Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Αἴας (1376-1401)


ΟΔ. καὶ νῦν γε Τεύκρῳ τἀπὸ τοῦδ᾽ ἀγγέλλομαι,
ὅσον τότ᾽ ἐχθρὸς ἦ, τοσόνδ᾽ εἶναι φίλος.
καὶ τὸν θανόντα τόνδε συνθάπτειν θέλω,
καὶ ξυμπονεῖν καὶ μηδὲν ἐλλείπειν ὅσων
1380χρὴ τοῖς ἀρίστοις ἀνδράσιν πονεῖν βροτούς.
ΤΕΥ. ἄριστ᾽ Ὀδυσσεῦ, πάντ᾽ ἔχω σ᾽ ἐπαινέσαι
λόγοισι· καί μ᾽ ἔψευσας ἐλπίδος πολύ.
τούτῳ γὰρ ὢν ἔχθιστος Ἀργείων ἀνὴρ
μόνος παρέστης χερσίν, οὐδ᾽ ἔτλης παρὼν
1385θανόντι τῷδε ζῶν ἐφυβρίσαι μέγα,
ὡς ὁ στρατηγὸς οὑπιβρόντητος μολὼν
αὐτός τε χὡ ξύναιμος ἠθελησάτην
λωβητὸν αὐτὸν ἐκβαλεῖν ταφῆς ἄτερ.
τοιγάρ σφ᾽ Ὀλύμπου τοῦδ᾽ ὁ πρεσβεύων πατὴρ
1390μνήμων τ᾽ Ἐρινὺς καὶ τελεσφόρος Δίκη
κακοὺς κακῶς φθείρειαν, ὥσπερ ἤθελον
τὸν ἄνδρα λώβαις ἐκβαλεῖν ἀναξίως.
σὲ δ᾽, ὦ γεραιοῦ σπέρμα Λαέρτου πατρός,
τάφου μὲν ὀκνῶ τοῦδ᾽ ἐπιψαύειν ἐᾶν,
1395μὴ τῷ θανόντι τοῦτο δυσχερὲς ποιῶ·
τὰ δ᾽ ἄλλα καὶ ξύμπρασσε, κεἴ τινα στρατοῦ
θέλεις κομίζειν, οὐδὲν ἄλγος ἕξομεν.
ἐγὼ δὲ τἀμὰ πάντα πορσυνῶ· σὺ δὲ
ἀνὴρ καθ᾽ ἡμᾶς ἐσθλὸς ὢν ἐπίστασο.
1400ΟΔ. ἀλλ᾽ ἤθελον μέν· εἰ δὲ μή ᾽στί σοι φίλον
πράσσειν τάδ᾽ ἡμᾶς, εἶμ᾽ ἐπαινέσας τὸ σόν.


ΟΔ. Με τη σειρά τώρα στον Τεύκρο έχω να πω αυτά:
όσο αυτός μου ήταν κάποτε εχθρός, τόσο μου είναι
τώρα φίλος. Κι επιθυμώ το σώμα του μαζί σου
να το θάψω, συμβάλλοντας να μην του λείψει τίποτα
απ᾽ όσα πρέπουν στον γενναίο άντρα, κι έχουν οι άνθρωποι
1380χρέος να του προσφέρουν.
ΤΕΥ. Ευγενικέ Οδυσσέα, χρωστώ για όσα λες
τον πιο μεγάλο έπαινο, κι ομολογώ πως βγήκα γελασμένος
στους φόβους που είχα.
Αφού, μόλο που ήσουν ο χειρότερος εχθρός του
μέσα στους Αχαιούς, μόνος εσύ χέρι προστάτη πρόσφερες,
και δεν ανέχτηκες σ᾽ έναν νεκρό, εσύ ο ζωντανός, να του φερθείς
με δίχως μέτρο, βρίζοντας· όπως ο στρατηγός,
φτάνοντας έξαλλος εδώ, κι από το ίδιο αίμα ο αδελφός του,
που θέλησαν από κοινού να τον πετάξουν άταφο
τον Αίαντα κι ατιμασμένο.
Είθε ο ολύμπιος πατέρας που από μας εποπτεύει,
1390η Ερινύς που δεν ξεχνά κι η τελεσφόρος Δίκη
κακήν κακώς να τους εξολοθρέψουν, όπως οι ίδιοι
θέλησαν το σώμα ενός τίμιου άντρα ν᾽ ατιμάσουν,
κι ανάξια να το πετάξουν πέρα.
Όμως εσένα, αίμα του γέροντα πατέρα σου Λαέρτη,
σ᾽ ετούτη την ταφή να βάλεις χέρι διστάζω να σ᾽ αφήσω,
μήπως και κάνω στον νεκρό κάτι δυσάρεστο.
Σ᾽ όλα τα υπόλοιπα δέχομαι εγώ τη συνδρομή σου,
φέρε μαζί σου και όποιον άλλο θες απ᾽ τον στρατό,
δεν πρόκειται άσχημα να αισθανθώ.
Εγώ παίρνω όλη τη φροντίδα πάνω μου· πάντως εσύ
να ξέρεις, είσαι για μας γενναίος άντρας κι έντιμος.
1400ΟΔ. Θα το ᾽θελα, ωστόσο· αν όμως δεν αισθάνεσαι άνετα
με τη συμμετοχή μου, υποχωρώντας δέχομαι
τους λόγους σου.


