Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΞΕΝΟΦΩΝ

Κύρου Ἀνάβασις (7.3.13-7.3.25)

[7.3.13] Μετὰ ταῦτα ἐδίδοτο λέγειν τῷ βουλομένῳ· καὶ ἔλεγον πολλοὶ κατὰ ταὐτὰ ὅτι παντὸς ἄξια λέγει Σεύθης· χειμὼν γὰρ εἴη καὶ οὔτε οἴκαδε ἀποπλεῖν τῷ τοῦτο βουλομένῳ δυνατὸν εἴη, διαγενέσθαι τε ἐν φιλίᾳ οὐχ οἷόν τε, εἰ δέοι ὠνουμένους ζῆν, ἐν δὲ τῇ πολεμίᾳ διατρίβειν καὶ τρέφεσθαι ἀσφαλέστερον μετὰ Σεύθου ἢ μόνους, ὄντων ἀγαθῶν τοσούτων. εἰ δὲ μισθὸν προσλήψοιντο, εὕρημα ἐδόκει εἶναι. [7.3.14] ἐπὶ τούτοις εἶπεν ὁ Ξενοφῶν· Εἴ τις ἀντιλέγει, λεγέτω· εἰ δὲ μή, ἐπιψηφιῶ ταῦτα. ἐπεὶ δὲ οὐδεὶς ἀντέλεγεν, ἐπεψήφισε, καὶ ἔδοξε ταῦτα. εὐθὺς δὲ Σεύθῃ εἶπεν, ὅτι συστρατεύσοιντο αὐτῷ.
[7.3.15] Μετὰ τοῦτο οἱ μὲν ἄλλοι κατὰ τάξεις ἐσκήνησαν, στρατηγοὺς δὲ καὶ λοχαγοὺς ἐπὶ δεῖπνον Σεύθης ἐκάλεσε, πλησίον κώμην ἔχων. [7.3.16] ἐπεὶ δ᾽ ἐπὶ θύραις ἦσαν ὡς ἐπὶ δεῖπνον παριόντες, ἦν τις Ἡρακλείδης Μαρωνείτης· οὗτος προσιὼν ἑνὶ ἑκάστῳ οὕστινας ᾤετο ἔχειν τι δοῦναι Σεύθῃ, πρῶτον μὲν πρὸς Παριανούς τινας, οἳ παρῆσαν φιλίαν διαπραξόμενοι πρὸς Μήδοκον τὸν Ὀδρυσῶν βασιλέα καὶ δῶρα ἄγοντες αὐτῷ τε καὶ τῇ γυναικί, ἔλεγεν ὅτι Μήδοκος μὲν ἄνω εἴη δώδεκα ἡμερῶν ἀπὸ θαλάττης ὁδόν, Σεύθης δ᾽ ἐπεὶ τὸ στράτευμα τοῦτο εἴληφεν, ἄρχων ἔσοιτο ἐπὶ θαλάττῃ. [7.3.17] γείτων οὖν ὢν ἱκανώτατος ἔσται ὑμᾶς καὶ εὖ καὶ κακῶς ποιεῖν. ἢν οὖν σωφρονῆτε, τούτῳ δώσετε ὅ τι ἄγετε· καὶ ἄμεινον ὑμῖν διακείσεται ἢ ἐὰν Μηδόκῳ τῷ πρόσω οἰκοῦντι διδῶτε. τούτους μὲν οὖν οὕτως ἔπειθεν. [7.3.18] αὖθις δὲ Τιμασίωνι τῷ Δαρδανεῖ προσελθών, ἐπεὶ ἤκουσεν αὐτῷ εἶναι καὶ ἐκπώματα καὶ τάπιδας βαρβαρικάς, ἔλεγεν ὅτι νομίζοιτο ὁπότε ἐπὶ δεῖπνον καλέσαι Σεύθης δωρεῖσθαι αὐτῷ τοὺς κληθέντας. οὗτος δ᾽ ἢν μέγας ἐνθάδε γένηται, ἱκανὸς ἔσται σε καὶ οἴκαδε καταγαγεῖν καὶ ἐνθάδε πλούσιον