Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΞΕΝΟΦΩΝ

Οἰκονομικός (2.9-2.18)


[2.9] Καὶ ὁ Κριτόβουλος εἶπεν· Ἐγὼ τούτοις, ὦ Σώκρατες, οὐκ ἔχω ἀντιλέγειν· ἀλλ᾽ ὥρα σοι προστατεύειν ἐμοῦ, ὅπως μὴ τῷ ὄντι οἰκτρὸς γένωμαι.
Ἀκούσας οὖν ὁ Σωκράτης εἶπε· Καὶ οὐ θαυμαστὸν δοκεῖς, ὦ Κριτόβουλε, τοῦτο σαυτῷ ποιεῖν, ὅτι ὀλίγῳ μὲν πρόσθεν, ὅτε ἐγὼ ἔφην πολουτεῖν, ἐγέλασας ἐπ᾽ ἐμοὶ ὡς οὐδὲ εἰδότι ὅ τι εἴη πλοῦτος, καὶ πρότερον οὐκ ἐπαύσω πρὶν ἐξήλεγξάς με καὶ ὁμολογεῖν ἐποίησας μηδὲ ἑκατοστὸν μέρος τῶν σῶν κεκτῆσθαι, νῦν δὲ κελεύεις προστατεύειν μέ σου καὶ ἐπιμελεῖσθαι ὅπως ἂν μὴ παντάπασιν ἀληθῶς πένης γένοιο;
[2.10] Ὁρῶ γάρ σε, ἔφη, ὦ Σώκρατες, ἕν τι πλουτηρὸν ἔργον ἐπιστάμενον περιουσίαν ποιεῖν. τὸν οὖν ἀπ᾽ ὀλίγων περιποιοῦντα ἐλπίζω ἀπὸ πολλῶν γ᾽ ἂν πάνυ ῥᾳδίως πολλὴν περιουσίαν ποιῆσαι.
[2.11] Οὔκουν μέμνησαι ἀρτίως ἐν τῷ λόγῳ ὅτε οὐδ᾽ ἀναγρύζειν μοι ἐξουσίαν ἐποίησας, λέγων ὅτι τῷ μὴ ἐπισταμένῳ ἵπποις χρῆσθαι οὐκ εἴη χρήματα οἱ ἵπποι οὐδὲ ἡ γῆ οὐδὲ τὰ πρόβατα οὐδὲ ἀργύριον οὐδὲ ἄλλο οὐδὲ ἓν ὅτῳ τις μὴ ἐπίσταιτο χρῆσθαι; εἰσὶ μὲν οὖν αἱ πρόσοδοι ἀπὸ τῶν τοιούτων· ἐμὲ δὲ πῶς τινὶ τούτων οἴει ἂν ἐπιστηθῆναι χρῆσθαι, ᾧ τὴν ἀρχὴν οὐδὲν πώποτ᾽ ἐγένετο τούτων;
[2.12] Ἀλλ᾽ ἐδόκει ἡμῖν, καὶ εἰ μὴ χρήματά τις τύχοι ἔχων, ὅμως εἶναί τις ἐπιστήμη οἰκονομίας. τί οὖν κωλύει καὶ σὲ ἐπίστασθαι;
Ὅπερ νὴ Δία καὶ αὐλεῖν ἂν κωλύσειεν ἄνθρωπον ἐπίστασθαι, εἰ μήτε αὐτὸς πώποτε κτήσαιτο αὐλοὺς μήτε ἄλλος αὐτῷ παράσχοι ἐν τοῖς αὑτοῦ μανθάνειν· οὕτω δὴ καὶ ἐμοὶ ἔχει περὶ τῆς οἰκονομίας. [2.13] οὔτε γὰρ αὐτὸς ὄργανα χρήματα ἐκεκτήμην, ὥστε μανθάνειν, οὔτε ἄλλος πώποτέ μοι παρέσχε τὰ ἑαυτοῦ διοικεῖν ἀλλ᾽ ἢ σὺ νυνὶ ἐθέλεις παρέχειν. οἱ δὲ δήπου τὸ πρῶτον μανθάνοντες κιθαρίζειν καὶ τὰς λύρας λυμαίνονται· καὶ ἐγὼ δὴ εἰ ἐπιχειρήσαιμι ἐν τῷ σῷ οἴκῳ μανθάνειν οἰκονομεῖν, ἴσως ἂν καταλυμηναίμην ἄν σου τὸν οἶκον.
[2.14] Πρὸς ταῦτα ὁ Κριτόβουλος εἶπε· Προθύμως γε, ὦ Σώκρατες, ἀποφεύγειν μοι πειρᾷ μηδέν με συνωφελῆσαι εἰς τὸ ῥᾷον ὑποφέρειν τὰ ἐμοὶ ἀναγκαῖα πράγματα.
