Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Ἑλένη (1301-1336)


ΣΤΑΣΙΜΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ


ΧΟ. ὀρεία ποτὲ δρομάδι κώ- [στρ. α]
λωι Μάτηρ ἐσύθη θεῶν
ἀν᾽ ὑλᾶντα νάπη
ποτάμιόν τε χεῦμ᾽ ὑδάτων
1305βαρύβρομόν τε κῦμ᾽ ἅλιον
πόθωι τᾶς ἀποιχομένας
ἀρρήτου κούρας.
κρόταλα δὲ βρόμια διαπρύσιον
ἱέντα κέλαδον ἀνεβόα,
1310θηρῶν ὅτε ζυγίους
ζεύξασα θεὰ σατίνας
τὰν ἁρπασθεῖσαν κυκλίων
χορῶν ἔξω παρθενίων
†μετὰ κουρᾶν δ᾽†
‹. . .› ἀελλόποδες,
1315ἁ μὲν τόξοις Ἄρτεμις, ἁ δ᾽
ἔγχει Γοργῶπις πάνοπλος.
αὐγάζων δ᾽ ἐξ οὐρανίων
‹. . . . . . . . . . . . . . . . . . ›
ἄλλαν μοῖραν ἔκραινεν.

δρομαῖον δ᾽ ὅτε πολυπλάνη- [ἀντ. α]
1320τον μάτηρ ἔπαυσε πόνον
ματεύουσα †πόνους†
θυγατρὸς ἁρπαγὰς δολίους,
χιονοθρέμμονάς τ᾽ ἐπέρασ᾽
Ἰδαιᾶν Νυμφᾶν σκοπιὰς
1325ῥίπτει τ᾽ ἐν πένθει
πέτρινα κατὰ δρία πολυνιφέα.
βροτοῖσι δ᾽ ἄχλοα πεδία γᾶς
‹. . . . . . . . . . . . . . . . . . . .›
οὐ καρπίζουσ᾽ ἀρότοις,
λαῶν δὲ φθείρει γενεάν,
1330ποίμναις δ᾽ οὐχ ἵει θαλερὰς
βοσκὰς εὐφύλλων ἑλίκων·
πόλεων δ᾽ ἀπέλειπε βίος,
οὐδ᾽ ἦσαν θεῶν θυσίαι,
βωμοῖς δ᾽ ἄφλεκτοι πελανοί·
1335παγὰς δ᾽ ἀμπαύει δροσερὰς
λευκῶν ἐκβάλλειν ὑδάτων
πένθει παιδὸς ἀλάστωι.


ΔΕΥΤΕΡΟ ΣΤΑΣΙΜΟ


ΧΟΡ. Κάποτε η Μάνα των θεών
χύθηκε απάνω στα βουνά,
σε λόγγους δασοσκέπαστους,
σε ποταμών νεροσυρμές
και πολυβούιστους γιαλούς,
γυρεύοντας ολούθε τη χαμένη
κόρη της με το ιερό
κι ανείπωτο όνομα. Τριγύρω
τα κρόταλα βροντολογούσαν,
1310σέρναν τ᾽ αμάξι της θεριά
κι εκείνη ακούραστα ζητούσε
τη θυγατέρα που ᾽χαν κλέψει
απ᾽ τους κυκλόσυρτους χορούς
των κοριτσιών. Μαζί της
ακράτητες σαν άνεμος ορμήσαν
η Άρτεμη βαστώντας τόξα
κι η Αθηνά με τη βαριά της λόγχη.
Όμως ο Δίας από ψηλά
στους λαμπερούς ουράνιους θρόνους
αλλιώς κανόνιζε τη μοίρα.

Κι όταν τον πολυπλάνητο
1320δρόμο της έπαψε η θεά,
ζητώντας ανωφέλευτα την κόρη
που δολερά είχαν κλέψει,
στα χιονοσκέπαστα της Ίδης
έφτασε κορφοβούνια,
τις βίγλες των Νυμφών· απλώθη
τότες η θλίψη της στα βράχια
τα χιονισμένα και στα δάση·
τους κάμπους άφησε της γης
δίχως χορτάρι, τις σπορές
δίχως καρπούς κι αφάνιζε
το γένος των ανθρώπων·
1330απόμειναν τα βοσκοτόπια
κατάξερα κι από τις πόλεις
λιγόστεψε η ζωή· θυσίες
δεν γίνονταν για τους θεούς
ούτε οι βωμοί είχαν προσφορές·
στέρεψε τις ολόδροσες
πηγές απ᾽ την αγιάτρευτη
θλίψη της κόρης που ᾽χασε.