Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ

Σφῆκες (725-759)


725 ΧΟ. ἦ που σοφὸς ἦν ὅστις ἔφασκεν· «πρὶν ἂν ἀμφοῖν μῦθον ἀκούσῃς,
οὐκ ἂν δικάσαις.» σὺ γὰρ οὖν νῦν μοι νικᾶν πολλῷ δεδόκησαι·
ὥστ᾽ ἤδη τὴν ὀργὴν χαλάσας τοὺς σκίπωνας καταβάλλω.
ἀλλ᾽ ὦ τῆς ἡλικίας ἡμῖν τῆς αὐτῆς συνθιασῶτα,

πιθοῦ πιθοῦ λόγοισι, μηδ᾽ ἄφρων γένῃ [στρ.]
730 μηδ᾽ ἀτενὴς ἄγαν ἀτεράμων τ᾽ ἀνήρ.
εἴθ᾽ ὤφελέν μοι κηδεμὼν ἢ ξυγγενὴς
εἶναί τις ὅστις τοιαῦτ᾽ ἐνουθέτει.
σοὶ δὲ νῦν τις θεῶν παρὼν ἐμφανὴς
ξυλλαμβάνει τοῦ πράγματος,
καὶ δῆλός ἐστιν εὖ ποιῶν·
735 σὺ δὲ παρὼν δέχου.

ΒΔ. καὶ μὴν θρέψω γ᾽ αὐτὸν παρέχων
ὅσα πρεσβύτῃ ξύμφορα, χόνδρον
λείχειν, χλαῖναν μαλακήν, σισύραν,
πόρνην, ἥτις τὸ πέος τρίψει
740 καὶ τὴν ὀσφῦν.
ἀλλ᾽ ὅτι σιγᾷ κοὐδὲν γρύζει,
τοῦτ᾽ οὐ δύναταί με προσέσθαι.

ΧΟ. νενουθέτηκεν αὑτὸν ἐς τὰ πράγμαθ᾽, οἷς [ἀντ.]
τότ᾽ ἐπεμαίνετ᾽· ἔγνωκε γὰρ ἀρτίως
745 λογίζεταί τ᾽ ἐκεῖνα πάνθ᾽ ἁμαρτίας
ἃ σοῦ κελεύοντος οὐκ ἐπείθετο.
νῦν δ᾽ ἴσως τοῖσι σοῖς λόγοις πείθεται
καὶ σωφρονεῖ μέντοι μεθι-
στὰς εἰς τὸ λοιπὸν τὸν τρόπον
πιθόμενός τέ σοι.

ΦΙ. ἰώ μοί μοι. ΒΔ. οὗτος, τί βοᾷς;
750 ΦΙ. μή μοι τούτων μηδὲν ὑπισχνοῦ.
κείνων ἔραμαι, κεῖθι γενοίμαν,
ἵν᾽ ὁ κῆρυξ φησί· «τίς ἀψήφι-
στος; ἀνιστάσθω.»
κἀπισταίην ἐπὶ τοῖς κημοῖς
755 ψηφιζομένων ὁ τελευταῖος.
σπεῦδ᾽, ὦ ψυχή. ποῦ μοι ψυχή;
πάρες, ὦ σκιερά. μὰ τὸν Ἡρακλέα
μή νυν ἔτ᾽ ἐγὼ ᾽ν τοῖσι δικασταῖς
κλέπτοντα Κλέωνα λάβοιμι.


ΚΟΡ. Σοφός ήτανε ο άνθρωπος που έλεγε πως,
και τους δυο πριν ακούσεις διαδίκους,
δεν μπορείς να δικάσεις. Νά, τώρα κι εγώ
λέω πως είναι μαζί σου το δίκιο·
την οργή μου μαϊνάρω απ᾽ αυτή τη στιγμή
και πετώ καταγής το ραβδί μου.
Ο Κορυφαίος και αμέσως και τα άλλα μέρη του Χορού
αφήνουν τα ραβδιά που κρατούσαν ως τώρα.
ΚΟΡ., στο Φιλοκλέωνα.
Τώρα, σύντροφε εσύ της δικής μας γενιάς,
του δικού μας θιάσου, άκουσέ μας.

ΧΟΡ. Άκου του γιου τα λόγια τα σοφά·
730όχι στρυφνάδα, πείσμα κι αμυαλιά.
Να ᾽χα κι εγώ ένα φίλο ή συγγενή,
στο δρόμο το σωστό να μ᾽ οδηγεί.
Εσένα φανερά κάποιος θεός
τώρα σου παραστέκεται βοηθός·
καλό σού κάνει σε όλους μας μπροστά·
δέξου τον, φίλε, μ᾽ ανοιχτή καρδιά.

ΒΔΕ. Θα τον ζήσω καλά· όσα ποθεί
ένας γέρος, θα τα ᾽χει· χυλό,
μια γουνίτσα, παλτό μαλακό,
μια κοπέλα καλή, που εντριβές
740να του κάνει στη μέση κι αλλού.
Μα απ᾽ το στόμα του λέξη δε βγάζει, κι αυτό
δε μ᾽ αρέσει καθόλου.

ΧΟΡ. Μια τρέλα τον κρατούσε πριν, αλλά
φαίνεται τώρα θ᾽ άλλαξε μυαλά·
θ᾽ αναμετράει εκείνα που έχεις πει
κι ίσως να λέει: «Τί πλάνη ήταν κι αυτή!»
Τις συμβουλές σου αρνιόταν πρώτα, μα
να βρει ίσως τρόπο τώρα πολεμά
ν᾽ αφήσει τις συνήθειες τις παλιές
και να συμμορφωθεί μ᾽ αυτά που θες.

ΦΙΛ. Συφορά! ΒΔΕ. Τί φωνάζεις καλέ;
750ΦΙΛ. Να μου λείπουν αυτά που μου τάζεις εσύ·
δεν τα θέλω· άλλα θέλω· αχ εκεί να βρεθώ
που του κήρυκα λέει η φωνή:
«Ποιός δεν ψήφισε; Ας έρθει.» Κι εγώ
τελευταίος ψηφοφόρος να πάω να σταθώ
μπρος στις κάλπες· εκεί!
Τρέξε, τρέξε ψυχή μου. Μα πού είν᾽ η ψυχή;
Άφησέ με, ισκιερή. Σα θα πάω δικαστής,
συφορά του, τ᾽ ορκίζομαι, αν τώρα κι εμπρός,
αν τσακώσω τον Κλέωνα να κλέβει.