Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ

Ὕμνοι (3.183-3.224)

τίς δέ νύ τοι νήσων, ποῖον δ᾽ ὄρος εὔαδε πλεῖστον,
τίς δὲ λιμήν, ποίη δὲ πόλις; τίνα δ᾽ ἔξοχα νυμφέων
185 φίλαο, καὶ ποίας ἡρωίδας ἔσχες ἑταίρας;
εἰπέ, θεή, σὺ μὲν ἄμμιν, ἐγὼ δ᾽ ἑτέροισιν ἀείσω.
νήσων μὲν Δολίχη, πολίων δέ τοι εὔαδε Πέργη,
Τηΰγετον δ᾽ ὀρέων, λιμένες γε μὲν Εὐρίποιο.
ἔξοχα δ᾽ ἀλλάων Γορτυνίδα φίλαο νύμφην,
190 ἐλλοφόνον Βριτόμαρτιν ἐύσκοπον· ἧς ποτε Μίνως
πτοιηθεὶς ὑπ᾽ ἔρωτι κατέδραμεν οὔρεα Κρήτης.
ἡ δ᾽ ὁτὲ μὲν λασίῃσιν ὑπὸ δρυσὶ κρύπτετο νύμφη,
ἄλλοτε δ᾽ εἱαμενῇσιν· ὁ δ᾽ ἐννέα μῆνας ἐφοίτα
παίπαλά τε κρημνούς τε, καὶ οὐκ ἀνέπαυσε διωκτύν,
195 μέσφ᾽ ὅτε μαρπτομένη καὶ δὴ σχεδὸν ἥλατο πόντον
πρηόνος ἐξ ὑπάτοιο, καὶ ἔνθορεν εἰς ἁλιήων
δίκτυα, τά σφ᾽ ἐσάωσαν· ὅθεν μετέπειτα Κύδωνες
νύμφην μὲν Δίκτυναν, ὄρος δ᾽ ὅθεν ἥλατο νύμφη
Δικταῖον καλέουσιν, ἀνεστήσαντο δὲ βωμούς
200 ἱερά τε ῥέζουσι· τὸ δὲ στέφος ἤματι κείνῳ
ἢ πίτυς ἢ σχῖνος· μύρτοιο δὲ χεῖρες ἄθικτοι·
δὴ τότε γὰρ πέπλοισιν ἐνέσχετο μύρσινος ὄζος
τῆς κούρης, ὅτ᾽ ἔφευγεν· ὅθεν μέγα χώσατο μύρτῳ.
Οὖπι ἄνασσ᾽ εὐῶπι φαεσφόρε, καὶ δέ σε κείνης
205 Κρηταέες καλέουσιν ἐπωνυμίην ἀπὸ νύμφης.
καὶ μὴν Κυρήνην ἑταρίσσαο, τῇ ποτ᾽ ἔδωκας
αὐτὴ θηρητῆρε δύω κύνε, τοῖς ἔνι κούρη
Ὑψηὶς παρὰ τύμβον Ἰώλκιον ἔμμορ᾽ ἀέθλου.
καὶ Κεφάλου ξανθὴν ἄλοχον Δηιονίδαο,
210 πότνια, σὴν ὁμόθηρον ἐθήκαο· καὶ δέ σε φασί
καλὴν Ἀντίκλειαν ἴσον φαέεσσι φιλῆσαι·
αἱ πρῶται θοὰ τόξα καὶ ἀμφ᾽ ὤμοισι φαρέτρας
ἰοδόκους ἐφόρησαν· †ἀσύλλωτοι δέ φιν ὦμοι
δεξιτεροί, καὶ γυμνὸς ἀεὶ παρεφαίνετο μαζός.
215 ᾔνησας δ᾽ ἔτι πάγχυ ποδορρώρην Ἀταλάντην,
κούρην Ἰασίοιο συοκτόνον Ἀρκασίδαο,
καί ἑ κυνηλασίην τε καὶ εὐστοχίην ἐδίδαξας.
οὔ μιν ἐπίκλητοι Καλυδωνίου ἀγρευτῆρες
μέμφονται κάπροιο· τὰ γὰρ σημήια νίκης
220 Ἀρκαδίην εἰσῆλθεν, ἔχει δ᾽ ἔτι θηρὸς ὀδόντας.
οὐδὲ μὲν Ὑλαῖόν τε καὶ ἄφρονα Ῥοῖκον ἔολπα
οὐδέ περ ἐχθαίροντας ἐν Ἄιδι μωμήσασθαι
τοξότιν· οὐ γάρ σφιν λαγόνες συνεπιψεύσονται,
τάων Μαιναλίη νᾶεν φόνῳ ἀκρώρεια.

