Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Οἰδίπους Τύραννος (1223-1296)


ΕΞΟΔΟΣ


ΕΞΑΓΓΕΛΟΣ
ὦ γῆς μέγιστα τῆσδ᾽ ἀεὶ τιμώμενοι,
οἷ᾽ ἔργ᾽ ἀκούσεσθ᾽, οἷα δ᾽ εἰσόψεσθ᾽, ὅσον δ᾽
1225ἀρεῖσθε πένθος, εἴπερ ἐγγενῶς ἔτι
τῶν Λαβδακείων ἐντρέπεσθε δωμάτων.
οἶμαι γὰρ οὔτ᾽ ἂν Ἴστρον οὔτε Φᾶσιν ἂν
νίψαι καθαρμῷ τήνδε τὴν στέγην, ὅσα
κεύθει, τὰ δ᾽ αὐτίκ᾽ ἐς τὸ φῶς φανεῖ κακὰ
1230ἑκόντα κοὐκ ἄκοντα. τῶν δὲ πημονῶν
μάλιστα λυποῦσ᾽ αἳ φανῶσ᾽ αὐθαίρετοι.
ΧΟ. λείπει μὲν οὐδ᾽ ἃ πρόσθεν ᾔδεμεν τὸ μὴ οὐ
βαρύστον᾽ εἶναι· πρὸς δ᾽ ἐκείνοισιν τί φής;
ΕΞ. ὁ μὲν τάχιστος τῶν λόγων εἰπεῖν τε καὶ
1235μαθεῖν, τέθνηκε θεῖον Ἰοκάστης κάρα.
ΧΟ. ὦ δυστάλαινα, πρὸς τίνος ποτ᾽ αἰτίας;
ΕΞ. αὐτὴ πρὸς αὑτῆς. τῶν δὲ πραχθέντων τὰ μὲν
ἄλγιστ᾽ ἄπεστιν· ἡ γὰρ ὄψις οὐ πάρα.
ὅμως δ᾽, ὅσον γε κἀν ἐμοὶ μνήμης ἔνι,
1240πεύσῃ τὰ κείνης ἀθλίας παθήματα.
ὅπως γὰρ ὀργῇ χρωμένη παρῆλθ᾽ ἔσω
θυρῶνος, ἵετ᾽ εὐθὺς ἐς τὰ νυμφικὰ
λέχη, κόμην σπῶσ᾽ ἀμφιδεξίοις ἀκμαῖς·
πύλας δ᾽, ὅπως εἰσῆλθ᾽, ἐπιρράξασ᾽ ἔσω,
1245καλεῖ τὸν ἤδη Λάιον πάλαι νεκρόν,
μνήμην παλαιῶν σπερμάτων ἔχουσ᾽, ὑφ᾽ ὧν
θάνοι μὲν αὐτός, τὴν δὲ τίκτουσαν λίποι
τοῖς οἷσιν αὐτοῦ δύστεκνον παιδουργίαν.
γοᾶτο δ᾽ εὐνάς, ἔνθα δύστηνος διπλοῦς
1250ἐξ ἀνδρὸς ἄνδρα καὶ τέκν᾽ ἐκ τέκνων τέκοι.
χὥπως μὲν ἐκ τῶνδ᾽ οὐκέτ᾽ οἶδ᾽ ἀπόλλυται·
βοῶν γὰρ εἰσέπαισεν Οἰδίπους, ὑφ᾽ οὗ
οὐκ ἦν τὸ κείνης ἐκθεάσασθαι κακόν,
ἀλλ᾽ εἰς ἐκεῖνον περιπολοῦντ᾽ ἐλεύσσομεν.
1255φοίτα γὰρ ἡμᾶς ἔγχος ἐξαιτῶν πορεῖν,
γυναῖκά τ᾽ οὐ γυναῖκα, μητρῴαν δ᾽ ὅπου
κίχοι διπλῆν ἄρουραν οὗ τε καὶ τέκνων.
