Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΗΣΙΟΔΟΣ

Ἀσπὶς Ἡρακλέους (349-367)


τὸν πρότερος προσέειπε βίη Ἡρακληείη·
350«Κύκνε πέπον, τί νυ νῶιν ἐπίσχετον ὠκέας ἵππους,
ἀνδράσιν οἵ τε πόνου καὶ ὀιζύος ἴδριές εἰμεν;
ἀλλὰ παρὲξ ἔχε δίφρον ἐύξοον ἠδὲ κελεύθου
εἶκε † παρὲξ ἰέναι † · Τρηχῖνάδε τοι παρελαύνω
ἐς Κήυκα ἄνακτα· ὃ γὰρ δυνάμει τε καὶ αἰδοῖ
355Τρηχῖνος προβέβηκε. σὺ δ᾽ εὖ μάλα οἶσθα καὶ αὐτός·
τοῦ γὰρ ὀπυίεις παῖδα Θεμιστονόην κυανῶπιν.
ὦ πέπον, οὐ μὲν γάρ τοι Ἄρης θανάτοιο τελευτὴν
ἀρκέσει, εἰ δὴ νῶι συνοισόμεθα πτολεμίζειν.
ἤδη μέν τέ ἕ φημι καὶ ἄλλοτε πειρηθῆναι
360ἔγχεος ἡμετέρου, ὅθ᾽ ὑπὲρ Πύλου ἠμαθόεντος
ἀντίος ἔστη ἐμεῖο, μάχης ἄμοτον μενεαίνων.
τρὶς μὲν ἐμῷ ὑπὸ δουρὶ τυπεὶς ἠρείσατο γαίῃ
οὐταμένου σάκεος, τὸ δὲ τέτρατον ἤλασα μηρὸν
παντὶ μένει σπεύδων, διὰ δὲ μέγα σαρκὸς ἄραξα·
365πρηνὴς δ᾽ ἐν κονίῃσι χαμαὶ πέσεν ἔγχεος ὁρμῇ.
ἔνθα κε δὴ λωβητὸς ἐν ἀθανάτοισιν ἐτύχθη
χερσὶν ὕφ᾽ ἡμετέρῃσι λιπὼν ἔναρα βροτόεντα ...»


Κι εκείνοι μαζί εμφανίστηκαν, ίδιοι φωτιά ή θύελλα,
ο Κύκνος ο ιπποδαμαστής κι ο Άρης για αλαλαγμούς αχόρταγος.
Τότε τ᾽ άλογα και των δυο αντίκρυ μεταξύ τους
δυνατά χρεμέτισαν και γύρω τους η ηχώ σκορπούσε.
Στον Κύκνο πρώτος μίλησε ο δυνατός ο Ηρακλής:
350«Καλέ μου Κύκνε, τι στρέφετε εναντίον μας τ᾽ άλογα τα γοργά,
που ᾽μαστε άντρες έμπειροι στη μάχη και τα βάσανα;
Μα τ᾽ άρμα το καλόξυστο παρέκει κράτα και τραβήξου
να βγεις έξω απ᾽ το δρόμο. Πάω για την Τραχίνα,
στον Κήυκα, το βασιλιά. Μες στην Τραχίνα ξεχωρίζει αυτός απ᾽ όλους
για τη δύναμη και την υπόληψή του. Κι εσύ ο ίδιος πολύ καλά το ξέρεις.
Γιατί ᾽σαι παντρεμένος με την κόρη του Θεμιστονόη, τη μαυρομάτα.
Καλέ μου, για σε ο Άρης το τέλος του θανάτου
δε θ᾽ αποσοβήσει, αν συγκρουστούμε οι δυο μας για να πολεμήσουμε.
Γιατί, το βεβαιώνω, ήδη μια φορά δοκίμασε
360το δόρυ μου, τότε που για την Πύλο την αμμουδερή
αντίπαλός μου στάθηκε, αχόρταγα τη μάχη λαχταρώντας.
Τρεις χτυπημένος απ᾽ το δόρυ μου φορές στο χώμα ακούμπησε
μ᾽ ασπίδα λαβωμένη, την τέταρτη το μερί του τρύπησα
μ᾽ όλη μου την μανία ορμώντας και του ᾽σκισα ως βαθιά τη σάρκα.
Μπρούμυτα μες στις σκόνες χάμω έπεσε απ᾽ την ορμή του κονταριού.
Και τότε παραλίγο μέσα στους αθανάτους θα ατιμαζότανε
απ᾽ τα δικά μου χέρια, αφήνοντας τα ματωμένα όπλα.»