Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Αἴας (284-332)


ΤΕΚ. ἅπαν μαθήσῃ τοὔργον, ὡς κοινωνὸς ὤν.
285κεῖνος γὰρ ἄκρας νυκτός, ἡνίχ᾽ ἕσπεροι
λαμπτῆρες οὐκέτ᾽ ᾖθον, ἄμφηκες λαβὼν
ἐμαίετ᾽ ἔγχος ἐξόδους ἕρπειν κενάς.
κἀγὼ ᾽πιπλήσσω καὶ λέγω, τί χρῆμα δρᾷς,
Αἴας; τί τήνδ᾽ ἄκλητος οὔθ᾽ ὑπ᾽ ἀγγέλων
290κληθεὶς ἀφορμᾷς πεῖραν οὔτε του κλύων
σάλπιγγος; ἀλλὰ νῦν γε πᾶς εὕδει στρατός.
ὃ δ᾽ εἶπε πρός με βαί᾽, ἀεὶ δ᾽ ὑμνούμενα·
γύναι, γυναιξὶ κόσμον ἡ σιγὴ φέρει.
κἀγὼ μαθοῦσ᾽ ἔληξ᾽, ὃ δ᾽ ἐσσύθη μόνος.
295καὶ τὰς ἐκεῖ μὲν οὐκ ἔχω λέγειν πάθας·
ἔσω δ᾽ ἐσῆλθε συνδέτους ἄγων ὁμοῦ
ταύρους, κύνας βοτῆρας, εὔερόν τ᾽ ἄγραν.
καὶ τοὺς μὲν ηὐχένιζε, τοὺς δ᾽ ἄνω τρέπων
ἔσφαζε κἀρράχιζε, τοὺς δὲ δεσμίους
300ᾐκίζεθ᾽ ὥστε φῶτας ἐν ποίμναις πίτνων.
τέλος δ᾽ ἀπᾴξας διὰ θυρῶν σκιᾷ τινι
λόγους ἀνέσπα τοὺς μὲν Ἀτρειδῶν κάτα,
τοὺς δ᾽ ἀμφ᾽ Ὀδυσσεῖ, συντιθεὶς γέλων πολύν,
ὅσην κατ᾽ αὐτῶν ὕβριν ἐκτείσαιτ᾽ ἰών·
305κἄπειτ᾽ ἐπᾴξας αὖθις ἐς δόμους πάλιν
ἔμφρων μόλις πως ξὺν χρόνῳ καθίσταται,
καὶ πλῆρες ἄτης ὡς διοπτεύει στέγος,
παίσας κάρα ᾽θώυξεν· ἐν δ᾽ ἐρειπίοις
νεκρῶν ἐρειφθεὶς ἕζετ᾽ ἀρνείου φόνου,
310κόμην ἀπρὶξ ὄνυξι συλλαβὼν χερί.
καὶ τὸν μὲν ἧστο πλεῖστον ἄφθογγος χρόνον·
ἔπειτ᾽ ἐμοὶ τὰ δείν᾽ ἐπηπείλησ᾽ ἔπη,
εἰ μὴ φανοίην πᾶν τὸ συντυχὸν πάθος,
κἀνήρετ᾽ ἐν τῷ πράγματος κυροῖ ποτε.
315κἀγώ, φίλοι, δείσασα τοὐξειργασμένον
ἔλεξα πᾶν ὅσονπερ ἐξηπιστάμην.
ὃ δ᾽ εὐθὺς ἐξῴμωξεν οἰμωγὰς λυγράς,
ἃς οὔποτ᾽ αὐτοῦ πρόσθεν εἰσήκουσ᾽ ἐγώ.
πρὸς γὰρ κακοῦ τε καὶ βαρυψύχου γόους
320τοιούσδ᾽ ἀεί ποτ᾽ ἀνδρὸς ἐξηγεῖτ᾽ ἔχειν·
ἀλλ᾽ ἀψόφητος ὀξέων κωκυμάτων
ὑπεστέναζε ταῦρος ὣς βρυχώμενος.
νῦν δ᾽ ἐν τοιᾷδε κείμενος κακῇ τύχῃ
ἄσιτος ἁνήρ, ἄποτος, ἐν μέσοις βοτοῖς
325σιδηροκμῆσιν ἥσυχος θακεῖ πεσών.
καὶ δῆλός ἐστιν ὥς τι δρασείων κακόν·
τοιαῦτα γάρ πως καὶ λέγει κὠδύρεται.