Απ᾽ τα νησιά ποιό σου αρέσει περισσότερο; ποιό όρος;
ποιό λιμάνι, ποιά πόλη, κι από τις νύμφες ποιάν αγάπησες περσότερο,
185ποιές ηρωίδες είχες για συντρόφισσές σου;
Πες τα θεά σ᾽ εμένανε κι εγώ στους άλλους θα τα τραγουδήσω.
Απ᾽ τα νησιά η Δολίχη, η Πέργη από τις πόλεις,
ο Ταΰγετος από τα όρη, κι από τα λιμάνια ο Εύριπος.
Και πιο πολύ αγάπησες από τις άλλες, τη Γορτύνια νύμφη,
190την ελαφοκτόνα Βριτόμαρτη την καλοτοξεύτρα, για την οποία κάποτε ο Μίνωας,
ερωτοβαρεμένος τα βουνά της Κρήτης πήρε σβάρνα.
Και η νύμφη πότε κρύβονταν κάτω από δρυς πυκνούς,
πότε στα χόρτα τα ψηλά. Κι εκείνος εννιά μήνες τριγυρνούσε
βράχια και γκρέμνα, το κυνηγητό χωρίς να παύει.
195Ώσπου, πάνω που θα την έπιανε, αυτή στον πόντο πήδηξε
από του βράχου την κορφή και μέσα σε ψαράδων
τα δίχτυα βρέθηκε και που την έσωσαν. Για τούτο οι Κύδωνες μετά
είπαν τη νύμφη Δίκτυννα και το βουνό απ᾽ όπου πήδηξε
Δικταίο το αποκάλεσαν. Κι αφού της έχτισαν βωμούς,
200εκεί της θυσιάζουν. Και το στεφάνι που φορούν τη μέρα της γιορτής της
είναι από πεύκο ή σκίνο. Όμως στα χέρια τους δεν πιάνουνε μυρτιά,
γιατί τη μέρα εκείνη σε μυρτιάς κλωνάρι πιάστηκε το πέπλο
της κόρης καθώς έφευγε. Για τούτο με το μύρτο κάκιωσε τόσο πολύ.
Ούπη άνασσα ομορφομάτα που το φως φέρνεις, από εκείνη
205τη νύμφη οι Κρήτες ονομάτισαν κι εσένα.
Και βέβαια την Κυρήνη διάλεξες για σύντροφο και κάποτε της έδωσες
δυο κυνηγόσκυλα, όπου μ᾽ εκείνα η κόρη
του Υψέα εβραβεύτηκε στης Ιωλκού τον τύμβο.
Και την ξανθή σύζυγο του Δηιονίδη Κέφαλου
210τη σεβαστή, συγκυνηγό σου έκανες. Και λένε
πως την ωραία Αντίκλεια αγάπησες ωσάν τα μάτια σου.
Αυτές οι νύμφες ήτανε οι πρώτες που γοργά τόξα και φαρέτρες στους ώμους
φόρεσαν με βέλη· κι ήτανε δίχως πόρπη ο ώμος
ο δεξιός, και πάντοτε γυμνός φαινόταν ο μαστός τους.
215Ακόμα και την Αταλάντη αγάπησες την ταχυπόδαρη
την κόρη του Ιάσιου του Αρκασίδη, την καπροσκοτώστρα,
που εσύ τη δίδαξες να κυνηγάει με σκύλους κι εύστοχα να τοξεύει.
Οι ονομαστοί συγκυνηγοί του Καλυδώνιου κάπρου
δεν την μέμφονται, και τα σημάδια από τη νίκη της εκείνη
220η Αρκαδία τα δέχτηκε, κι ακόμα έχει του θεριού τα δόντια.
Κι ούτε ο Υλαίος, ούτε ο άφρονας ο Ροίκος
που την εχθρεύονται, στον Άδη θα συκοφαντήσουν
την τοξότρια. Γιατί μαζί μ᾽ αυτούς δεν θα ψευστούν
του Μαίναλου οι κορφές, βαμμένες απ᾽ το αίμα των λαγόνων τους.