Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΟΜΗΡΟΣ

Ὀδύσσεια (2.361-2.404)


Ὣς φάτο, κώκυσεν δὲ φίλη τροφὸς Εὐρύκλεια,
καί ῥ᾽ ὀλοφυρομένη ἔπεα πτερόεντα προσηύδα·
«Τίπτε δέ τοι, φίλε τέκνον, ἐνὶ φρεσὶ τοῦτο νόημα
ἔπλετο; πῇ δ᾽ ἐθέλεις ἰέναι πολλὴν ἐπὶ γαῖαν
365 μοῦνος ἐὼν ἀγαπητός; ὁ δ᾽ ὤλετο τηλόθι πάτρης
διογενὴς Ὀδυσεὺς ἀλλογνώτῳ ἐνὶ δήμῳ.
οἱ δέ τοι αὐτίκ᾽ ἰόντι κακὰ φράσσονται ὀπίσσω,
ὥς κε δόλῳ φθίῃς, τάδε δ᾽ αὐτοὶ πάντα δάσονται.
ἀλλὰ μέν᾽ αὖθ᾽ ἐπὶ σοῖσι καθήμενος· οὐδέ τί σε χρὴ
370 πόντον ἐπ᾽ ἀτρύγετον κακὰ πάσχειν οὐδ᾽ ἀλάλησθαι.»
Τὴν δ᾽ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα·
«θάρσει, μαῖ᾽, ἐπεὶ οὔ τοι ἄνευ θεοῦ ἥδε γε βουλή.
ἀλλ᾽ ὄμοσον μὴ μητρὶ φίλῃ τάδε μυθήσασθαι,
πρίν γ᾽ ὅτ᾽ ἂν ἑνδεκάτη τε δυωδεκάτη τε γένηται,
375 ἢ αὐτὴν ποθέσαι καὶ ἀφορμηθέντος ἀκοῦσαι,
ὡς ἂν μὴ κλαίουσα κατὰ χρόα καλὸν ἰάπτῃ.»
Ὣς ἄρ᾽ ἔφη, γρηῢς δὲ θεῶν μέγαν ὅρκον ἀπόμνυ.
αὐτὰρ ἐπεί ῥ᾽ ὄμοσέν τε τελεύτησέν τε τὸν ὅρκον,
αὐτίκ᾽ ἔπειτά οἱ οἶνον ἐν ἀμφιφορεῦσιν ἄφυσσεν,
380 ἐν δέ οἱ ἄλφιτα χεῦεν ἐϋρραφέεσσι δοροῖσι·
Τηλέμαχος δ᾽ ἐς δώματ᾽ ἰὼν μνηστῆρσιν ὁμίλει.
Ἔνθ᾽ αὖτ᾽ ἄλλ᾽ ἐνόησε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη·
Τηλεμάχῳ ἐϊκυῖα κατὰ πτόλιν οἴχετο πάντῃ,
καί ῥα ἑκάστῳ φωτὶ παρισταμένη φάτο μῦθον,
385 ἑσπερίους δ᾽ ἐπὶ νῆα θοὴν ἀγέρεσθαι ἀνώγει.
ἡ δ᾽ αὖτε Φρονίοιο Νοήμονα φαίδιμον υἱὸν
ᾔτεε νῆα θοήν· ὁ δέ οἱ πρόφρων ὑπέδεκτο.
Δύσετό τ᾽ ἠέλιος σκιόωντό τε πᾶσαι ἀγυιαί·
καὶ τότε νῆα θοὴν ἅλαδ᾽ εἴρυσε, πάντα δ᾽ ἐν αὐτῇ
390 ὅπλ᾽ ἐτίθει, τά τε νῆες ἐΰσσελμοι φορέουσι.
στῆσε δ᾽ ἐπ᾽ ἐσχατιῇ λιμένος, περὶ δ᾽ ἐσθλοὶ ἑταῖροι
ἀθρόοι ἠγερέθοντο· θεὰ δ᾽ ὄτρυνεν ἕκαστον.
Ἔνθ᾽ αὖτ᾽ ἄλλ᾽ ἐνόησε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη,
βῆ ῥ᾽ ἴμεναι πρὸς δώματ᾽ Ὀδυσσῆος θείοιο·
395 ἔνθα μνηστήρεσσιν ἐπὶ γλυκὺν ὕπνον ἔχευε,
πλάζε δὲ πίνοντας, χειρῶν δ᾽ ἔκβαλλε κύπελλα.
οἱ δ᾽ εὕδειν ὄρνυντο κατὰ πτόλιν, οὐδ᾽ ἄρ᾽ ἔτι δὴν
ἥατ᾽, ἐπεί σφισιν ὕπνος ἐπὶ βλεφάροισιν ἔπιπτεν.
αὐτὰρ Τηλέμαχον προσέφη γλαυκῶπις Ἀθήνη
400 ἐκπροκαλεσσαμένη μεγάρων εὖ ναιεταόντων,
Μέντορι εἰδομένη ἠμὲν δέμας ἠδὲ καὶ αὐδήν·
«Τηλέμαχ᾽, ἤδη μέν τοι ἐϋκνήμιδες ἑταῖροι
ἥατ᾽ ἐπήρετμοι, τὴν σὴν ποτιδέγμενοι ὁρμήν·
ἀλλ᾽ ἴομεν, μὴ δηθὰ διατρίβωμεν ὁδοῖο.»