ἀλλ᾽, ὦ φίλοι, τούτων γὰρ οὕνεκ᾽ ἐστάλην,
ἀρήξατ᾽ εἰσελθόντες, εἰ δύνασθέ τι.
330φίλων γὰρ οἱ τοιοίδε νικῶνται λόγοις.
ΧΟ. Τέκμησσα δεινὰ παῖ Τελεύταντος λέγεις
ἡμῖν τὸν ἄνδρα διαπεφοιβάσθαι κακοῖς.


ΤΕ. Θα μάθεις όλο το κακό, αφού συμπαραστέκεσαι.
Νύχτα βαθιά, όταν απόβραδα τα φώτα είχαν
σβήσει, αυτός, με δίκοπο σπαθί στο χέρι, γύρευε έξω
να γλιστρήσει, δίχως λόγο. Οπότε εγώ έβαλα τις φωνές :
Τί πας να κάνεις, Αίαντα; έτσι απρόσκλητος, χωρίς κανένα
290μήνυμα, δίχως ν᾽ ακούσεις σάλπιγγα; για πού αλήθεια
το ᾽βαλες; Αυτήν την ώρα όλος ο στρατός κοιμάται.
Οπότε αυτός απότομα μου είπε εκείνο το γνωστό ρητό:
γυναίκα, στις γυναίκες στολίδι είναι η σιωπή.
Κατάλαβα εγώ και σώπασα, κι εκείνος μόνος
τράβηξε τον δρόμο του. Τί έγινε ωστόσο εκεί, τί έπαθε,
δεν ξέρω εγώ να σου το πω. Γύρισε πάντως μέσα
σέρνοντας σύνδετα βόδια, σκυλιά λαγωνικά
και μαλλιαρά αρνιά.
Άλλα απ᾽ αυτά τους κόβει τον λαιμό, άλλα
τ᾽ αναλαιμίζει και τα σφάζει, κι άλλα, χυμώντας
μέσα στο κοπάδι, τα μαστίγωνε λες κι ήταν
300οι αιχμάλωτοί του.
Τέλος, έξω πετάχτηκε απ᾽ τη σκηνή, σαν να μιλούσε
σε σκιά, λόγια βαριά ξεστόμιζε, τη μια
προς τους Ατρείδες, στον Οδυσσέα την άλλη,
γελώντας παρανοϊκά, λέγοντας πως τους παίρνει
τη μεγάλη εκδίκηση.
Μετά πηδώντας βρέθηκε μέσα στο στέκι του,
όπου σιγά σιγά ήλθε στα συγκαλά του.
Βλέποντας τότε εκεί τον χώρο του γεμάτο από τα σύνεργα
της άμετρης παραφοράς του, μουγκρίζοντας χτυπούσε
το κεφάλι του, φωνάζοντας· κι έπειτα ερείπιο
σωριάστηκε στα ερείπια μιας φονικής σφαγής,
310με χέρια και με νύχια τραβώντας το μαλλί του.
Για κάμποσο δεν είπε λέξη· μετά εμένα αγριεμένος
επήρε ν᾽ απειλεί, αν δεν φανέρωνα όλα τα πάθη του,
επίμονα ρωτώντας σε ποιό σημείο βρίσκεται το πράγμα.
Κι εγώ, καλοί μου φίλοι, τρέμοντας, ένα προς ένα
φανέρωσα τα γεγονότα, όσα η ίδια ήξερα.
Οπότε εκείνος έβγαλε τρομερές κραυγές,
όπως ποτέ άλλη φορά δεν άκουσα παρόμοιες.
Γιατί ισχυριζόταν πώς μόνο σ᾽ άνθρωπο δειλό
320ταιριάζουν γόοι κι οδυρμοί, γι᾽ αυτό και δεν ξεφώνιζε
τον άγριο πόνο του, μόνο βογκούσε υπόκωφα,
μουγκρίζοντας σαν ταύρος.
Τώρα ωστόσο, χωμένος στη βαθιά του συμφορά,
δίχως ψωμί, δίχως νερό, στα ζώα ανάμεσα που έκοψε
με το σπαθί του, άπραγος παραμένει· φαίνεται έργο
σκοτεινό έχει στον νου του, αν κρίνεις απ᾽ τα λόγια του
και τον καημό του.
Αλλά, καλοί μου φίλοι, γι᾽ αυτό είμαι εδώ·
ελάτε μέσα, βοηθήστε, όπως μπορείτε.