ποιῆσαι. τοιαῦτα προυμνᾶτο ἑκάστῳ προσιών. [7.3.19] προσελθὼν δὲ καὶ Ξενοφῶντι ἔλεγε· Σὺ καὶ πόλεως μεγίστης εἶ καὶ παρὰ Σεύθῃ τὸ σὸν ὄνομα μέγιστόν ἐστι, καὶ ἐν τῇδε τῇ χώρᾳ ἴσως ἀξιώσεις καὶ τείχη λαμβάνειν, ὥσπερ καὶ ἄλλοι τῶν ὑμετέρων ἔλαβον, καὶ χώραν· ἄξιον οὖν σοι καὶ μεγαλοπρεπέστατα τιμῆσαι Σεύθην. [7.3.20] εὔνους δέ σοι ὢν παραινῶ· εὖ οἶδα γὰρ ὅτι ὅσῳ ἂν μείζω τούτῳ δωρήσῃ, τοσούτῳ μείζω ὑπὸ τούτου ἀγαθὰ πείσῃ. ἀκούων ταῦτα Ξενοφῶν ἠπόρει· οὐ γὰρ διεβεβήκει ἔχων ἐκ Παρίου εἰ μὴ παῖδα καὶ ὅσον ἐφόδιον.
[7.3.21] Ἐπεὶ δὲ εἰσῆλθον ἐπὶ τὸ δεῖπνον τῶν τε Θρᾳκῶν οἱ κράτιστοι τῶν παρόντων καὶ οἱ στρατηγοὶ καὶ οἱ λοχαγοὶ τῶν Ἑλλήνων καὶ εἴ τις πρεσβεία παρῆν ἀπὸ πόλεως, τὸ δεῖπνον μὲν ἦν καθημένοις κύκλῳ· ἔπειτα δὲ τρίποδες εἰσηνέχθησαν πᾶσιν· οὗτοι δ᾽ ὅσον εἴκοσι ἦσαν κρεῶν μεστοὶ νενεμημένων, καὶ ἄρτοι ζυμῖται μεγάλοι προσπεπερονημένοι ἦσαν πρὸς τοῖς κρέασι. [7.3.22] μάλιστα δ᾽ αἱ τράπεζαι κατὰ τοὺς ξένους αἰεὶ ἐτίθεντο· νόμος γὰρ ἦν — καὶ πρῶτος τοῦτο ἐποίει Σεύθης, καὶ ἀνελόμενος τοὺς ἑαυτῷ παρακειμένους ἄρτους διέκλα κατὰ μικρὸν καὶ ἐρρίπτει οἷς αὐτῷ ἐδόκει, καὶ τὰ κρέα ὡσαύτως, ὅσον μόνον γεύσασθαι ἑαυτῷ καταλιπών. [7.3.23] καὶ οἱ ἄλλοι δὲ κατὰ ταὐτὰ ἐποίουν καθ᾽ οὓς αἱ τράπεζαι ἔκειντο. Ἀρκὰς δέ τις Ἀρύστας ὄνομα, φαγεῖν δεινός, τὸ μὲν διαρριπτεῖν εἴα χαίρειν, λαβὼν δὲ εἰς τὴν χεῖρα ὅσον τριχοίνικον ἄρτον καὶ κρέα θέμενος ἐπὶ τὰ γόνατα ἐδείπνει. [7.3.24] κέρατα δὲ οἴνου περιέφερον, καὶ πάντες ἐδέχοντο· ὁ δ᾽ Ἀρύστας, ἐπεὶ παρ᾽ αὐτὸν φέρων τὸ κέρας ὁ οἰνοχόος ἧκεν, εἶπεν ἰδὼν τὸν Ξενοφῶντα οὐκέτι δειπνοῦντα, [7.3.25] Ἐκείνῳ, ἔφη, δός· σχολάζει γὰρ ἤδη, ἐγὼ δὲ οὐδέπω. ἀκούσας Σεύθης τὴν φωνὴν ἠρώτα τὸν οἰνοχόον τί λέγει. ὁ δὲ οἰνοχόος εἶπεν· ἑλληνίζειν γὰρ ἠπίστατο. ἐνταῦθα μὲν δὴ γέλως ἐγένετο.

