Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ

Λυσιστράτη (207-253)


ΚΛ. ἐᾶτε πρώτην μ᾽, ὦ γυναῖκες, ὀμνύναι.
ΛΥ. μὰ τὴν Ἀφροδίτην οὔκ, ἐάν γε μὴ λάχῃς.
λάζυσθε πᾶσαι τῆς κύλικος, ὦ Λαμπιτοῖ·
210λεγέτω δ᾽ ὑπὲρ ὑμῶν μί᾽ ἅπερ ἂν κἀγὼ λέγω·
ὑμεῖς δ᾽ ἐπομεῖσθε ταῦτα κἀμπεδώσετε.
οὐκ ἔστιν οὐδεὶς οὔτε μοιχὸς οὔτ᾽ ἀνήρ—
ΚΛ. οὐκ ἔστιν οὐδεὶς οὔτε μοιχὸς οὔτ᾽ ἀνήρ—
ΛΥ. ὅστις πρὸς ἐμὲ πρόσεισιν ἐστυκώς. λέγε.
215ΚΛ. ὅστις πρὸς ἐμὲ πρόσεισιν ἐστυκώς. παπαῖ,
ὑπολύεταί μου τὰ γόνατ᾽, ὦ Λυσιστράτη.
ΛΥ. οἴκοι δ᾽ ἀταυρώτη διάξω τὸν βίον—
ΚΛ. οἴκοι δ᾽ ἀταυρώτη διάξω τὸν βίον—
ΛΥ. κροκωτοφοροῦσα καὶ κεκαλλωπισμένη—
220ΚΛ. κροκωτοφοροῦσα καὶ κεκαλλωπισμένη—
ΛΥ. ὅπως ἂν ἁνὴρ ἐπιτυφῇ μάλιστά μου· —
ΚΛ. ὅπως ἂν ἁνὴρ ἐπιτυφῇ μάλιστά μου· —
ΛΥ. κοὐδέποθ᾽ ἑκοῦσα τἀνδρὶ τὠμῷ πείσομαι.
ΚΛ. κοὐδέποθ᾽ ἑκοῦσα τἀνδρὶ τὠμῷ πείσομαι.
225ΛΥ. ἐὰν δέ μ᾽ ἄκουσαν βιάζηται βίᾳ—
ΚΛ. ἐὰν δέ μ᾽ ἄκουσαν βιάζηται βίᾳ—
ΛΥ. κακῶς παρέξω κοὐχὶ προσκινήσομαι.
ΚΛ. κακῶς παρέξω κοὐχὶ προσκινήσομαι.
ΛΥ. οὐ πρὸς τὸν ὄροφον ἀνατενῶ τὼ Περσικά.
230ΚΛ. οὐ πρὸς τὸν ὄροφον ἀνατενῶ τὼ Περσικά.
ΛΥ. οὐ στήσομαι λέαιν᾽ ἐπὶ τυροκνήστιδος.
ΚΛ. οὐ στήσομαι λέαιν᾽ ἐπὶ τυροκνήστιδος.
ΛΥ. ταῦτ᾽ ἐμπεδοῦσα μὲν πίοιμ᾽ ἐντευθενί—
ΚΛ. ταῦτ᾽ ἐμπεδοῦσα μὲν πίοιμ᾽ ἐντευθενί—
235ΛΥ. εἰ δὲ παραβαίην, ὕδατος ἐμπλῇθ᾽ ἡ κύλιξ.
ΚΛ. εἰ δὲ παραβαίην, ὕδατος ἐμπλῇθ᾽ ἡ κύλιξ.
ΛΥ. συνεπόμνυθ᾽ ὑμεῖς ταῦτα πᾶσαι; ΠΑΣΑΙ . νὴ Δία.
ΛΥ. φέρ᾽ ἐγὼ καθαγίσω τήνδε. ΚΛ. τὸ μέρος γ᾽, ὦ φίλη,
ὅπως ἂν ὦμεν εὐθὺς ἀλλήλων φίλαι.
240ΛΑ. τίς ὡλολυγά; ΛΥ. τοῦτ᾽ ἐκεῖν᾽ οὑγὼ ᾽λεγον·
αἱ γὰρ γυναῖκες τὴν ἀκρόπολιν τῆς θεοῦ
ἤδη κατειλήφασιν. ἀλλ᾽, ὦ Λαμπιτοῖ,
σὺ μὲν βάδιζε καὶ τὰ παρ᾽ ὑμῖν εὖ τίθει,
τασδὶ δ᾽ ὁμήρους κατάλιφ᾽ ἡμῖν ἐνθάδε.
245ἡμεῖς δὲ ταῖς ἄλλαισι ταῖσιν ἐν πόλει
ξυνεμβάλωμεν εἰσιοῦσαι τοὺς μοχλούς.
ΚΛ. οὔκουν ἐφ᾽ ἡμᾶς ξυμβοηθήσειν οἴει
τοὺς ἄνδρας εὐθύς; ΛΥ. ὀλίγον αὐτῶν μοι μέλει.
οὐ γὰρ τοσαύτας οὔτ᾽ ἀπειλὰς οὔτε πῦρ
250ἥξουσ᾽ ἔχοντες ὥστ᾽ ἀνοῖξαι τὰς πύλας
ταύτας, ἐὰν μὴ ᾽φ᾽ οἷσιν ἡμεῖς εἴπομεν.
ΚΛ. μὰ τὴν Ἀφροδίτην οὐδέποτέ γ᾽· ἄλλως γὰρ ἂν
ἄμαχοι γυναῖκες καὶ μιαραὶ κεκλῄμεθ᾽ ἄν.