Οὐ μὰ Δί᾽, ἔφη ὁ Σωκράτης, οὐκ ἔγωγε, ἀλλ᾽ ὅσα ἔχω καὶ πάνυ προθύμως ἐξηγήσομαί σοι. [2.15] οἶμαι δ᾽ ἂν καὶ εἰ ἐπὶ πῦρ ἐλθόντος σου καὶ μὴ ὄντος παρ᾽ ἐμοί, εἰ ἄλλοσε ἡγησάμην ὁπόθεν σοι εἴη λαβεῖν, οὐκ ἂν ἐμέμφου μοι, καὶ εἰ ὕδωρ παρ᾽ ἐμοῦ αἰτοῦντί σοι αὐτὸς μὴ ἔχων ἄλλοσε καὶ ἐπὶ τοῦτο ἤγαγον, οἶδ᾽ ὅτι οὐδ᾽ ἂν τοῦτό μοι ἐμέμφου, καὶ εἰ βουλομένου μουσικὴν μαθεῖν σου παρ᾽ ἐμοῦ δείξαιμί σοι πολὺ δεινοτέρους ἐμοῦ περὶ μουσικὴν καί σοι χάριν ‹ἂν› εἰδότας, εἰ ἐθέλοις παρ᾽ αὐτῶν μανθάνειν, τί ἂν ἔτι μοι ταῦτα ποιοῦντι μέμφοιο;
Οὐδὲν ἂν δικαίως γε, ὦ Σώκρατες.
[2.16] Ἐγὼ τοίνυν σοι δείξω, ὦ Κριτόβουλε, ὅσα νῦν λιπαρεῖς παρ᾽ ἐμοῦ μανθάνειν πολὺ ἄλλους ἐμοῦ δεινοτέρους [τοὺς] περὶ ταῦτα. ὁμολογῶ δὲ μεμεληκέναι μοι οἵτινες ἕκαστα ἐπιστημονέστατοί εἰσι τῶν ἐν τῇ πόλει. [2.17] καταμαθὼν γάρ ποτε ἀπὸ τῶν αὐτῶν ἔργων τοὺς μὲν πάνυ ἀπόρους ὄντας, τοὺς δὲ πάνυ πλουσίους, ἀπεθαύμασα, καὶ ἔδοξέ μοι ἄξιον εἶναι ἐπισκέψεως ὅ τι εἴη τοῦτο. καὶ ηὗρον ἐπισκοπῶν πάνυ οἰκείως ταῦτα γιγνόμενα. [2.18] τοὺς μὲν γὰρ εἰκῇ ταῦτα πράττοντας ζημιουμένους ἑώρων, τοὺς δὲ γνώμῃ συντεταμένῃ ἐπιμελουμένους καὶ θᾶττον καὶ ῥᾷον καὶ κερδαλεώτερον κατέγνων πράττοντας. παρ᾽ ὧν ἂν καὶ σὲ οἶμαι, εἰ βούλοιο, μαθόντα, εἴ σοι ὁ θεὸς μὴ ἐναντιοῖτο, πάνυ ἂν δεινὸν χρηματιστὴν γενέσθαι.


[2.9] Και ο Κριτόβουλος είπε: Σωκράτη, σε αυτά δεν έχω καμιά αντίρρηση, αλλά είναι η ώρα να με προστατεύσεις για να μη γίνω τωόντι αξιολύπητος.
Τον άκουσε ο Σωκράτης και του είπε: Δεν σου φαίνεται, Κριτόβουλε, παράξενο αυτό που κάνεις στον εαυτό σου; εξηγούμαι, λίγο πριν, όταν εγώ είπα ότι είμαι πλούσιος, γέλασες εις βάρος μου, γιατί δεν ήξερα τί είναι ο πλούτος και δεν σταμάτησες να γελάς, παρά μόνο αφού με διέψευσες και με ανάγκασες να παραδεχτώ ότι εγώ δεν έχω ούτε το ένα εκατοστό της περιουσίας σου, ενώ τώρα με παρακαλάς να σε προστατεύσω και να φροντίσω με ποιόν τρόπο δεν θα γίνεις πάμφτωχος;
[2.10] ΚΡΙΤΟΒΟΥΛΟΣ. Σωκράτη, βλέπω οπωσδήποτε ότι ξέρεις καλά κάποια πλουτοπαραγωγική δουλειά, για να κάνεις περιουσία. Ελπίζω, λοιπόν, πως ο άνθρωπος που ξεκινά με λίγα χρήματα και καταφέρνει να έχει πλεόνασμα, αυτός, αν αρχίσει με μεγάλα κεφάλαια, θα μπορέσει πολύ εύκολα να κάνει μεγάλο πλεόνασμα.