λυσσῶντι δ᾽ αὐτῷ δαιμόνων δείκνυσί τις·
οὐδεὶς γὰρ ἀνδρῶν, οἳ παρῆμεν ἐγγύθεν.
1260δεινὸν δ᾽ ἀύσας ὡς ὑφηγητοῦ τινος
πύλαις διπλαῖς ἐνήλατ᾽, ἐκ δὲ πυθμένων
ἔκλινε κοῖλα κλῇθρα κἀμπίπτει στέγῃ.
οὗ δὴ κρεμαστὴν τὴν γυναῖκ᾽ εἰσείδομεν,
πλεκταῖς ἐώραις ἐμπεπλεγμένην. ὃ δέ,
1265ὅπως ὁρᾷ νιν, δεινὰ βρυχηθεὶς τάλας,
χαλᾷ κρεμαστὴν ἀρτάνην. ἐπεὶ δὲ γῇ
ἔκειτο τλήμων, δεινὰ δ᾽ ἦν τἀνθένδ᾽ ὁρᾶν.
ἀποσπάσας γὰρ εἱμάτων χρυσηλάτους
περόνας ἀπ᾽ αὐτῆς, αἷσιν ἐξεστέλλετο,
1270ἄρας ἔπαισεν ἄρθρα τῶν αὑτοῦ κύκλων,
αὐδῶν τοιαῦθ᾽, ὁθούνεκ᾽ οὐκ ὄψοιντό νιν
οὔθ᾽ οἷ᾽ ἔπασχεν οὔθ᾽ ὁποῖ᾽ ἔδρα κακά,
ἀλλ᾽ ἐν σκότῳ τὸ λοιπὸν οὓς μὲν οὐκ ἔδει
ὀψοίαθ᾽, οὓς δ᾽ ἔχρῃζεν οὐ γνωσοίατο.
1275τοιαῦτ᾽ ἐφυμνῶν πολλάκις τε κοὐχ ἅπαξ
ἤρασσε περόναις βλέφαρα. φοίνιαι δ᾽ ὁμοῦ
γλῆναι γένει᾽ ἔτεγγον, οὐδ᾽ ἀνίεσαν
φόνου μυδώσας σταγόνας, ἀλλ᾽ ὁμοῦ μέλας
ὄμβρος χάλαζά θ᾽ αἱματοῦσσ᾽ ἐτέγγετο.
1280τάδ᾽ ἐς δυοῖν ἔρρωγεν οὐ μόνου κάρα
ἀλλ᾽ ἀνδρὶ καὶ γυναικὶ συμμιγῆ κακά.
ὁ πρὶν παλαιὸς δ᾽ ὄλβος ἦν πάροιθε μὲν
ὄλβος δικαίως, νῦν δὲ τῇδε θἡμέρᾳ
στεναγμός, ἄτη, θάνατος, αἰσχύνη, κακῶν
1285ὅσ᾽ ἐστὶ πάντων ὀνόματ᾽, οὐδέν ἐστ᾽ ἀπόν.
ΧΟ. νῦν δ᾽ ἔσθ᾽ ὁ τλήμων ἔν τινι σχολῇ κακοῦ;
ΕΞ. βοᾷ διοίγειν κλῇθρα καὶ δηλοῦν τινα
τοῖς πᾶσι Καδμείοισι τὸν πατροκτόνον,
τὸν μητρός, αὐδῶν ἀνόσι᾽ οὐδὲ ῥητά μοι,
1290ὡς ἐκ χθονὸς ῥίψων ἑαυτόν, οὐδ᾽ ἔτι
μενῶν δόμοις ἀραῖος, ὡς ἠράσατο.
ῥώμης γε μέντοι καὶ προηγητοῦ τινος
δεῖται· τὸ γὰρ νόσημα μεῖζον ἢ φέρειν.
