Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Αἴας (866-924)


ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ
πόνος πόνῳ πόνον φέρει.
πᾷ πᾷ
πᾷ γὰρ οὐκ ἔβαν ἐγώ;
κοὐδεὶς ἐπιστᾶται με συμμαθεῖν τόπος.
870ἰδοὺ ἰδού,
δοῦπον αὖ κλύω τινά.

ΗΜ. ἡμῶν γε ναὸς κοινόπλουν ὁμιλίαν.
ΗΜ. τί οὖν δή;
ΗΜ. πᾶν ἐστίβηται πλευρὸν ἕσπερον νεῶν.
875ΗΜ. ἔχεις οὖν;
ΗΜ. πόνου γε πλῆθος, κοὐδὲν εἰς ὄψιν πλέον.
ΗΜ. ἀλλ᾽ οὐδὲ μὲν δὴ τὴν ἀφ᾽ ἡλίου βολῶν
κέλευθον ἁνὴρ οὐδαμοῦ δηλοῖ φανείς.

ΧΟ. τίς ἂν δῆτά μοι, τίς ἂν φιλοπόνων [στρ.]
880ἁλιαδᾶν ἔχων ἀύπνους ἄγρας
ἢ τίς Ὀλυμπιάδων
θεᾶν, ἢ ῥυτῶν
Βοσπορίων ποταμῶν,
885ἴδρις τὸν ὠμόθυμον εἴ
ποθι πλαζόμενον [λεύσσων]
ἀπύοι; σχέτλια γὰρ
ἐμέ γε τὸν μακρῶν ἀλάταν πόνων
οὐρίῳ μὴ πελάσαι δρόμῳ,
890ἀλλ᾽ ἀμενηνὸν ἄνδρα μὴ λεύσσειν ὅπου.

ΤΕΚ. ἰώ μοί μοι.
ΧΟ. τίνος βοὴ πάραυλος ἐξέβη νάπους;
ΤΕΚ. ἰὼ τλάμων.
ΧΟ. τὴν δουρίληπτον δύσμορον νύμφην ὁρῶ
895Τέκμησσαν, οἴκτῳ τῷδε συγκεκραμένην.
ΤΕΚ. ᾤχωκ᾽, ὄλωλα, διαπεπόρθημαι, φίλοι.
ΧΟ. τί δ᾽ ἔστιν;
ΤΕΚ. Αἴας ὅδ᾽ ἡμῖν ἀρτίως νεοσφαγὴς
κεῖται, κρυφαίῳ φασγάνῳ περιπτυχής.
900ΧΟ. ὤμοι ἐμῶν νόστων·
ὤμοι, κατέπεφνες ‹ἅμ᾽›, ὦναξ,
τόνδε συνναύταν, ὦ τάλας·
ὦ ταλαῖφρον γύναι.
ΤΕΚ. ὡς ὧδε τοῦδ᾽ ἔχοντος αἰάζειν πάρα.
905ΧΟ. τίνος ποτ᾽ ἆρ᾽ ἔπραξε χειρὶ δύσμορος;
ΤΕΚ. αὐτὸς πρὸς αὑτοῦ· δῆλον. ἐν γάρ οἱ χθονὶ
πηκτὸν τόδ᾽ ἔγχος περιπετὲς κατηγορεῖ.
ΧΟ. ὤμοι ἐμᾶς ἄτας, οἶος ἄρ᾽ αἱμάχθης,
910ἄφαρκτος φίλων·
ἐγὼ δ᾽ ὁ πάντα κωφός, ὁ πάντ᾽ ἄιδρις,
κατημέλησα. πᾷ πᾷ
κεῖται ὁ δυστράπελος δυσώνυμος Αἴας;

915ΤΕΚ. οὔτοι θεατός· ἀλλά νιν περιπτυχεῖ
φάρει καλύψω τῷδε παμπήδην, ἐπεὶ
οὐδεὶς ἄν, ὅστις καὶ φίλος, τλαίη βλέπειν
φυσῶντ᾽ ἄνω πρὸς ῥῖνας ἔκ τε φοινίας
πληγῆς μελανθὲν αἷμ᾽ ἀπ᾽ οἰκείας σφαγῆς.
920οἴμοι, τί δράσω; τίς σε βαστάσει φίλων;
ποῦ Τεῦκρος; ὡς ἀκμαῖ᾽ ἄν, εἰ βαίη, μόλοι
πεπτῶτ᾽ ἀδελφὸν τόνδε συγκαθαρμόσαι.
ὦ δύσμορ᾽ Αἴας, οἷος ὢν οἵως ἔχεις,
ὡς καὶ παρ᾽ ἐχθροῖς ἄξιος θρήνων τυχεῖν.