[2.11] ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Δεν θυμάσαι, λοιπόν, ότι έλεγες πριν από λίγο στη συζήτησή μας, τότε που δεν μ᾽ άφησες ούτε γρυ να πω, πως τα άλογα δεν είναι περιουσιακά αγαθά σ᾽ όποιον δεν ξέρει να τα μεταχειρίζεται, ούτε και τα χωράφια, ούτε και τα πρόβατα, ούτε τα χρήματα, ούτε τίποτε άλλο που δεν ξέρει κάποιος να το χρησιμοποιεί; Τα εισοδήματα εντούτοις από τέτοια προέρχονται. Με ποιόν τρόπο λοιπόν φαντάζεσαι ότι θα μάθαινα να διαχειρίζομαι κάτι από αυτά που, μέχρι τώρα, ποτέ δεν είχα στην κατοχή μου;
[2.12] ΚΡΙΤΟΒΟΥΛΟΣ. Αλλά σκεφτόμασταν πως και αν θα τύχαινε κανείς να μην έχει χρήματα, υπάρχει, ανεξάρτητα από το προηγούμενο, κάποια τέχνη διαχείρισης της περιουσίας, η «οικονομία». Τί σε εμποδίζει, λοιπόν, να τη μάθεις καλά κι εσύ, Σωκράτη;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Εκείνο ακριβώς, μά τον Δία, που θα εμπόδιζε έναν άνθρωπο να μάθει να παίζει αυλό, αν ούτε ο ίδιος είχε ποτέ δικούς του αυλούς, ούτε κανένας άλλος του πρόσφερε τους δικούς του για να μαθαίνει μ᾽ αυτούς. Στην ίδια θέση βρίσκομαι και εγώ ως προς την οικονομία. [2.13] Ποτέ, ούτε ο ίδιος απέκτησα πλούτη για να μάθω να τα χρησιμοποιώ όπως τα όργανα, ούτε κάποιος άλλος μου παρέδωσε ποτέ τα υπάρχοντά του για να τα διαχειριστώ, εκτός από σένα που τώρα θέλεις ίσως να μου αναθέσεις τα δικά σου. Αυτοί, βέβαια, που αρχίζουν να μαθαίνουν για πρώτη φορά να παίζουν αυλό, συνήθως τον καταστρέφουν. Κι εγώ, αν επιχειρούσα να μάθω οικονομική διαχείριση αρχίζοντας από τον «οίκο» σου, ίσως θα κατέστρεφα εντελώς τον «οίκο».
[2.14] Γι᾽ αυτά ο Κριτόβουλος είπε: Προσπαθείς, Σωκράτη, με πολύ ζήλο να με αποφύγεις και να μην με βοηθήσεις στο να υποφέρω πιο εύκολα το βάρος των ευθυνών μου.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Όχι, μά τον Δία, σε διαβεβαιώνω ότι δεν το αποφεύγω, αλλά αντίθετα θα σου εξηγήσω πολύ πρόθυμα όσα γνωρίζω σχετικά. [2.15] Νομίζω, όμως, πως, αν ερχόσουν σε μένα και μου ζητούσες φωτιά και εγώ, αν δεν είχα να σου δώσω, σε οδηγούσα αλλού, από όπου θα μπορούσες να πάρεις φωτιά, δεν θα με κατηγορούσες· και, αν ερχόσουν και ζητούσες νερό και δεν είχα και γι᾽ αυτό σε οδηγούσα κάπου αλλού για να το βρεις, ξέρω ότι ούτε και γι᾽ αυτό θα με κατηγορούσες· κι αν ήθελες να μάθεις μουσική κοντά μου και σου σύστηνα πολύ ικανότερους από εμένα στη μουσική, οι οποίοι μάλιστα θα σε ευγνωμονούσαν, αν ήθελες να μαθητεύσεις κοντά τους, πώς θα μπορούσες πια να με κατηγορείς, αν ενεργούσα έτσι;
ΚΡΙΤΟΒΟΥΛΟΣ. Βέβαια άδικα θα σε κατηγορούσα, Σωκράτη.
[2.16] ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Εγώ, λοιπόν, θα σου δείξω άλλους συμπολίτες μας, πολύ πιο έμπειρους από εμένα σε κάθε τομέα, για όσα εκλιπαρείς να μάθεις από εμένα. Ομολογώ ότι με έχει απασχολήσει το ποιοί από τους συμπολίτες μας είναι οι πιο έμπειροι σε κάθε τομέα. [2.17] Παρατήρησα κάποτε ότι από την ίδια εργασία άλλοι είναι πολύ πτωχοί, ενώ άλλοι είναι πολύ πλούσιοι κι απόρησα και μου φάνηκε ότι αξίζει τον κόπο να εξετασθεί γιατί μπορεί να υπάρχει αυτή η ιδιαιτερότητα. Εξετάζοντάς την ανεκάλυψα ότι είναι φυσικότατη. [2.18] Έβλεπα, δηλαδή, ότι όσοι ασχολούνται επιπόλαια με την εργασία τους ζημίωναν, όσοι όμως έβαζαν τα δυνατά τους με τεταμένη την προσοχή τους παρατήρησα ότι έκαναν την εργασία τους γρηγορότερα, ευκολότερα και επικερδέστερα. Από αυτούς νομίζω ότι και εσύ θα μπορούσες να μάθεις πώς θα γίνεις ένας δεινός χρηματιστής, αν δεν θα σου εναντιωνόταν ο θεός.