Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ

Δύσκολος (946-969)


(ΣΙΚ.) ἄλλος δὲ χερσὶν Εὔιον γέροντα πολιὸν ἤδη
ἔκλινε κοῖλον εἰς κύτος, μειγνύς τε νᾶμα Νυμφῶν
ἐδεξιοῦτ᾽ αὐτοῖς κύκλῳ, καὶ ταῖς γυναιξὶν ἄλλος.
ἦν δ᾽ ὡσπερεὶ ᾽ς ἄμμον φοροίης· ταῦτα μανθάνεις σύ;
950 καί τις βραχεῖσα προσπόλων εὐήλικος προσώπου
ἄνθος κατεσκιασμένη χορεῖον εἰσέβαινε
ῥυθμὸν μετ᾽ αἰσχύνης ὁμοῦ μέλλουσα ‹καὶ› τρέμουσα,
ἄλλη δὲ συγκαθῆπτε ταύτῃ χεῖρα κἀχόρευεν.
(ΓΕ.) ὦ πρᾶγμα πάνδεινον παθών, χόρευε, συνεπίβαινε.
955 ‹ΚΝ.› τί π‹ο›τ᾽ ἔτι βούλεσθ᾽, ἄθλιοι; (ΣΙΚ.) μᾶλλον ‹σὺ› συνεπίβαινε.
ἄγροικος εἶ. ‹ΚΝ.› μὴ πρὸς θεῶν. ‹ΓΕ.› οὐκοῦν φέρωμεν εἴσω
ἤδη σε; ‹ΚΝ.› τί ποήσω; ‹ΣΙΚ.› χόρευε δὴ σύ. (ΚΝ.) φέρετε. κρεῖττον
ἴσως ὑπομένειν ἐστὶ τἀκεῖ. (ΓΕ.) νοῦν ἔχεις. κρατοῦ‹μεν›.
ὢ καλλίνικοι. παῖ Δόναξ, Σίκων σύ γε,
960 αἴρεσθε τοῦτον, εἰσφέρετε. φύλαττε δὴ
σεαυτόν, ὡς ἐάν σε παρακινοῦντά τι
λάβωμεν αὖτις, οὐδὲ μετρίως ἴσθ᾽ ὅτι
χρησόμεθά σοι τὸ τηνικάδ᾽. ἰώ, ἐκδότω
στεφάνους τις ἡμῖν, δᾷδα. ‹ΣΙΚ.› τουτονὶ λαβέ.
965 εἶἑν. συνησθέντες κατηγωνισμένοις
ἡμῖν τὸν ἐργώδη γέροντα, φιλοφρόνως
μειράκια, παῖδες, ἄνδρες, ἐπικροτήσατε.
ἡ δ᾽ εὐπάτειρα φιλόγελώς τε παρθένος
Νίκη μεθ᾽ ἡμῶν εὐμενὴς ἕποιτ᾽ ἀεί.

ΧΟΡΟΥ


ΣΙΚ. Κρατώντας άλλος αγκαλιά τον ασπρομάλλη γέρο,
το Βάκχο, σε πλεούμενο τον έγειρε· μαζί του
έχυσε ανάβρα των Νυμφών, και κάνοντας τη γύρα
όλους τους άντρες κέρναγε· και τις γυναίκες άλλος.
Ο Γέτας και ο Σίκωνας εκτελούν ρυθμικά κινήσεις οινοχόων.
Κι ήτανε σα να πότιζες την άμμο. Ακούς; Με νιώθεις;
950Μια κοπελίτσα, που είχε πιει κι ήρθε στο κέφι, ισκιώνει
του ωραίου προσώπου τον ανθό με τα αγανά της πέπλα
και πάει να σύρει το χορό· μες στο ρυθμό του μπαίνει,
σειέται, λυγιέται ντροπαλή· σηκώνεται και μια άλλη,
χέρι με χέρι πιάνονται κι ωραία κι οι δυο χορεύουν.
ΓΕΤ., στον Κνήμωνα
Έμπα κι εσύ μες στο χορό, που συμφορά σε βρήκε.
Ο Γέτας και ο Σίκωνας προσπαθούν να σηκώσουν το γέρο όρθιο.
ΚΝΗ. Τί θέλετε, μωρέ σκυλιά; ΣΙΚ. Μπρος! Στο χορό, σου λέμε.
Μην είσαι αγρίμι. ΚΝΗ. Στ᾽ όνομα των θεών. ΓΕΤ. Δε θέλεις μέσα
νά ᾽ρθεις μαζί μας στο ιερό; ΚΝΗ. Δεν ξέρω τί να κάμω.
ΣΙΚ. Χόρευε τότε. ΚΝΗ. Πάρτε με· καλύτερα να στρέξω
σ᾽ ό,τι με βρίσκει. ΓΕΤ. Φρόνιμα μιλάς. Λοιπόν, νικούμε.
Ωραία η νίκη.
Στον αυλητή και στο Σίκωνα.
Δόνακα, παιδί μου,
και Σίκωνα, σηκώστε εσείς το γέρο,
960πάρτε τον στο ιερό.
Στον Κνήμωνα.
Κι εσύ, το νου σου·
γιατί αν σε ξαναπιάσουμε να κάνεις
στραβοξυλιές, δε θα ᾽μαστε, να ξέρεις,
τόσο καλοί και μαλακοί όπως πρώτα.
Ζήτω! Στεφάνια τώρα να μας δώσουν
και μια λαμπάδα. ΣΙΚ. Πάρε τούτο. ΓΕΤ. Ωραία.
Ενώ ο Σίκωνας και ο αυλητής πηγαίνουν σηκωτά
τον Κνήμωνα στο ιερό, ο Γέτας απευθύνεται στο κοινό.
Κι εσείς, θεατές, συντρόφοι της χαράς μας,
που το στρυφνό δαμάσαμε το γέρο,
με γνώμη ευγενική, με καλοσύνη,
μικροί μεγάλοι, εμπρός, χειροκροτήστε.
Κι η Νίκη, η κόρη αυτή τρανού πατέρα,
η Νίκη, η φίλη αυτή της κωμωδίας,
καλόβουλη, μαζί μας πάντα να είναι.