δείξει δὲ καὶ σοί. κλῇθρα γὰρ πυλῶν τάδε
1295διοίγεται· θέαμα δ᾽ εἰσόψῃ τάχα
τοιοῦτον οἷον καὶ στυγοῦντ᾽ ἐποικτίσαι.


ΕΞΟΔΟΣ


ΕΞΑΓΓΕΛΟΣ
Ω χιλιοτιμημένες κεφαλές
αυτής της χώρας,
τί πρόκειται ν᾽ ακούσετε
και τί θα δείτε,
τί πένθος θα σηκώσετε στους ώμους σας,
αν συμπονάτε την πατρίδα σας
κι αν αγαπάτε το παλάτι του Λαβδάκου.
Θαρρώ κανένας ποταμός
ούτε κι ο Ίστρος ούτε κι ο Φάσις
δε θα μπορέσουν να ξεπλύνουν
με καθαρτήριον ύδωρ
τη στέγη αυτή
κι όσα δεινά σκεπάζει·
ούτε κι αυτά που μόλις τώρα
θα φανούν στο φως της μέρας·
1230πράξεις συνειδητές, εκούσιες
κι όχι συμβάντα συμπτωματικά.
Μας θλίβουν πιο πολύ τα πάθη
που τα προξένησαν επιλογές συνειδητές.
ΧΟΡ. Δε λείπει τίποτα
απ᾽ όσα ξέρουμε
για να συμπληρωθεί με στεναγμούς
της συμφοράς ο κύκλος.
Τί περισσεύει να μας πει ακόμη;
ΕΞΑ. Αν βιάζεστε να μάθετε
με συντομία θα το πω.
Η Ιοκάστη πέθανε.
ΧΟΡ. Η δύσμοιρη γυναίκα!
Και με ποιό τρόπο χάθηκε;
ΕΞΑ. Αυτοκτόνησε.
Όμως δεν υποπτεύεσαι
τα πιο φρικτά συμβάντα,
γιατί δεν τα ᾽δες με τα μάτια σου.
Μ᾽ όσα κουρέλια μνήμης σώθηκαν
θα βάλω στη σειρά
1240τα πάθη της τρισάθλιας.
Όταν την πύλη πέρασε
και μπήκε στο παλάτι ταραγμένη,
πορεύτηκε στο νυφικό κοιτώνα κατ᾽ ευθείαν,
ενώ ξερίζωνε και με τα δυο της χέρια
τα μαλλιά της.
Μπήκε και βρόντηξε τη θύρα πίσω της.
Ύστερα κάλεσε τον πεθαμένο Λάιο,
θυμήθηκε τη γέννα του παιδιού του,
το πώς αυτό τον έστειλε στον τάφο
κι έμεινε πίσω μόνη της
να δέχεται στον κόλπο της
τα σπέρματα του γιου της
και τέκνα να γεννά μαγαρισμένα.
Την κλίνη καταράστηκε θρηνώντας,
εκεί που γέννησε από τον άντρα της
τον άντρα της
1250κι απ᾽ το παιδί της τα παιδιά της.
Πώς χάθηκε κατόπιν, δεν το ξέρω·
ουρλιάζοντας ορμά μες στο παλάτι ο Οιδίπους.
Τον βλέπαμε να γυροφέρνει πέρα δώθε
και δεν μπορούσαμε να δούμε το χαμό της.
Εκείνος τρέχει επάνω μας,
ζητάει μαχαίρι
και τη γυναίκα του
—όχι τη σύζυγο— τη μάνα του ζητά,
τη γη που σπάρθηκε διπλά
και φύτρωσε διπλά
τον ίδιο και τα τέκνα του.
Κι ενώ σα λυσσασμένος άφριζε
κάποιος θεός θαρρείς
τον οδηγούσε.
Άλλος κανείς απ᾽ τους παρόντες
δεν τολμούσε.