Γιατί οι φίλοι σαν κι αυτόν υποχωρούν
330στων φίλων τους τα λόγια.
ΧΟ. Τέκμησσα, θυγατέρα του Τελεύταντα, μας είπες
λόγια τρομερά, που φανερώνουν πως εκείνος
παραφρόνησε μέσα στη συμφορά του.


ΤΕΚ. Όσα γενήκαν, όλα θα τα μάθεις,
αφού είσαι σύντροφος. Προχωρημένη
ήταν η νύχτα και του στρατοπέδου
τα βραδινά φώτα δεν καίγαν, όταν
δίκοπο ξίφος παίρνοντας εκείνος,
ήθελε δίχως λόγο έξω να πάει.
Κι εγώ τόνε μαλώνω και του λέω.
«Τί κάνεις, Αίαντα; Πώς έτσι βγαίνεις
ακάλεστος, χωρίς να σε φωνάξουν
290κήρυκες κι ούτε μήνυμα ν᾽ ακούσεις
να κράζει η σάλπιγγα; Ο στρατός όλος
τώρα κοιμάται απ᾽ άκρη σ᾽ άκρη». Τότε
μ᾽ αυτά τα λίγα λόγια μου αποκρίθη
που πάντοτε τα ξαναλέν. «Γυναίκα,
η σιωπή στολίδι στις γυναίκες».
Ακούγοντάς τον σώπασα κι εκείνος
όρμησε μόνος του έξω. Τα όσα γίναν
εκεί, δεν τα γνωρίζω· μα γυρνώντας
έφερε μέσα ταύρους και κριάρια
πυκνόμαλλα, σκυλιά της στάνης, όλα
μαζί δεμένα. Κι άρχισε να σφάζει,
στο σβέρκο άλλα χτυπώντας, άλλα το λαιμό τους
τεντώνοντας και σύγκαιρα τη ράχη
βαθιά κρεοκοπώντας· άλλα πάλι
300δετά όπως ήταν, στο κοπάδι ορμώντας,
σα να ᾽ταν άντρες τα βασάνιζε. Στο τέλος
γοργά πετάχτηκε έξω και με κάποιον
ίσκιο μιλούσε, πότε στους Ατρείδες
βαριές σωριάζοντας βρισιές, και πότε
στον Οδυσσέα, ανάκατες με γέλια
πολλά, πως άξια τούς είχε αντιπληρώσει
το ντρόπιασμα που του έκαναν. Κατόπι
μπαίνει με φόρα στη σκηνή του πάλι
κι αργά και λίγο λίγο ξαναβρίσκει
τα λογικά του· κι όταν είδε γύρω
τη σφαγή να υψώνεται ως τις στέγες,
ούρλιαξε το κεφάλι του χτυπώντας·
και στα σφαχτάρια πέφτοντας σωριάστη
310απάνω στον αρνίσιο φόνο, με τα νύχια
τα μαλλιά ξεριζώνοντας. Πολλή ώρα
βουβός έτσι καθόταν. Μετά στρέφει
σε μένα και ξεστόμιζε φοβέρες
φριχτές, αν όλη δεν του φανερώσω
τη συμφορά που γίνηκε, ρωτώντας
σε ποιά θέση βρισκόταν. Κι εγώ τότε,
φίλοι μου, όσα γνώριζα που εγίναν,
όλα, περίφοβη, του τα είπα. Εκείνος
ξέσπασε ευθύς σε τέτοιους πικρούς βόγκους,
που δεν ξανάκουσα απ᾽ αυτόν ποτέ μου·
γιατί έλεγε πάντα τέτοιοι θρήνοι
320σε δειλούς και μικρόψυχους ταιριάζουν·
έτσι χωρίς ξεφωνητά βογκούσε
πνιχτά σαν ταύρος που μουγκρίζει. Τώρα
σε τέτοια μαύρη τύχη βουλιαγμένος,
δίχως ψωμί, δίχως νερό στο σπαραγμένο
κοπάδι ήσυχος κάθεται και κάποιο
φαίνεται μελετάει κακό να κάμει.
Γιατί τα βογκητά του και τα λόγια
δείχνουνε κάτι τέτοιο. Γι᾽ αυτό, φίλοι,
εδώ ήρθα· μπείτε μέσα κι αν μπορείτε,
βοηθάτε τον· λυγίζουνε στα λόγια
330πάντα των φίλων άντρες σαν ετούτον.
