου τις πηγές να σταματήσω,
όταν βλέπω να τραβά στον παντοδέχτη
θάλαμον αυτή την Αντιγόνη.

ΑΝΤ. Μα βλέπετε, πολίτες της πατρικής μας γης,
που το στερνό μου δρόμο
βαδίζω και στερνά
του ήλιου το φέγγος βλέπω
810κι όχι ποτέ ξανά·
μα ο πανδέχτης ο Άδης
με στέλνει ζωντανή
στου Χάρου τ᾽ ακρογιάλι
κι απόξενη απ᾽ του γάμου τις τίμιες τις χαρές·
έξω απ᾽ τη νυφικιά μου την κάμαρα ποτέ
νυφιάτικα τραγούδια δε με ύμνησαν, μα εγώ
το Χάρο θενα παντρευτώ.

ΧΟΡ. Μα εσύ όμως ξακουστή και παινεμένη
σ᾽ αυτή πας των πεθαμένων την κρυψώνα
ούτ᾽ από κακό μαράζι χτυπημένη,
820ούτε που να πήες από μαχαίρι,
μ᾽ από μόνη σου το θέλησες και μόνη
από τους θνητούς στον Άδη
ζωντανή θα κατεβείς.

ΑΝΤ. Άκουσα πως με θάνατο χάθηκε θλιβερό
του Τάνταλου από τη Φρυγία η κόρη
πάνω στου Σίπυλου την κορυφή,
που σαν σφιχτοπερίπλεχτος τη δάμασε κισσός
ο βράχος που της βλάστησε
τριγύρω απ᾽ το κορμί·
κι έτσι παραλλαμένη, καθώς λεν,
830βροχές και χιόνια δεν της λείπουνε ποτέ
κι αιώνια κάτω απ᾽ τα φρύδια της κυλά
το δάκρυ και της βρέχει τα λαιμά·
παρόμοια η μοίρα μου μ᾽ αυτής
τέτοιο μου γράφει τέλος.

ΧΟΡ. Μα θεός ήταν εκείνη και θεών γενιά
κι εμείς είμαστε θνητοί και θνητών γέννες·
όμως όνομα μεγάλο θενα βγάλεις
με το θάνατό σου αυτό, πως σου έχει λάχει
όμοιος με τους ισοθέους κλήρος
κι όσο ζούσες και κατόπι πεθαμένη.


ΤΕΤΑΡΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ


(Φέρνουν την Αντιγόνη. Ο Χορός εισέρχεται ακολουθών την πομπήν της Αντιγόνης).
ΧΟΡ. Τώρα κι εγώ πέφτω έξω απ᾽ τους νόμους
μ᾽ αυτά που βλέπω
και δεν μπορώ να σταματήσω τη βρύση τα δάκρυα μου,
αφού στον θάλαμο τον μαύρο που όλοι κείτονται
να προβαίνει θωρώ η Αντιγόνη.

ANT. Δέτε με πολίτες της πατρικής μου χώρας
που τον ύστερο μου δρόμο
περπατώ, και το στερνό φως
βλέπω του ήλιου,
810και ποτέ πια· αλλά με σέρνει ζωντανή ο Άδης που τους παίρνει όλους
στου Αχέροντα τον γιαλό, και ούτε υμέναιους
απόχτησα, ούτε κανένα νυφιάτικο τραγούδι
μου ᾽ψαλαν, παρά τον Αχέροντα θα πάρω άντρα.

ΧΟΡ. Και όμως, παινετή και δοξασμένη
μπαίνεις σ᾽ αυτό το άντρο των νεκρών
χωρίς να λιώσεις από αρρώστια
820ούτ᾽ από ξίφος να πας τιμωρημένη,
παρά ελεύτερη και ζωντανή
μονάχ᾽ εσύ απ᾽ τους θνητούς θα κατεβείς στον Άδη.

ANT. Έχω ακουσμένα για τον πικρό θάνατο που ᾽παθε
η ξένη απ᾽ τη Φρυγία,
του Τάνταλου η κόρη, στου Σίπυλου την κορφή·
αυτήνα, σαν τον κισσό που αιώνια σφίγγει,
ο βράχος γύρω της φύτρωσε και την έζωσε
και τώρα οι βροχές τη λιώνουν
καθώς λέει ο λόγος των ανθρώπων,
830και ποτέ το χιόνι δεν της απολείπει
και κάτω από τα πολυδακρυσμένα φρύδια της βρέχονται τα λαιμά της·
ίδια μ᾽ αυτήν και μένα το ριζικό μου μ᾽ αποκοιμίζει.

ΧΟΡ. Αυτή είναι θεά, και θεογεννημένη
και μεις άνθρωποι θνητών γενιά.
Και όμως, μεγάλο πράμα ακούγεται
να ᾽χει άνθρωπος στον θάνατο την ίδια τύχη
με τους θεούς.


ΤΕΤΑΡΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ


(Έρχεται σιγά η Αντιγόνη με οπλοφόρους)
ΚΟΡ. Μα τώρα κι εγώ σπρώχνομαι
τους νόμους να πατήσω,
και δεν μπορώ, αυτά βλέποντας,
τα δάκρυα να κρατήσω,
όταν θωρώ τη δύστυχη
εδώ, την Αντιγόνη,
στο στρώμα να σιμώνει,
που όλους θα μας δεχτεί!

ΑΝΤ. (σταματά)
Εσείς λοιπόν, θωρείτε με,
πὄχομε μια πατρίδα!
810Πια δεν θα δουν τα μάτια μου
του ήλιου την αχτίδα!
Κι ο Άδης στον Αχέροντα,
στο ρέμα του θανάτου,
στον κόσμον εκεί κάτου,
με σέρνει ζωντανή.
Για μένα δεν ακούστηκαν
νυφιάτικα τραγούδια·
την κεφαλή δεν έραναν
νυφιάτικα λουλούδια.
Τώρα με τον Αχέροντα
τον γάμο μου θα κάμω,
εκεί στον Άδη χάμω,
κάτω στη μαύρη γη!

ΚΟΡ. Γιομάτη δόξα κι έπαινο
με τους νεκρούς πηγαίνεις·
και τέτοια μοίρα ατίμητη
μονάχα εσύ λαχαίνεις,
πως ζωντανή κι ελεύτερη,
820δίχως να σε σκλαβώσουν
ή αρρώστιες να σε λιώσουν,
θα κατεβείς εκεί.

ΑΝΤ. Η πέτρα, καθώς άκουσα,
τριγύρω στη Νιόβη
σαν τον κισσόν εφύτρωσε
και τη ζωή της κόβει·
πάνω στους άσπρους ώμους της
830και βρέχει και χιονίζει,
και πάντα αυτή δακρύζει.
Η μοίρα μου είναι αυτή!

ΚΟΡ. Από θεούς γεννήθηκε
και σα θεά τιμιέται·
αλλ᾽ ο θνητός ο άνθρωπος
από θνητούς γεννιέται.
Κι εσύ με τους ισόθεους
Αν ίδιο κλήρο λάχεις,
δόξα μεγάλη θα ᾽χεις,
στον κόσμο θ᾽ ακουστείς!