Όπως της μίλησε, βόγγηξε η καλή τροφός Ευρύκλεια θρηνώντας,
κι ολοφυρόμενη αποκρίθηκε με λόγια που πετούσαν σαν πουλιά:
«Πώς πέρασε, παιδί μου, από τον νου σου τέτοια σκέψη;
πώς το στοχάστηκες στην άλλη άκρη να βρεθείς,
μοναχογιός εσύ μονάκριβος; Εκείνος πάει, χάθηκε,
σε ξένα μέρη κι άγνωστα, βλαστός του Δία ο Οδυσσέας.
Είναι κι αυτοί που, μόλις φύγεις, πίσω σου το κακό σου θα σκεφτούν·
πώς με τον δόλο τους θα χαλαστείς, για να μοιράσουν
μεταξύ τους όλα τ᾽ αγαθά σου.
Μείνε λοιπόν εδώ, με τα καλά σου· κανένας λόγος
δεν συντρέχει να κακοπάθεις και να παραδέρνεσαι
370πέρα στα ακάρπιστα πελάγη.»
Αλλά κι ο φρόνιμος Τηλέμαχος τότε της ανταπάντησε:
«Νένα μου, θάρρος. Η απόφασή μου είναι θέλημα θεού.
Μόνο ορκίσου, μην της το φανερώσεις της καλής μου μάνας,
προτού περάσουν μέρες έντεκα και φτάσει η δωδεκάτη,
εκτός κι αν μόνη της το μάθει πως της έλειψα και με ποθήσει.
Για να μην κλαίει και χαλνά τ᾽ όμορφο πρόσωπό της.»
Έτσι της μίλησε, κι ορκίστηκε η γερόντισσα τον μέγαν όρκον των θεών.
Είπε και τέλειωσε τον όρκο της, κι ευθύς του γέμισε
τις στάμνες με κρασί, έβαλε και κριθάλευρο σε σάκους από δέρμα
380καλά σοφιλιασμένους. Τότε την άφησε ο Τηλέμαχος, τράβηξε
προς την αίθουσα, παρέα με τους μνηστήρες.
Στο μεταξύ κι η Αθηνά, τα μάτια λάμποντας, άλλα στοχάστηκε:
με τη μορφή του Τηλεμάχου τριγυρνούσε παντού μέσα στην πόλη,
και τον καθένα χωριστά σίμωνε κι εξηγούσε,
μόλις βραδιάσει με τους άλλους να βρεθεί μαζί στο γρήγορο καράβι.
Από τον γιο του Φρόνιου, τον ξακουστό Νοήμονα, γύρευε
το γοργό καράβι, κι αυτός το υποσχέθηκε με προθυμία μεγάλη.
Έδυσε ο ήλιος, έπεσε το σκοτάδι στους μεγάλους δρόμους·
τότε το γρήγορο σκαρί στη θάλασσα έσυρε, μ᾽ όλα τα ξάρτια
390πάνω του, όσα φορούν τα καλοκούβερτα καράβια.
Μετά στην πέρα άκρη το ᾽δεσε του λιμανιού, όπου
και συγκεντρώθηκαν οι σύντροφοι, όλοι μαζί και διαλεχτοί —
εκείνη τον καθένα τους παρότρυνε.
Τότε η θεά Αθηνά, τα μάτια λάμποντας, άλλα στοχάστηκε:
ξεκίνησε και πήγε στο παλάτι του θεϊκού Οδυσσέα,
όπου και στάλαξε στα μάτια των μνηστήρων
ύπνο γλυκό· την ώρα που έπιναν τους παραζάλισε,
κι οι κούπες του κρασιού τούς φύγαν απ᾽ τα χέρια.
Αμέσως κίνησαν να κοιμηθούν, σκορπίστηκαν στην πόλη,
άλλο δεν έμειναν εκεί, γιατί τους έκλεινε τα μάτια η νύστα.
Στράφηκε τότε στον Τηλέμαχο, τα μάτια λάμποντας, η Αθηνά,
400έξω τον φώναξε απ᾽ το καλοχτισμένο του παλάτι —
μοιάζοντας τώρα με τον Μέντορα, ίδιο παράστημα, ίδια φωνή:
«Τηλέμαχε, πανέτοιμοι οι σύντροφοί σου πια,
κάθονται στα κουπιά, την προσταγή σου περιμένουν·
πάμε λοιπόν, ας μη βραδύνει κι άλλο ο δρόμος μας.»