1260Έβγαλε φοβερή κραυγή
και σαν να τον ωθούσε κάποιος
χίμηξε σίφουνας στη δίφυλλη τη θύρα,
λυγάει το μάνταλο στη βάση του
κι ορμάει στο δωμάτιο.
Είδαμε τη γυναίκα κρεμασμένη
από στριφτή θηλιά πλεχτή.
Όταν την είδε βρυχάται δεινά
και κόβει της κρεμάλας το σκοινί.
Την ξάπλωσε στο δάπεδο
και τότε πλήγωσε τα μάτια μας η φρίκη.
Από το φόρεμά της τράβηξε
και ξήλωσε
τις χρυσοποίκιλτες αγκράφες
που στόλιζαν τη ζώνη της
κι από ψηλά και απανωτά κτυπώντας
1270τις μπήγει μες στις κόγχες των ματιών του,
φωνάζοντας ποτέ τους να μη δουν
τα πάθη του
και τις φρικτές του πράξεις.
Τώρα μες στο σκοτάδι πια θα βλέπουν
εκείνους που δεν έπρεπε
κι εκείνους που λαχτάριζαν να δουν
και δεν θ᾽ αξιωθούν ποτέ
να τους γνωρίσουν.
Παραληρούσε, καταριόταν και προσεύχονταν
κι απανωτά πολλές φορές
με τις αγκράφες τρύπαγε τα βλέφαρα
και ράντιζαν τα γένια του
οι ματωμένοι του βολβοί
που δεν ξερνάγαν μόνο
αίμα πηκτό σα δάκρυα
μα σαν αιμάτινη βροχή
και σα χαλάζι μαύρο
σαν πίδακες περίχυναν τα πάντα.
1280Τέτοια δεινά προξένησαν οι δυο τους
κι όχι ο ένας μοναχά
και στα δεινά, γυναίκα κι άντρας, έσμιξαν.
Τα παλαιά του παρελθόντος μεγαλεία,
μα τώρα στεναγμός, κατάρα, θάνατος,
ντροπή κι όλο το πλήθος των ονομάτων
που δίνουν ήχο στη συμφορά.
Δε λείπει τίποτα.
ΧΟΡ. Και τώρα ο δύστυχος ημέρεψε;
Ο πόνος του μαλάκωσε;
ΕΞΑ. Ουρλιάζει τις θύρες ν᾽ ανοίξουν
και να δείξουν σ᾽ όλους τους Καδμείους,
τον πατροκτόνο, της μάνας τον…—
δεν επιτρέπεται να πω
τα λόγια της ντροπής που ξεστομίζει,
και λέει πως τον εαυτό του
1290έξω απ᾽ τη χώρα θα πετάξει
και πως καταραμένος δε θα μείνει στο παλάτι,
αφού με τις κατάρες τις δικές του δέθηκε.
Όμως χρειάζεται να τον στηρίξει κάποιος.
Τα βάσανα που τον παιδεύουν
είναι δυσβάσταχτα.
Μα θα τον δεις και συ.
Ανοίγουν τα θυρόφυλλα
και θ᾽ αντικρίσεις τώρα θέαμα
που προξενεί τον οίκτο
ακόμη και στον μισητό εχθρό.


ΕΞΟΔΟΣ


ΕΞΑΓΓΕΛΟΣ
Ω τιμημένοι εσείς πρωτογερόντοι
της χώρας, τί φριχτά θ᾽ ακούσετ᾽ έργα
και τί θα δείτε! πόσο βαριά λύπη
θα πάρετε, αν ακόμη, σαν πατριώτες,
τα σπίτια των Λαβδακιδών πονάτε.
Γιατί θαρρώ ούτε ο Ίστρος ούτε ο Φάσης
δε θα ᾽φταναν ποτέ να καθαρίσουν
τη στέγη αυτή, τόσες που κρύβει κι όσες
στο φως θα βγούνε συφορές σε λίγο
1230αυτοθέλητες κι όχι αθέλητές των,
και δίνουν πάντα πιο μεγάλο πόνο
τα πάθη που διαλέει κανείς μονάχος.