ΗΜΙΧΟΡΙΟ Α’
Κόπος στον κόπο, κι άλλος κόπος.
Πού κι από πού δεν πέρασα εγώ;
Κι όμως κανένας τόπος δεν ξέρει να μου πει
το μυστικό.
870Πρόσεξε, τώρα, προσοχή·
ακούω κάποιον χτύπο πάλι.

ΗΜΙΧΟΡΙΟ Β’
Είμαστε εμείς, του καραβιού οι σύντροφοι, θαλασσινοί.
ΗΜΙΧ. Α’ Λοιπόν τί τρέχει;
ΗΜΙΧ. Β’ Όλη τη δυτική πλευρά στο αραξοβόλι
την ψάξαμε βήμα προς βήμα.
ΗΜΙΧ. Α’ Βρήκες μιαν άκρη;
ΗΜΙΧ. Β’ Κόπος πολύς, αφάνταστος, όμως δεν πήρε
τίποτα το μάτι μου.
ΗΜΙΧ. Α’ Ούτε και στη μεριά που ο ήλιος ανατέλλει,
δεν βρήκα ίχνος πουθενά, πατήματα να δείχνουν κάτι.

ΧΟ. Κανείς λοιπόν φιλόπονος θαλασσινός
880απ᾽ όσους μες στη νύχτα άγρυπνοι ψαρεύουν,
καμιά από τις ξωθιές του Ολύμπου κι από τα ρέοντα
ποτάμια του Βοσπόρου, δεν θα μου πει αν είδε κάπου
εκείνον τον παράτολμο να παραδέρνει;
Απελπισία με πιάνει να το σκέφτομαι, που τόσην ώρα,
τριγυρνώ εξοντωμένος, κι όμως δεν έγινε να βρω
τον δρόμο τον σωστό, να δουν τα μάτια μου
890τον άνθρωπό μου, τη σκιά του.
ΤΕ. Οά, οά.
ΧΟ. Ποιά η φωνή που φτάνει εδώ
μέσα απ᾽ τη λαγκαδιά στ᾽ αυτιά μου;
ΤΕ. Ω δυστυχία αβάσταχτη.
ΧΟ. Βλέπω τη δύσμοιρη, αιχμάλωτη γυναίκα του,
την Τέκμησσα, από τον πόνο συντριμμένη.
ΤΕ. Χάθηκα, φίλοι, έσβησα, ήλθε το τέλος.
ΧΟ. Τί τρέχει; Μίλα.
ΤΕ. Ο Αίας κείται εδώ, μόλις σφαγιασμένος,
με το σπαθί χωμένο, περασμένο στο κορμί του.
900ΧΟ. Ιώ, μου χάνεται για πάντα ο νόστος,
αλί μου, βασιλιά μου, θανάτωσες μαζί κι εμένα,
τον ναυτικό σου σύντροφο. Ω μοίρα μαύρη,
ω δύσμοιρη κι εσύ γυναίκα.
ΤΕ. Επώνυμος του Αίαντα αρμόζει τώρα ο στεναγμός αιαί.
ΧΟ. Με τίνος χέρι ο δύστυχος βρήκε το τέλος του;
ΤΕ. Μόνος, με το δικό του χέρι, φαίνεται το πράγμα·
μπήγοντας το σπαθί στη γη, έπεσε πάνω του — αυτό
δείχνει τον δράστη.
ΧΟ. Τυφλή για μένα η συμφορά,
έχυσες μόνος το αίμα σου,
910αφύλαχτος από δικούς και φίλους.
Κι εγώ ολότελα κουφός κι ολότελα ανήξερος,
πιάστηκα αμελέτητος.
Πού, πες μου πού κείται δυσώνυμος
ο Αίας αμετάπειστος;
ΤΕ. Δεν είναι να τον δεις. Όμως εγώ θα να τον καλύψω
τώρα γύρω γύρω μ᾽ ένα πολύπτυχο σεντόνι,
γιατί κανείς, ακόμη και πολύ δικός,
δεν θ᾽ άντεχε, βλέποντας μαύρο αίμα να κυλά
απ᾽ τα ρουθούνια του και την αιμόφυρτη πληγή
της αυτοκτονικής σφαγής.
920Ω, πες μου, τί να κάνω; ποιός από τους δικούς
θα τον σηκώσει; πού είναι ο Τεύκρος, που θα μπορούσε
φτάνοντας στην ώρα του, το σώμα του νεκρού αδελφού
μαζί μου να κηδέψει;
Δύσμοιρε Αίαντα, ποιός ήσουν και πώς έγινες,
τόσο που θ᾽ άξιζε να σε θρηνούν ακόμη κι οι εχθροί σου.


