Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Εὐμενίδες (140-177)


ΠΑΡΟΔΟΣ


140 ΧΟ. ἔγειρ᾽, ἔγειρε καὶ σὺ τήνδ᾽, ἐγὼ δὲ σέ.
εὕδεις; ἀνίστω, κἀπολακτίσασ᾽ ὕπνον,
ἰδώμεθ᾽ εἴ τι τοῦδε φροιμίου ματᾷ.

― ἰοὺ ἰοὺ πόπαξ. ἐπάθομεν, φίλαι, [στρ. α]
(― ἦ πολλὰ δὴ παθοῦσα καὶ μάτην ἐγώ.)
145 ἐπάθομεν πάθος δυσαχές, ὦ πόποι,
ἄφερτον κακόν.
― ἐξ ἀρκύων πέπτωκεν, οἴχεται δ᾽ ὁ θήρ.
― ὕπνῳ κρατηθεῖσ᾽ ἄγραν ὤλεσα.

― ἰὼ παῖ Διός· ἐπίκλοπος πέλῃ, [ἀντ. α]
150 (― νέος δὲ γραίας δαίμονας καθιππάσω.)
τὸν ἱκέταν σέβων, ἄθεον ἄνδρα καὶ
τοκεῦσιν πικρόν.
― τὸν μητραλοίαν δ᾽ ἐξέκλεψας ὢν θεός.
― τί τῶνδ᾽ ἐρεῖ τις δικαίως ἔχειν;

― ἐμοὶ δ᾽ ὄνειδος ἐξ ὀνειράτων μολὸν [στρ. β] 155
ἔτυψεν δίκαν διφρηλάτου
μεσολαβεῖ κέντρῳ,
ὑπὸ φρένας, ὑπὸ λοβόν.
160 πάρεστι μαστίκτορος δαΐου δαμίου
βαρὺ περίβαρυ τὸ κρύος ἔχειν.

― τοιαῦτα δρῶσιν οἱ νεώτεροι θεοί, [ἀντ. β]
κρατοῦντες τὸ πᾶν δίκας πλέον.
φονολιβῆ θρόνον,
165 περὶ πόδα, περὶ κάρα—
πάρεστι γᾶς ὀμφαλὸν προσδρακεῖν αἱμάτων
βλοσυρὸν ἀρόμενον ἄγος ἔχειν.

― ἐφεστίῳ δὲ μάντις ὢν μιάσματι [στρ. γ]
170 μυχὸν ἐχράνατ᾽ αὐτόσσυτος, αὐτόκλητος,
παρὰ νόμον θεῶν βρότεα μὲν τίων,
παλαιγενεῖς δὲ μοίρας φθίσας.

― κἀμοί γε λυπρός, καὶ τὸν οὐκ ἐκλύσεται, [ἀντ. γ]
175 ὑπὸ δὲ γᾶν φυγὼν οὔ ποτ᾽ ἐλευθεροῦται.
ποτιτρόπαιος ὢν δ᾽ ἕτερον ἐν κάρᾳ
μιάστορ᾽ εἶσιν οὗ πάσεται.


ΠΑΡΟΔΟΣ


ΧΟΡΟΣ
140Ξύπνα και ξύπνησε κι αυτή, καθώς και σένα εγώ.
Κοιμάσαι; ξύπνα· τίναξε τον ύπνο· ας δούμε
μη μας πλανεύει το προμάντεμα έτσι αυτό μας.

Ώχου αλί μου κι αλί! Φίλες επάθαμε —
— Ώχου τα τόσα πὄπαθα κι όλα του κάκου!
— Επάθαμε κακό βαρύκλαυτο, πωπώ
αβάσταχτο κακό.
απ᾽ τα πλεμάτια ξέμπλεξε και πάει τ᾽ αγρίμι!
— Με νίκησ᾽ ύπνος και την άγρη μου έχασα;

Ω εσύ, του Δία ο γιος, κλέφτης είσαι εσύ
150— και νέος εμάς, γριές θεές, πήρες καβάλα·
κι άθεον ικέτη τίμησες κακό
και στους γονιούς σκληρό·
και συ, θεός, το μητροκτόνο επήες να σώσεις.
— Ποιός θενα πει πως είναι δίκια τάχ᾽ αυτά;

Μα έφτασ᾽ εμένα ονειδισμός μες στα όνειρά μου
και μου έκοψε σα διφρηλάτης μια
με μεσοβάσταχτο κεντρί
στα σωτικά, στο ψυχικό.
— Κι έχω να πω της μάστιγας
160του δήμιου του ανήμερου
βαρύ βαρύ το σύγκρυο που μ᾽ έκοψε.

Τέτοια οι νεότεροι θεοί κάνουν αυτοί
που βάζουνε τη δύναμη πάνω απ᾽ το δίκιο·
κι αιματοστάλαχτο θρονί
από τα νύχια ως την κορφή
έχεις να δεις τον Ομφαλό
της γης, που πήρε επάνω του
κι ανόσιο αιμάτων μόλυσμα κρατεί.

Και την Εστία του μαντικού του αδύτου
μόνος του επήε και μόλυνε
170αυτόθελος κι αυτόκλητος
κι ενάντια στους θεούς για χάρη ενός θνητού
την προαιώνια εξέσκισε Συνθήκη.

Κι έγιν᾽ εχθρός μου, μα και κείνον δε θα σώσει
που κάτω αν φύγει κι απ᾽ τη γη
ποτέ δε θά ᾽βρει γλιτωμό
κι άλλον εκδικητή για το αίμα που χρωστά
πάνω στην κεφαλή του θενα πάρει.