Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Πέρσαι (532-567)


ΣΤΑΣΙΜΟΝ ΠΡΩΤΟΝ


ΧΟ. ὦ Ζεῦ βασιλεῦ, νῦν ‹γὰρ› Περσῶν
τῶν μεγαλαύχων καὶ πολυάνδρων
στρατιὰν ὀλέσας
535 ἄστυ τὸ Σούσων ἠδ᾽ Ἀγβατάνων
πένθει δνοφερῷ κατέκρυψας·
πολλαὶ δ᾽ ἁπαλαῖς χερσὶ καλύπτρας
κατερεικόμεναι
διαμυδαλέους δάκρυσι κόλπους
540 τέγγουσ᾽, ἄλγους μετέχουσαι.
αἱ δ᾽ ἁβρόγοοι Περσίδες ἀνδρῶν
ποθέουσαι ἰδεῖν ἀρτιζυγίαν,
λέκτρων [τ᾽] εὐνὰς ἁβροχίτωνας,
χλιδανῆς ἥβης τέρψιν, ἀφεῖσαι,
545 πενθοῦσι γόοις ἀκορεστοτάτοις.
κἀγὼ δὲ μόρον τῶν οἰχομένων
αἴρω δοκίμως πολυπενθῆ.

— νῦν γὰρ δὴ πρόπασα μὲν στένει [στρ. α]
γαῖ᾽ Ἀσὶς ἐκκενουμένα.
550 Ξέρξης μὲν ἄγαγεν, ποποῖ,
Ξέρξης δ᾽ ἀπώλεσεν, τοτοῖ,
Ξέρξης
δὲ πάντ᾽ ἐπέσπε δυσφρόνως
βαρίδεσσι ποντίαις.
τίπτε Δαρεῖος μὲν οὕ-
555 τω τότ᾽ ἀβλαβὴς ἐπῆν,
τόξαρχος πολιήταις,
Σουσίδαις φίλος ἄκτωρ;

πεζοὺς γάρ σφε καὶ θαλασσίους [ἀντ α]
ὁμόπτεροι κυανώπιδες
νᾶες μὲν ἄγαγον, ποποῖ,
560 νᾶες δ᾽ ἀπώλεσαν, τοτοῖ,
νᾶες
πανωλέθροισιν ἐμβολαῖς,
διὰ δ᾽ Ἰαόνων χέρας.
τυτθὰ δ᾽ ἐκφυγεῖν ἄνακτ᾽
565 αὐτὸν ὡς ἀκούομεν
Θρῄκης ἂμ πεδιήρεις
δυσχίμους τε κελεύθους.


ΠΡΩΤΟ ΣΤΑΣΙΜΟ


ΧΟΡΟΣ
Παντοδύναμε Δία, τώρα που έφτειρες
το περήφανο αμέτρητο στράτευμα
των Περσών, μες στα Σούσα κι Εκβάτανα
πένθος άπλωσες μαύρο.
Μύριες τώρα γυναίκες ξεσκίζουνε
με τ᾽ αδύναμα χέρια τους πέπλους των
και με δάκρυα ποτάμια ολομούσκευτους
πλημμυρούνε τους κόρφους των,
540που όλες έχουνε μέρος στο πένθος.
Κι οι Περσίδες οι νύφες οι αβρόκλαυτες
να ιδούν πίσω ποθώντας τα ταίρια τους
τ᾽ απαλόστρωτ᾽ αφήνουν κρεβάτια τους
– αναγάλλια της ξέγνοιαστης νιότης των –
και θρηνούν με πιο αχόρταγο κλάμα.
Μα κ᾽ εγώ των αντρών που χαθήκανε
τιμή φέρνω στο θάνατο,
πολυπένθητο θάνατο αλήθεια.

Τώρα πέρα για πέρα θρηνεί
της Ασίας η χώρα π᾽ αδειάζει,
550τους οδήγησ᾽ ο Ξέρξης, αλί!
τους εχάλασ᾽ ο Ξέρξης, αλί.
κι όλα τα ᾽φερ᾽ ο Ξέρξης στραβά δίχως γνώση
με τα πλοία που πήε ν᾽ αρματώσει.
Γιατί πώς κι ο Δαρείος ποτέ στον καιρό του
δεν προξένησε βλάβη καμιά στο λαό του,
ο Δαρείος βασιλιάς τοξοκράτης
των Σουσίων ο καλός πρωτοστάτης.

Τους πεζούς μας και ναύτες μαζί
σαν κοπάδι πουλιών μαυροφτέρουγο
560τα καράβια οδήγησανε, αλί!
τα καράβια εχαλάσανε, αλί!
μ᾽ αυτήν πὄχουνε πάθει την πλέρια
συμφορά στων Ιώνων τα χέρια.
Τόσο, που όπως ακούω, μετά βιας
κι ο ίδιος έχει σωθεί ο βασιλιάς
από μέσα από της Θράκης τους καμπίσιους
και χειμωνόδαρτους δρόμους βουνίσιους.