Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας (203-244)


ΧΟ. ὦ φίλον Οἰδίπου τέκος, ἔδεισ᾽ ἀκού- [στρ. α]
σασα τὸν ἁρματόκτυπον ὄτοβον ὄτοβον,
205 ὅτε τε σύριγγες κλάγξαν ἑλικότροχοι,
ἱππικοί τ᾽ ἄπυον πηδαλίων διὰ στόμια
πυριγενετᾶν χαλινοί.
ΕΤ. τί οὖν; ὁ ναύτης ἆρα μὴ ᾽ς πρῷραν φυγὼν
πρύμνηθεν ηὗρε μηχανὴν σωτηρίας,
210 νεὼς καμούσης ποντίῳ πρὸς κύματι;

ΧΟ. ἀλλ᾽ ἐπὶ δαιμόνων πρόδρομος ἦλθον ἀρ- [ἀντ. α]
χαῖα βρέτη, θεοῖς πίσυνος, ὅτ᾽ ὀλοᾶς
νειφομένας βρόμος λιθάδος ἐν πύλαις·
δὴ τότ᾽ ἤρθην φόβῳ πρὸς μακάρων λιτάς, πόλεος
215 ἵν᾽ ὑπερέχοιεν ἀλκάν.
ΕΤ. πύργον στέγειν εὔχεσθε πολέμιον δόρυ.
οὐκοῦν τάδ᾽ ἔσται πρὸς θεῶν. ἀλλ᾽ οὖν θεοὺς
τοὺς τῆς ἁλούσης πόλεος ἐκλείπειν λόγος.

ΧΟ. μήποτ᾽ ἐμὸν κατ᾽ αἰῶνα λίποι θεῶν [στρ. β]
220 ἅδε πανάγυρις, μηδ᾽ ἐπίδοιμι τάνδ᾽
ἀστυδρομουμέναν πόλιν καὶ † στράτευμ᾽
ἁπτόμενον πυρὶ δαΐῳ.
ΕΤ. μή μοι θεοὺς καλοῦσα βουλεύου κακῶς·
πειθαρχία γάρ ἐστι τῆς εὐπραξίας
225 μήτηρ, γυνὴ Σωτῆρος· ὧδ᾽ ἔχει λόγος.

ΧΟ. ἔστι· θεοῦ δ᾽ ἔτ᾽ ἰσχὺς καθυπερτέρα· [ἀντ. β]
πολλάκι δ᾽ ἐν κακοῖσι τὸν ἀμήχανον
κἀκ χαλεπᾶς δύας ὕπερθ᾽ ὀμμάτων
κριμναμενᾶν νεφελᾶν ὀρθοῖ.
230 ΕΤ. ἀνδρῶν τάδ᾽ ἐστί, σφάγια καὶ χρηστήρια
θεοῖσιν ἔρδειν, πολεμίων πειρωμένων·
σὸν δ᾽ αὖ τὸ σιγᾶν καὶ μένειν εἴσω δόμων.

ΧΟ. διὰ θεῶν πόλιν νεμόμεθ᾽ ἀδάματον, [στρ. γ]
δυσμενέων δ᾽ ὄχλον πύργος ἀποστέγει.
235 τίς τάδε νέμεσις στυγεῖ;
ΕΤ. οὔτοι φθονῶ σοι δαιμόνων τιμᾶν γένος·
ἀλλ᾽ ὡς πολίτας μὴ κακοσπλάγχνους τιθῇς,
εὔκηλος ἴσθι μηδ᾽ ἄγαν ὑπερφοβοῦ.

ΧΟ. ἅμα ποταίνιον κλύουσα πάταγον [ἀντ. γ]
240 ταρβοσύνῳ φόβῳ τάνδ᾽ ἐς ἀκρόπτολιν,
τίμιον ἕδος, ἱκόμαν.
ΕΤ. μή νυν, ἐὰν θνῄσκοντας ἢ τετρωμένους
πύθησθε, κωκυτοῖσιν ἁρπαλίζετε.
τούτῳ γὰρ Ἄρης βόσκεται, φόνῳ βροτῶν.