[7.3.13] Ύστερ᾽ απ᾽ αυτά, έδωσαν την άδεια σε όποιον ήθελε να μιλήσει. Και συμφωνούσαν πολλοί πως εκείνα που έλεγε ο Σεύθης ήταν πέρα για πέρα λογικά. Γιατί ήταν χειμώνας και ούτε για την πατρίδα τους μπορούσαν να ταξιδέψουν όποιοι ήθελαν, ούτε να μείνουν σε φιλική χώρα, στην περίπτωση που θα ήταν ανάγκη να ζουν αγοράζοντας τρόφιμα. Αντίθετα, νόμιζαν πως θα έχουν μεγαλύτερη ασφάλεια, αν έμεναν μαζί με το Σεύθη σε εχθρική χώρα και τρέφονταν εκεί, παρά αν ήταν μόνοι τους. Και μέσα σε τόσα καλά που υπήρχαν, το να πάρουν από πάνω και μισθό, αυτό το θεωρούσαν ανέλπιστο κέρδος. [7.3.14] Τότε ο Ξενοφώντας είπε: «Αν έχει κανένας αντίρρηση, ας μιλήσει, διαφορετικά θα θέσω το ζήτημα σε ψηφοφορία». Επειδή κανένας δεν είχε αντίθετη γνώμη, τα πρότεινε για ψηφοφορία, και εγκρίθηκαν όλα από το στρατό. Και αμέσως είπε στο Σεύθη πως θα τον ακολουθήσουν στις πολεμικές επιχειρήσεις του.
[7.3.15] Κατόπι τα τάγματα κατασκήνωσαν χωριστά, ενώ ο Σεύθης κάλεσε σε δείπνο τους στρατηγούς και τους λοχαγούς, σ᾽ ένα κοντινό χωριό που ήταν στην εξουσία του. [7.3.16] Όταν βρίσκονταν στις πύλες κι ήταν έτοιμοι να μπουν για το δείπνο, συνάντησαν κάποιον Ηρακλείδη από τη Μαρώνεια. Αυτός πλησίαζε καθέναν από κείνους που νόμιζε πως μπορούσαν να δώσουν κάτι στο Σεύθη. Πρώτα πρώτα ζύγωσε μερικούς Παριανούς, που είχαν έρθει για να κάμουν φιλική συμφωνία με το Μήδοκο, το βασιλιά των Οδρυσών, κι είχαν κουβαλήσει δώρα και στον ίδιο και στη γυναίκα του. Σε τούτους είπε πως ο Μήδοκος βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας, δώδεκα μέρες δρόμο, ξεκινώντας από τη θάλασσα, ενώ ο Σεύθης τώρα που πήρε με το μέρος του τον ελληνικό στρατό, θα εξουσιάζει την παραθαλάσσια περιοχή. [7.3.17] «Αφού λοιπόν είναι γείτονάς σας, θα έχει όλη τη δύναμη να σας ευεργετεί και να σας βλάφτει. Γι᾽ αυτό, αν έχετε μυαλό, θα του δώσετε ό,τι κουβαλάτε μαζί σας. Και φυσικά εκείνος θα έχει καλύτερες διαθέσεις απέναντί σας, παρά αν τα χαρίσετε στο Μήδοκο που τώρα κατοικεί μακριά σας». Με αυτόν τον τρόπο προσπαθούσε να τους καταφέρει. [7.3.18] Κατόπι πλησίασε τον Τιμασίωνα από τη Δάρδανο, που έμαθε πως είχε και κούπες και χαλιά βαρβαρικά, και του έλεγε πως ήταν συνήθεια, όταν ο Σεύθης καλούσε σε δείπνο, να του προσφέρουν δώρα οι καλεσμένοι. «Αν ο Σεύθης γίνει μεγάλος εδώ, θα έχει