ΧΟΡ. Τέκμησσα, κόρη του Τελεύταντα, όσα
μας λες γι᾽ αυτόν είναι φριχτά, πως έχει
σαλέψει ο νους του από τα πάθη.


ΤΕΚ. Όμοια μ᾽ εμάς σα συμπονάς, το τί έγινε άκουσέ το.
Λοιπόν μες στα μεσάνυχτα που ήταν σβηστά τα φώτα
τα βραδινά, ένα δίκοπο σπαθί στα χέρια παίρνει
και δίχως λόγο έφευγε. Κι εγώ τονε μαλώνω·
τί κάνεις, Αία; πού θα πας; του λέω, που μήτε κράχτης
290σ᾽ εφώναξε μήτ᾽ άκουσες σάλπιγγα να βαρέσει;
κοιμάται όλο το στράτεμα· κι εκείνος μ᾽ αποκρίθη
με λίγα κι όμως ξακουστά· γυναίκα, στις γυναίκες
είναι στολίδι η σιωπή. Κι εγώ σωπαίνω τότες
κι αυτός μονάχος έφυγε. Τί έκαμ᾽ εκεί δεν ξέρω.
Μα ήρθε πίσω σέρνοντας όλα μαζί δεμένα
βόδια και τσοπανόσκυλα και διαλεχτά κριάρια.
Κι άλλωνε κόβει τον λαιμό, κι άλλα απ᾽ τη ράχη πάλε
σαν τ᾽ αναποδογύριζε τα ᾽κοβε το σπαθί του
και τα δεμένα τα ᾽δερνε, αθρώποι ως να ᾽ταν τάχα,
300χιμώντας καταπάνω τους. Τέλος πηδά απ᾽ την πόρτα,
και σ᾽ έναν ίσκιο εφώναζε, ενάντια στους Ατρείδες
και στον Δυσσέα, δυνατά μαζί χασκογελώντας,
όπου τηνε ξεπλήρωσε την προσβολή κεινώνε.
Κι ύστερα ξαναγύρισε μες στο καλύβι πάλε,
και με την ώρα έρχεται στα συγκαλά του κάπως,
κι όπως το βλέπει απ᾽ τη ζημιά γεμάτο το καλύβι,
χτυπώντας το κεφάλι του στέναζ᾽ απ᾽ την καρδιά του.
Μες στα σφαγμένα πρόβατα κάθεται εκείνος τότες,
310και τα μαλλιά του έπιασε σφιχτά στα δυο του χέρια·
και στάθη κάμποσο βουβός· κατόπι με φοβέρες
φριχτές εμέ φοβέριζε, αν δεν του μαρτυρούσα
᾽κειό το κακό που γίνηκε, και ξέταζε να μάθει,
σ᾽ αυτό το πράμα πὄφτασε, πώς να ᾽χε καταντήσει.
Αδέρφια, ο φόβος μ᾽ έκαμε και τα ᾽πα ένα προς ένα,
ό,τι έγιναν κι ως τα ᾽ξερα. Κι ευτύς θρηνολογούσε
με μαύρους θρήνους, που ποτές δεν άκουσα από κείνον.
Γιατί, έλεγε, τα δάκρυα τα τέτοια στους αθρώπους
320πως πρέπουν μόνο τους δειλούς και που καρδιά δεν έχουν·
μόνο κρυφαναστέναζε δίχως φωνές μεγάλες,
και σαν βουβάλι μούγκριζε. Κι αφού τον βρήκε τώρα
μια τέτοια μαύρη συφορά, μια τέτοια μαύρη τύχη,
χωρίς νερό, χωρίς ψωμί, κάθεται ησυχασμένος
ανάμεσα στα ζωντανά τα σιδηροκομμένα,
και με τον νου του μελετά κάποιο κακό να κάμει.
Απάνου κάτου σαν κι αυτά θρηνολογά και λέει.
Μα ελάτε μέσα, σύντροφοι, βοηθήστε τον, για τούτο
ξεκίνησα να ᾽ρθω σε σας, αν θα μπορέστε κάπως.
330Τους τέτοιους πάντα τούς νικούν τα φιλικά τα λόγια.
ΧΟΡ. Τέκμησσα, του Τελεύταντα κόρη, φριχτά μας κρένεις,
τον Αία πως τον πλάκωσαν οι συφορές οι μαύρες.