ΧΟΡΟΣ
Ω καλογιέ του Οιδίποδα,
επήρα φόβο π᾽ άκουσα το βρόντημα,
το βρόντημ᾽ απ᾽ τ᾽ αμάξια τα βαρύχτυπα
και πὄκριξαν τ᾽ αξόνια τροχοκίνητα
κι άκουσα στων αλόγων ν᾽ αναδεύουν
γύρω το στόμα, της φωτιάς γεννήματα,
τα γκέμια, που τα τιμονεύουν.
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Και τί; μην τάχα ο ναύτης, αν από την πρύμνα
στην πλώρη τρέξει, θα βρει τρόπο να γλιτώσει,
210σαν πάρει πια το κύμα δίπλα το καράβι;

ΧΟΡΟΣ
Μα ήρθα μ᾽ ασπούδα τρέχοντας
προς των θεών τα παλιά τ᾽ αγάλματα
πόχω σ᾽ αυτούς μονάχα όλα τα θάρρη μου,
όταν πάνω στις πύλες μας μανίζοντας
τ᾽ άγριο τουφάνι της χιονιάς βροντούσε·
τότ᾽ απ᾽ το φόβο να προσπέσω πέταξα
στη θεότη, να ᾽θε με βοηθούσε.
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Εύχεστε να βαστά στου εχθρού το δόρυ ο πύργος,
κι αυτό συμφέρει τους θεούς· γιατί δε λένε
πως σαν μια πολιτεία χαθεί, παν κι οι θεοί της;

ΧΟΡΟΣ
Άμποτ᾽ όσο που ζω μην ποτέ μου μ᾽ αφήσει
220των θεών αυτή η σύναξη, μήτε να δω
εχθρού πόδι την πόλη μου αυτή να πατήσει
και να την διαγουμίσει
κι από φλόγες ζωσμένο εχθρικές το λαό.
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Μπορείς να κράζεις τους θεούς, μα δίχως κι έτσι
το νου να χάνεις· γιατί, ξέρε, η πειθαρχία
της νίκης είναι και της σωτηρίας μητέρα.

ΧΟΡΟΣ
Ναι, μα πιο του θεού τρανή η δύναμη ακόμα·
και συχνά κι έναν όπου δε βλέπει σωσμό
στη φορτούνα και πια του σκεπάζει
μαύρο νέφος τα μάτια, απ᾽ τον άγριο χαμό
τον σηκώνει με μιας και γερό τονέ βγάζει.
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
230Δουλειά ᾽ναι των αντρών στους θεούς θυσίες να κάνουν
και τη βουλή τους να ρωτούν πριν πιάσει η μάχη·
δουλειά σου εσένα, να σωπάς και μένεις σπίτι.

ΧΟΡΟΣ
Να ᾽ν᾽ αδάμαστ᾽ η πόλη μας, στους θεούς το χρωστούμε
κι απ᾽ τα πλήθη του εχθρού να μας σκέπουν οι πύργοι·
ποιά γι᾽ αυτά μου λοιπόν κατηγόρια φοβούμαι;
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Τους θεούς για να τιμάς εγώ δε σ᾽ εμποδίζω,
μα για να μη λιγόκαρδους τους άλλους κάνεις,
κάθου ήσυχη κι ας μη σε παραπαίρνει ο φόβος.

ΧΟΡΟΣ
Σύσμιχτο άκουσα πάταγο τώρα πρι λίγην ώρα
240και διωγμένη απ᾽ τον τρόμο στην ακρόπολη τούτη,
των θεών άγιαν έδρα, ήρθα τρέχοντας φόρα.
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Μη λοιπόν τώρ᾽ αν τύχει ή σκοτωμούς κι ακούτε
ή λαβωμούς, σ᾽ άγρια ξεφωνητά ξεσπάτε,
κι ο Άρης μ᾽ αυτά ᾽ναι που μεθά, μ᾽ ανθρώπινο αίμα.