ΧΟΡ. Κι απ᾽ όσα ξέραμε και πριν, δε λείπει
τίποτα που να μη βαριοστενάζω·
μα τί άλλο έχεις να λες πάνω σ᾽ εκείνα;
ΕΞΑ. Ευθύς και θα το πω και θα τ᾽ ακούσεις·
η βασίλισσα πέθανε η Ιοκάστη.
ΧΟΡ. Ω η βαριόμοιρη, πώς κι από τί τάχα;
ΕΞΑ. Σκοτώθηκε μονάχη της· μα ό,τι ήταν
το πιο φριχτό σ᾽ αυτά πὄχουνε γίνει,
το γλιτώσατ᾽ εσείς, μια που εκεί μέσα
δεν ήσαστε να βλέπατε· όμως, όσο
μπορώ κι εγώ να θυμούμαι, θα μάθεις
1240τα παθήματ᾽ αυτής της βαριομοίρας.
Γιατί αφού σαν τρελή πέρασε μέσα
απ᾽ την αυλόπορτα, όρμησ᾽ έτσι αμέσως
στα νυφικά κρεβάτια της μαδώντας
με τα δυο χέρια τα μαλλιά της· κι άμα
μπήκε, τις πόρτες έκλεισε από μέσα
κι έκραζε το νεκρό από χρόνια Λάιο,
θυμάμενη το σπέρμα το παλιό του,
που κι ο ίδιος σκοτώθηκε από κείνο
κι άφησ᾽ αυτήν, που το εγέννα, να γίνει
κακότεκνη μητέρα με το γιο του·
και με θρήνους την κλίνη καταριόνταν
που ᾽χε διπλούς γεννήσει, η βαριομοίρα,
1250άντρ᾽ απ᾽ άντρα και παιδιά απ᾽ τα παιδιά της.
Πώς τέλειωσ᾽ έπειτ᾽ απ᾽ αυτά δεν ξέρω·
γιατί χύθηκε μέσα άγρια βογκώντας
ο Οιδίπους, και το τέλος της να δούμε
δε μπορέσαμε πια, μα όλοι σε κείνον
κοιτάζαμε, που έστρεφε απάνω κάτω
κι από μας, πηγαινοέρχονταν, ζητώντας
ένα σπαθί, και ρωτούσε πού θά ᾽βρει
τη γυναίκα του — όχι τη γυναίκα του,
μα εκείνην που, σε διπλό μάνας κόρφο,
τον βάσταξε κι αυτόν και τα παιδιά του·
έτσι όπως ήταν λυσσασμένος, κάποιος
θενα του ᾽δειξε δαίμονας κι όχι άλλος
κανένας από μας που ήμαστε γύρω·
1260και μπήγοντας μια άγρια φωνή, σα να ᾽χε
κάποιο οδηγό, πέφτει έτσι απάνω μ᾽ όλο
το βάρος του στις δίφυλλες τις πόρτες,
τους σύρτες ξετινάζει απ᾽ τους αρμούς των
και χύνεται μέσα στο θάλαμο, όπου
βλέπομε τη γυναίκα κρεμασμένη
με τη θηλιά γύρω στο λαιμό της.
Κι έτσι να δει ο βαριόμοιρος εκείνος,
βγάζοντας άγρια μουγκρητά τής λύνει
τη θηλιά που κρεμόνταν, κι όταν χάμω
ξαπλώθηκε η ταλαίπωρη, τότε ήταν
να δεις τα τρομερά: τραβάει με μιας
απ᾽ τα φορέματά της τις ολόχρυσες
καρφίτσες που φορούσε για στολίδια
1270και τις μπήζει, σηκώνοντάς τις, μέσα
στις κόρες τω ματιώ του, ενώ έλεε τέτοια:
Πως πια δε θα ᾽χουν να τον βλέπουν, ούτε
τις συφορές, ούτε τα κρίματά του,
μα στο σκοτάδι εδώ και μπρος θα βλέπουν
εκείνους που δεν έπρεπε, και κείνους
που λαχταρούσε πια δε θα γνωρίσουν.