ΚΛΕ. Αφήστε με, γυναίκες, εγώ πρώτη
να ορκιστώ! ΛΥΣ. Για να πιεις και πρώτη εσύ!
Όχι, κυρά μου, κλήρο θα τραβήξουμε!
(Στις άλλες)
Βάντε όλες το χεράκι σας στην κούπα!
(Γίνεται)
210Και μια σας ό,τι λέω θα ξαναλέει!
Κι έτσι τον όρκο, που θα πάρουμε όλες,
καμιά ποτές να μην τονε πατήσει.
(Συλλαβιστά)
«Σύζυγος μάιδε κι αγαπητικός…»
ΚΛΕ. (Ξαναλέει)
«Σύζυγος μάιδε κι αγαπητικός…»
ΛΥΣ. δε θα δεχτώ να με ζυγώσει…»
(Η Κλεονίκη κομπιάζει)
Λέγε
ΚΛΕ. «δε θα δεχτώ να με ζυγώσει…» Τρέμω!…
Μου λυθήκαν τα γόνατα της δόλιας!
ΛΥΣ. «Και στο σπίτι αζευγάρωτη θα μένω…»
ΚΛΕ. «Και στο σπίτι αζευγάρωτη θα μένω…»
ΛΥΣ. «Καλοβαμμένη κι ομορφοντυμένη…»
220ΚΛΕ. «Καλοβαμμένη κι ομορφοντυμένη…»
ΛΥΣ. «Για να τον κάνω να λυσσάει τον άντρα…»
ΚΛΕ. «Για να τον κάνω να λυσσάει τον άντρα…»
ΛΥΣ. «Και ποτές δε θα στέκω θελητά μου!…»
ΚΛΕ. «Και ποτές δε θα στέκω θελητά μου…»
ΛΥΣ. «Αλλ᾽ αν με βάζει κάτου με το ζόρι…»
ΚΛΕ. «Αλλ᾽ αν με βάζει κάτου με το ζόρι…»
ΛΥΣ. «Ανόρεχτη και κρύα, δε θα κουνιέμαι…»
ΚΛΕ. «Ανόρεχτη και κρύα, δε θα κουνιέμαι…»
ΛΥΣ. «Δε θα βλέπ᾽ η παντόφλα μου ταβάνι…»
230ΚΛΕ. «Δε θα βλέπ᾽ η παντόφλα μου ταβάνι…»
ΛΥΣ. «Και μάιδε τουρλοκάπουλη θα σκύβω…»
ΚΛΕ. «Και μάιδε τουρλοκάπουλη θα σκύβω…»
ΛΥΣ. «Τον όρκο μου βαστάω κι έτσι θα πιω…»
ΚΛΕ. «Τον όρκο μου βαστάω κι έτσι θα πιω…»
ΛΥΣ. «Κι αν όχι, το κρασί νερό να γίνει…»
ΚΛΕ. «Κι αν όχι, το κρασί νερό να γίνει…»
ΛΥΣ. (Στις άλλες)
Ε! Και σεις τα ορκιζόσαστε όλ᾽ αυτά;
ΟΛΕΣ
Ναι! μά τον Δία! ΛΥΣ. Τότες λοιπόν ας κάνω
την αρχή και να πιω πρώτη απ᾽ την κούπα.
(Πίνει)
ΚΛΕ. Το μερτικό σου, αν θέλεις ν᾽ αγαπιόμαστε!
(Ακούγεται θόρυβος στην Ακρόπολη)
240ΛΑΜ. Τί τάραχος απάνου! ΛΥΣ. Δε σας το ᾽πα;
Πάει την πήραν οι γράδες την Ακρόπολη!
Άι τώρα, Λαμπιτώ, τράβα στη Σπάρτη,
τις κυράδες εκεί να κατηχήσεις
κι άσ᾽ εδώ τις συντρόφισσές σου ομήρους.
Οι άλλες εμείς θ᾽ ανέβουμε στο βράχο
να σμίξουμε τις γράδες, ν᾽ αμπαρώσουμε
την πύλη. ΚΛΕ. Δε σου πέρασε καθόλου
απ᾽ το νου, πως ενάντια μας μπορούνε
να τρέξουν οι άντρες; ΛΥΣ. Δεν τους λογαριάζω!
Όσες φοβέρες και φωτιές να φέρουν,
250δεν μπορούνε ν᾽ ανοίξουνε τις πύλες,
εξόν μονάχ᾽, αν τους όρους μας δεχτούνε!
ΚΛΕ. Στην Αφροδίτη ορκίζομαι, ποτές
να μην μας λεν απόλεμες και τσούλες!