Α’ ΗΜΙΧΟΡΙΟ
Ο κόπος με τον κόπο φέρνει κόπο.
Και πού, και πού και πού δεν πήγα;
Κανείς δεν ξέρει για να μάθω.
870Μα νά, μα νά και πάλι
κάποιον ακούω χτύπο.

Β’ ΗΜΙΧΟΡΙΟ
Είμαστε μεις, του καραβιού οι συντρόφοι.
Α’. Και τί έχεις να μου πεις;
Β’. Απ᾽ άκρη σ᾽ άκρη έχουμε ψάξει
το δυτικό καραβοστάσι.
Α’. Λοιπόν τί βρήκες;
Β’. Περίσσιο μόχθο μόνο, τίποτα άλλο.
Α’. Μα ούτε κι από κει που βγαίνει ο ήλιος
κανένας δεν τον είδε πουθενά.

ΧΟΡ. Και ποιός λοιπόν σε μένα, ποιός
απ᾽ τους ακούραστους ψαράδες
880που ξαγρυπνούν στο ψάρεμα,
ποιά των εδώ βουνών νεράιδα
ή ποιό ποτάμι του Βοσπόρου
για το σκληρόψυχο τον Αίαντα
μπορεί να μου φωνάξει, αν κάπου
τον είδε να πλανιέται; Είναι βαρύ
για μένα που με τόσους κόπους
εδώθε, κείθε τριγυρίζω,
στο μονοπάτι το σωστό
να μη ζυγώνω και τον άντρα
890τον ξέφρενο να μη θωρώ.
(Έρχεται η Τέκμησσα)

ΤΕΚ. Ωχ! ωχ! αλίμονό μου.
ΧΟΡ. Τίνος ακούστηκε η φωνή
εδώ κοντά από το λαγκάδι;
ΤΕΚ. Αχ! η δυστυχισμένη.
ΧΟΡ. Βλέπω την Τέκμησσα, τη δόλια σκλάβα,
να την κατέχει σπαραγμός μεγάλος.
ΤΕΚ. Χάθηκα, φίλοι, πάω, μ᾽ αφανίσαν.
ΧΟΡ. Τί τρέχει;
ΤΕΚ. Νά, ο Αίαντας σφαγμένος εδώ πέρα,
δίπλα στο ματωμένο του ξιφάρι.
900ΧΟΡ. Αχ! πάει ο γυρισμός μου στην πατρίδα·
αχ! βασιλιά, μ᾽ αφάνισες
το σύντροφό σου εμένα, δύσμοιρε·
ω! δύστυχη κι εσύ γυναίκα.
ΤΕΚ. Έτσι ᾽ναι και γι᾽ αυτό ας θρηνούμε.
ΧΟΡ. Με ποιανού χέρι σφάχτηκεν ο δόλιος;
ΤΕΚ. Φως φανερό με το δικό του ο ίδιος.
Το σπαθί τούτο ξάστερα το δείχνει,
που το ᾽μπηξε στη γη κι έπεσε απάνω.
ΧΟΡ. Ω! συμφορά μου, αλίμονο
που έτσι αιματοβάφτηκες μονάχος,
910δίχως οι φίλοι να σε διαφεντέψουν·
κι εγώ κουφός στα πάντα,
ανήξερος στα πάντα δεν εγνοιάστηκα.
Πού βρίσκεται πεσμένος ο Αίαντας
ο κακονόματος κι αλύγιστος;
ΤΕΚ. Δεν είναι να τον δεις· μ᾽ ένα κομμάτι
ρούχο θα τον τυλίξω γύρω γύρω,
γιατί κανείς, ακόμα και δικός του
φίλος, δε θ ᾽άντεχε να βλέπει μαύρο,
πηχτό να βγάζει το αίμα απ᾽ τα ρουθούνια
κι απ᾽ τη φριχτή πληγή που άνοιξ᾽ ο ίδιος.
920Αχ! τί να κάνω; Ποιός από τους φίλους
θα σε σηκώσει; Πού ᾽ναι τάχα ο Τεύκρος;
Αν τώρα ερχόταν, θα ᾽φτανε στην ώρα,
το σκοτωμένο του αδερφό μαζί μου
να τον φροντίσει για ταφή. Ποιός ήσουν,
δυστυχισμένε μου Αίαντα, και πώς έχεις
στ᾽ αλήθεια καταντήσει, που να κάνεις
και τους εχθρούς ακόμη να σε κλάψουν.