Τέτοια έψαλλε κι όλο ξανά και πάλι
σηκώνοντας το χέρι του χτυπούσε
τα βλέφαρά του, και, μαζί, οι βολβοί του
οι ματωμένοι του ᾽βρεχαν τα γένια,
και δεν έβγαινε το αίμα στάλες-στάλες,
μα εσύγκλυζε την όψη του σα μαύρη
νεροποντή κι αιμάτινο χαλάζι.
1280Αυτ᾽ απ᾽ τους δυο κι όχι απ᾽ τον ένα μόνο
ξέσπασαν τα κακά και κοινή μοίρα
τους έχει σμίξει κι άντρα και γυναίκα.
Χαίρονταν πριν μια αληθινή ευτυχία,
παλιά κληρονομιά τους· σήμερα όμως
θρήνος, κατάρα, θάνατος, ντροπή,
τα ονόματ᾽ όλων των κακών που υπάρχουν,
αχ, τίποτα δεν είναι που να λείπει.
ΧΟΡ. Τώρα έχει ο μαύρος ησυχάσει κάπως;
ΕΞΑ. Φωνάζει να του ανοίξουνε τις πόρτες
και να τον δείξουν σ᾽ όλους τους Καδμείους
τον πατροχτόνο, της μητέρας του
τον — δε μπορώ να ξαναπώ τ᾽ ανόσια
τα λόγια του· και πως θα ρίξει, λέει,
1290τον εαυτό του εξόριστο απ᾽ τη χώρα,
και πως πια δε θα μείνει έτσι εδώ μέσα
καθώς είναι πεσμένος στις κατάρες
πὄβαλε ο ίδιος· έχει όμως ανάγκη
από κάποιο βοηθό κι οδηγητή του,
γιατ᾽ είναι πιο πολύ το πάθημά του,
που να μπορεί να το βαστά μονάχος.
Μα θα το δεις και συ· γιατί, να, ανοίγουν
αυτές οι πόρτες και θα δεις σε λίγο
θέαμα που κι εχθρός να τον πονέσει.


ΕΞΟΔΟΣ


ΕΞΑΓΓΕΛΟΣ
Ω τιμημένοι αρχόντοι αυτής της χώρας,
τί θ᾽ ακούσετε, τί θα δείτε, πόση
λύπη θα πάρτε, αν, πιστοί στη γενιά σας,
το αρχοντικό τιμάτε του Λαβδάκου.
Μήτε ο Ίστρος, μήτε ο Φάσης δεν ξεπλένει
το σπίτι αυτό απ᾽ τα κρίματα, όσα κρύβει
κι όσα φάνουν ταχιά, και που δεν είναι
1230άθελες συφορές. Πιότερο ο πόνος
θλίβει, αν φανεί πως τον διάλεξες ο ίδιος.
ΧΟΡ. Τί άλλο από θλιβερά είναι όλα όσα ως τώρα
μάθαμε; ποιό κακό νέο θα μηνύσεις;
ΕΞΑ. Σας το λέω με δυο λόγια μόνο τώρα
και θα τ᾽ ακούστε· πέθανε η Ιοκάστη.
ΧΟΡ. Ω! η βαριόμοιρη! Πες, από ποιά αιτία;
ΕΞΑ. Απ᾽ τα ίδια της τα χέρια, μα δεν ήσαστε
μπροστά, το πιο πικρό να δείτε απ᾽ όλα.
Όσο όμως με βοηθήσει η μνήμη, εκείνης
1240της δύστυχης θα μάθετε τη μοίρα.
