Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΗΣΙΟΔΟΣ

Ἔργα καὶ Ἡμέραι (405-431)


405 Οἶκον μὲν πρώτιστα γυναῖκά τε βοῦν τ᾽ ἀροτῆρα,
κτητήν, οὐ γαμετήν, ἥτις καὶ βουσὶν ἕποιτο,
χρήματα δ᾽ εἰν οἴκῳ πάντ᾽ ἄρμενα ποιήσασθαι,
μὴ σὺ μὲν αἰτῇς ἄλλον, ὃ δ᾽ ἀρνῆται, σὺ δὲ τητᾷ,
ἡ δ᾽ ὥρη παραμείβηται, μινύθῃ δέ τοι ἔργον.
410 μηδ᾽ ἀναβάλλεσθαι ἔς τ᾽ αὔριον ἔς τε ἔνηφι·
οὐ γὰρ ἐτωσιοεργὸς ἀνὴρ πίμπλησι καλιὴν
οὐδ᾽ ἀναβαλλόμενος· μελέτη δέ τοι ἔργον ὀφέλλει·
αἰεὶ δ᾽ ἀμβολιεργὸς ἀνὴρ ἄτῃσι παλαίει.
Ἦμος δὴ λήγει μένος ὀξέος ἠελίοιο
415 καύματος ἰδαλίμου, μετοπωρινὸν ὀμβρήσαντος
Ζηνὸς ἐρισθενέος, μετὰ δὲ τρέπεται βρότεος χρὼς
πολλὸν ἐλαφρότερος· δὴ γὰρ τότε Σείριος ἀστὴρ
βαιὸν ὑπὲρ κεφαλῆς κηριτρεφέων ἀνθρώπων
ἔρχεται ἠμάτιος, πλεῖον δέ τε νυκτὸς ἐπαυρεῖ·
420 τῆμος ἀδηκτοτάτη πέλεται τμηθεῖσα σιδήρῳ
ὕλη, φύλλα δ᾽ ἔραζε χέει, πτόρθοιό τε λήγει·
τῆμος ἄρ᾽ ὑλοτομεῖν μεμνημένος ὥρια ἔργα·
ὄλμον μὲν τριπόδην τάμνειν, ὕπερον δὲ τρίπηχυν,
ἄξονα δ᾽ ἑπταπόδην· μάλα γάρ νύ τοι ἄρμενον οὕτω·
425 εἰ δέ κεν ὀκταπόδην, ἀπὸ καὶ σφῦράν κε τάμοιο.
τρισπίθαμον δ᾽ ἅψιν τάμνειν δεκαδώρῳ ἀμάξῃ,
πόλλ᾽ ἐπικαμπύλα κᾶλα· φέρειν δὲ γύην, ὅτ᾽ ἂν εὕρῃς,
εἰς οἶκον, κατ᾽ ὄρος διζήμενος ἢ κατ᾽ ἄρουραν,
πρίνινον· ὃς γὰρ βουσὶν ἀροῦν ὀχυρώτατός ἐστιν,
430 εὖτ᾽ ἂν Ἀθηναίης δμῶος ἐν ἐλύματι πήξας
γόμφοισιν πελάσας προσαρήρεται ἱστοβοῆι.


Πρώτα απ᾽ όλα να πάρεις σπίτι, βόδι για όργωμα, γυναίκα,
αγορασμένη, όχι με γάμο, που να μπορεί ν᾽ ακολουθεί τα βόδια,
κι όλα τα αναγκαία στο σπίτι μέσα να τα ᾽χεις έτοιμα,
μην τύχει και ζητάς απ᾽ άλλον, εκείνος σου αρνείται και συ δεν έχεις,
περνά ο καιρός και τα χωράφια σου αφανίζονται.
410Μην αναβάλλεις κάτι γι᾽ αύριο και μεθαύριο:
εκείνος που εργάζεται σ᾽ ανώφελη εποχή την αποθήκη δε γεμίζει,
ούτε ο αναβλητικός. Η επιμέλεια τη δουλειά προάγει.
Ο άνθρωπος που αναβάλλει τις δουλειές διαρκώς με τις ζημιές παλεύει.
Μόλις του καυτερού τού ήλιου η δύναμη
την κάψα που φέρνει ιδρώτα πάψει, και βρέξει φθινοπωρινά
ο Δίας ο μεγαλοδύναμος, και το θνητό μας σώμα αλλάζει
και γίνεται πολύ ελαφρότερο, τότε το άστρο του Σείριου
για λίγο μένει μες στη μέρα επάνω απ᾽ το κεφάλι των ανθρώπων
που ᾽ναι θρεμμένοι για το θάνατο κι απολαμβάνει πιο πολύ τη νύχτα.
420Τότε προπάντων το ξύλο που κόπηκε από σίδερο αφάγωτο απ᾽ τα σκουλήκια μένει,
ρίχνει στη γη τα φύλλα και παύει να βλασταίνει.
Τότε λοιπόν θυμήσου να κόψεις ξύλα, μία δουλειά της εποχής.
Τριών ποδιών κόψε γουδί, τρεις πήχεις γουδοχέρι,
εφτά πόδια άξονα. Πολύ κατάλληλος μ᾽ αυτόν τον τρόπο θα ᾽ναι.
Μ᾽ αν έχει μήκος πόδια οχτώ, μπορείς και σβάρνα απ᾽ αυτόν να κόψεις.
Τρεις πιθαμές τροχό να κόψεις για άμαξα με δέκα παλάμες μήκος,
πολλά καμπύλα ξύλα. Φέρε γονάτι, όταν το βρεις,
στο σπίτι σου, ψάχνοντας στα βουνά ή στα χωράφια,
δρύινο. Το πλέον στέρεο είναι αυτό στο όργωμα με τα βόδια,
430όταν το μπήξει της Αθηνάς ο δούλος στο αλετροπόδι
με ξυλόπροκες και το προσαρμόσει πλησιάζοντάς το στο σταβάρι.