ΜΙΣΟΣ ΧΟΡΟΣ. Στον κόπο ο κόπος κόπο φέρνει.
Πω, πω, και πού δεν πήγα;
Μα πουθενά σημάδια του δεν βρήκα να γνωρίσω.
870Νά, νά, ακούω κάποιονε χτύπο και πάλι.

ΜΙΣ. ΧΟΡ. Τ᾽ αυτιά σου κάνουν, θ᾽ άκουσες τα λόγια απ᾽ το καράβι.
ΜΙΣ. ΧΟΡ. Λοιπόν τί τρέχει;
ΜΙΣ. ΧΟΡ. Όλα ηλιοβασίλεμα πέρασα τα καράβια.
ΜΙΣ. ΧΟΡ. Λοιπόν τί φέρνεις;
ΜΙΣ. ΧΟΡ. Κούραση πλήθια, τίποτα δεν είδα με τα μάτια.
ΜΙΣ. ΧΟΡ. Παρόμοια αυτός κι ηλιόβγαλμα δεν φάνηκε καθόλου.

ΧΟΡΟΣ
Μα ποιός απ᾽ τους ακούραστους τάχα ψαράδες
880που πάντα μένουν άγρυπνοι με το πυροφάνι,
ή ποιά θεά απ᾽ τον Έλυμπο ή ποιό ποτάμι
γοργότατο του Βόσπορου, θενα μου δείξει
ο άντρας ο σκληρόκαρδος πού να γυρίζει;
Κρίμα ήτανε σαν τράβηξα μεγάλον κόπο
να μην πιτύχω το στρατί, το μονοπάτι,
890τον άτυχο τον άνθρωπο να βρω πού να ᾽ναι.

ΤΕΚ. Οϊμέ, οϊμέ!
ΧΟΡ. Τίνος φωνή απ᾽ το λαγκάδι βγήκε;
ΤΕΚ. Οϊμέ η δύστυχη!
ΧΟΡ. Την άμοιρη την Τέκμησσα την κονταροπαρμένη
τη βλέπω μες στα κλάματα να ᾽ν᾽ βουτημένη πάλε.
ΤΕΚ. Χάθηκα, καταστράφηκα, κάηκα, σύντροφοί μου.
ΧΟΡ. Τί τρέχει;
ΤΕΚ. Νά τον ο Αίας μας, εδώ βρίσκεται σκοτωμένος
με το σπαθί στα σπλάχνα του χωμένο πέρα πέρα.
900ΧΟΡ. Ω της πατρίδας γυρισμέ,
κι εμένα, αφέντη, σκότωσες, τον ιδικό σου ναύτη.
Οϊμέ ο δύστυχος, οϊμέ γυναίκα του καημένη.
ΤΕΚ. Έτσι σα χάθηκεν αυτός, να κλαίμε πρέπει τώρα.
ΧΟΡ. Και ποιός να τον εσκότωσε τον τρισδυστυχισμένο;
ΤΕΚ. Μονάχος του, είναι φανερό: γιατί στο μέρος τούτο
είναι μπηγμένο το σπαθί και μας το φανερώνει.
ΧΟΡ. Αλίμονο στη μοίρα μου
πώς πήγες κι εσκοτώθης
910απ᾽ τους δικούς σου αφύλαχτος.
Κι εγώ ο κουτός, ο άπραγος
δεν το ᾽χα καταλάβει.
Πω, πω, εδώ ᾽ναι αναίσθητος
ο αγύριστος ο Αίας.

ΤΕΚ. Δεν είναι για να τον θωρείς· θα του σκεπάσω τώρα
με τούτο το πολύδιπλο πουκάμισο το σώμα,
γιατί κανείς, και φίλος του αν είναι, δεν αντέχει
να βλέπει απ᾽ τα ρουθούνια του το μαύρο του το αίμα
να το φυσά, που απ᾽ την πληγή των σωθικώ του βγαίνει.
920Αχ! τί να κάμω; φίλος σου ποιός θενα σε σηκώσει;
Πού είναι ο Τεύκρος; να ᾽τανε σύγκαιρα εδώ να φτάσει,
ανίσως έρθει, τον νεκρό να θάψει του αδερφού του.
Δυστυχισμένε Αία μου, ποιός ήσουν και πώς είσαι,
αξίζεις να σε κλάψουνε ακόμα κι οι οχτροί σου.