ΟΔΥ. Υπόσχομαι από τώρα εγώ στον Τεύκρο,
πως όσο εχθρός του ήμουνα τότε, τόσο
φίλος του θα ᾽μαι τώρα· και μαζί του θέλω
να θάψω το νεκρόν αυτόν και να βοηθήσω
και τίποτα να μην αφήσω απ᾽ όσα
1380πρέπει να κάνουν οι καλοί στους άλλους.
ΤΕΥ. Ευγενικέ Οδυσσέα, θα σε παινέσω
γι᾽ αυτά που είπες, τι απ᾽ το φόβο που είχα
μ᾽ έβγαλες γελασμένο· όντας σε τούτον
ο πιο τρανός εχθρός απ᾽ τους Αργείους,
εσύ του παραστάθηκες μονάχα
κι ούτε το θράσος είχες να ᾽ρθεις, ζώντας
εσύ, μπρος στον νεκρό και να τον βρίσεις,
καθώς ο ανόητος στρατηλάτης που ᾽ρθε
κι αυτός κι ο αδερφός του και γυρεύαν
να τον αφήσουν άταφο κι ατιμασμένο.
Γι᾽ αυτό το λόγο του Όλυμπου ο μεγάλος
1390πατέρας κι η Ερινύα που δεν ξεχνάει,
κι η Δίκη που τα φέρνει όλα σε τέλος,
πανάθλια να τους αφανίσουν, όπως
ήθελαν ν᾽ ατιμάσουν δίχως τάφο
και δίχως να του αξίζει τον νεκρό μας.
Μα εσένα, σπέρμα του γέρο Λαέρτη,
διστάζω να σ᾽ αφήσω να βοηθήσεις
στον ενταφιασμό, μήπως ετούτο
δεν είναι ευχάριστο στον πεθαμένο.
Όσο για τα᾽ άλλα, βοήθησε· κι αν θέλεις
φέρε κι άλλο στρατό, σε με καθόλου
δε θα κακοφαινόταν. Όλα τ᾽ άλλα
θα τα φροντίσω εγώ και να το ξέρεις
πως φέρθηκες σ᾽ εμάς σωστά κι αντρίκεια.
1400ΟΔΥ. Θα ᾽θελα να συντρέξω· αφού όμως τούτο
δεν είναι ευχάριστο για σένα, τότε
συμφωνώ με τα λόγια σου και φεύγω.
(Ο Οδυσσέας φεύγει)


ΟΔΥ. Και τώρα απ᾽ εδώ κι ομπρός το υπόσχομαι στον Τεύκρο
πως θα ᾽μαι τόσο φίλος του όσο ήμουν πρώτα οχτρός του,
κι αυτόν τον πεθαμένονε με σας μαζί θα θάψω
και δεν θ᾽ αφήσω τίποτις απ᾽ όσα πρέπο είναι
1380να κάνουν οι θνητοί γι᾽ αυτούς που ᾽ναι άξια παλικάρια.
ΤΕΥ. Δυσσέα, απ᾽ όλους πιο καλέ, όλα σού τα παινεύω
και βγήκα απ᾽ τις ελπίδες μου πολύ ξεγελασμένος.
Σ᾽ αυτόν ο πρώτος ήσουνα οχτρός απ᾽ τους Αργίτες,
και μόνος ήρθες βοηθός και δεν το καταδέχθης
τον πεθαμένο αυτόνε συ ο ζωντανός να βρίσεις
ωσάν κι αυτόν τον στρατηγό τον παραφουσκωμένο,
όπου θελήσανε κι οι δυο, κι αυτός κι ο αδερφός του,
να τον αφήσουν άθαφτο για να τονε προσβάλουν.
Νάθε του Γέρου Έλυμπου αυτού ο πρωταφέντης
1390κι η Καταδιώχτρα η αξέχαστη κι η Δίκη η κακοδότρα
να τους χαλάσουν άσπλαχνα κι αυτούς τους διαστρεμμένους,
καθώς το θέλησαν κι αυτόν άπρεπα να τον βλάψουν.
Και συ βλαστάρι ξακουστό του Γέρου του Λαέρτη
αυτόν να ᾽γγίξεις τον νεκρό δεν θέλω να σ᾽ αφήσω,
μην τύχει και δεν το ποθεί αυτό κι ο πεθαμένος.
Μα σ᾽ όλα τ᾽ άλλα βόηθα μας, κι αν θέλεις για να φέρεις
κανένανε απ᾽ το στράτεμα για να τονε σηκώσει
δεν θενα μας κακοφανεί· εγώ ετοιμάζω τ᾽ άλλα,
και συ πως είσαι ο πιο καλός για μας μην το ξεχάσεις.
1400ΟΔΥ. Το ᾽θελα όμως· κι αν αυτό δεν θέλεις να το κάμω
φεύγω, γιατί σ᾽ όλα σωστή τη γνώμη σου τη βρήκα.