τη δύναμη και στην πατρίδα σου να σε πάει και σε τούτη τη χώρα να σε κάμει πλούσιο». Τέτοιες συμβουλές πήγαινε κι έδινε στον καθένα. [7.3.19] Τέλος ζύγωσε και τον Ξενοφώντα και του είπε: «Εσύ και από σπουδαία πόλη κατάγεσαι και στο Σεύθη η φήμη σου είναι μεγάλη. Δεν αποκλείεται μάλιστα να το βρεις σωστό και οχυρωμένες θέσεις να πάρεις σε τούτο το μέρος —όπως έγινε και με άλλους δικούς σας— και έκταση γης. Γι᾽ αυτό πρέπει να τιμήσεις το Σεύθη με δώρα όσο γίνεται πιο μεγαλόπρεπα. [7.3.20] Αυτά σου τα λέω για το καλό σου. Γιατί ξέρω πολύ καλά πως όσο πολυτιμότερα δώρα τού χαρίσεις, τόσο μεγαλύτερες ευεργεσίες θα σου κάμει». Ο Ξενοφώντας τ᾽ άκουσε και βρισκόταν σε δύσκολη θέση, επειδή διάβηκε από το Πάριο προς τα δω χωρίς να έχει τίποτε άλλο, παρά ένα δούλο και τα απαραίτητα για το ταξίδι.
[7.3.21] Σε λίγο μπήκαν για το δείπνο οι καλύτεροι από τους Θράκες που ήταν εκεί και οι στρατηγοί και οι λοχαγοί των Ελλήνων και κάποιοι αντιπρόσωποι σταλμένοι από τις πατρίδες τους· όλοι δειπνούσαν καθισμένοι κυκλικά. Έπειτα έφεραν για όλους τρίποδα τραπέζια, ως είκοσι, που ήταν γεμάτα από κομματιασμένα κρέατα. Υπήρχαν ακόμα και ψωμιά ζυμωτά, μεγάλα, μπηγμένα πάνω σε πιρούνια μαζί με τα κρέατα. [7.3.22] Τα τραπέζια αυτά τα τοποθετούσαν κάθε φορά προπάντων μπροστά στους ξένους. Γιατί υπήρχε ένα έθιμο — και πρώτος άρχισε τότε να το εφαρμόζει ο Σεύθης: έπαιρνε δηλαδή τα ψωμιά που ήταν προς το μέρος του, τα έκοβε κομμάτια και τα έριχνε σ᾽ όποιους νόμιζε. Και με τα κρέατα έκανε το ίδιο, και δεν κρατούσε, παρά μονάχα όσο του έφτανε να φάει. [7.3.23] Μα κι οι άλλοι, όσοι είχαν κοντά τους τραπέζια, έκαναν το ίδιο με το Σεύθη. Κάποιος όμως στρατιώτης από την Αρκαδία που τον έλεγαν Αρύστα κι ήταν τρομερός φαγάς, αδιαφορούσε για κάτι τέτοια κεράσματα, πήρε στα χέρια του ένα ψωμί ως τρία κιλά, έβαλε και κρέατα πάνω στα γόνατά του κι άρχισε να τρώει. [7.3.24] Τους κερνούσαν και κρασί μέσα σε κεράτινες κούπες, κι έπιναν όλοι. Μονάχα ο Αρύστας, όταν πήγε κοντά του ο οινοχόος κρατώντας την κούπα, κοίταξε τον Ξενοφώντα που δεν έτρωγε πια [7.3.25] «Δώσε σε κείνον να πιεί. Γιατί είναι χωρίς δουλειά, ενώ εγώ ακόμα δεν αδειάζω». Άκουσε ο Σεύθης την κουβέντα και ρώτησε τον οινοχόο τί του έλεγε. Εκείνος του είπε, γιατί ήξερε ελληνικά. Τότε έβαλαν όλοι τα γέλια.