Σα διάβη αλαλιασμένη το κατώφλι,
στο νυφικό ορμά δώμα, με τα δυο της
ξεριζώνοντας χέρια τα μαλλιά της.
Κι ως μπήκε, με ορμή κλείνοντας τις πόρτες,
το Λάιο, το νεκρό από χρόνια, κράζει,
κι αναθυμάται το παλιό του σπέρμα,
που από κείνο σκοτώθη, αφήνοντάς τη
με το γιο του γενιά να σπείρει ανόσια.
Και θρηνούσε την κλίνη όπου η έρμη εγέννα
1250απ᾽ τον άντρα άντρα, παιδιά απ᾽ το παιδί της.
Πώς ύστερα απ᾽ αυτά εχάθη δεν ξέρω,
γιατί χύμησε με άγριο βόγκο ο Οιδίπους
και πια κανείς δεν είδε τη θανή της,
μα κείνον όλοι, που εδώ εκεί πλανιούνταν.
Τρέχει τρελά, ζητώντας μας μαχαίρι,
και τη γυναίκα — όχι! τη μάνα του, όπου
να ᾽ναι, τη μάνα αυτού και των παιδιών του.
Στη λύσσα του, είχε, λες, θεό οδηγό του,
τι δεν του έδειξε τίποτα κανείς μας.
1260Και με ούρλιασμα άγριο, ως να τον σπρώχνει κάποιος,
στις διπλές πόρτες πέφτει· στους αρμούς τους
τα μάνταλα λυγούν, κι ορμά στο δώμα.
Και είδαμε την Ιοκάστη κρεμασμένη
με πλεχτό βρόχο, από σκοινί που σειούνταν.
Σαν τη θωρεί εκείνος, βαριά μουγκρίζει
και λύνει τη θηλιά· κι άμα σωριάστη
χάμω η φτωχή, ποιάν αντικρίζω φρίκη!
Σπάζει αυτός τις χρυσές πόρπες που εκράτουν
το φόρεμά της, τις αρπά και μπήγει
1270τις βελόνες στις κόγχες των ματιών του
σκούζοντας: «Να μη δείτε πια ποτέ σας
τα όσα έπαθα φριχτά, κι όσα έχω κάνει,
σε σκοτάδι να βλέπω όσους δεν πρέπει,
να μη νιώθω όσους ποθούσα να ξέρω».
Κι ανοίγοντας τα βλέφαρα, χτυπούσε
ολοένα· κι οι πυρροί βολβοί τού εβρέχαν
τα γένια, κι ούτε ανάβρυζαν σα στάλες
μονάχα υγρές, μα τον περέχυνε όλον
μαύρη βροχή, μαύρο χαλάζι από αίμα.
1280Έτσι ήρθε η συφορά κι απ᾽ τους δυο αντάμα
και ξέσπασε όμοια σε άντρα και γυναίκα.
Η αρχαία ευτυχία τους, σε παλιά χρόνια, ήταν
ευτυχία αληθινή· τώρα είναι θρήνος,
στεναγμός, ντροπή, θάνατος, κι η λύπη
δική τους του κόσμου όλη, ό,τι όνομα έχει.
ΧΟΡ. Γαλήνεψε του μαύρου τώρα ο πόνος;
ΕΞΑ. Κράζει: οι πόρτες ν᾽ ανοίξουν, να ιδούν όλοι
το φονιά του πατέρα του οι Καδμείοι,
της μάνας τον —δε λέω τ᾽ ανόσια λόγια—,
1290μακριά να φύγει, να μην πέσει απάνω
στο σπίτι αυτό η κατάρα που ο ίδιος πήρε.
Μα από βοήθεια κι οδηγό έχει ανάγκη,
γιατί οι πόνοι του αβάσταχτοι είναι· ανοίγουν
τα μάνταλα της πόρτας· θέαμα κοίτα
που συμπόνια γεννά και στους εχτρούς του.