Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΞΕΝΟΦΩΝ

Κύρου Ἀνάβασις (6.1.26-6.1.33)

[6.1.26] Ἐγώ, ὦ ἄνδρες, ἥδομαι μὲν ὑφ᾽ ὑμῶν τιμώμενος, εἴπερ ἄνθρωπός εἰμι, καὶ χάριν ἔχω καὶ εὔχομαι δοῦναί μοι τοὺς θεοὺς αἴτιόν τινος ὑμῖν ἀγαθοῦ γενέσθαι· τὸ μέντοι ἐμὲ προκριθῆναι ὑφ᾽ ὑμῶν ἄρχοντα Λακεδαιμονίου ἀνδρὸς παρόντος οὔτε ὑμῖν μοι δοκεῖ συμφέρον εἶναι, ἀλλ᾽ ἧττον ἂν διὰ τοῦτο τυγχάνειν, εἴ τι δέοισθε παρ᾽ αὐτῶν· ἐμοί τε αὖ οὐ πάνυ τι νομίζω ἀσφαλὲς εἶναι τοῦτο. [6.1.27] ὁρῶ γὰρ ὅτι καὶ τῇ πατρίδι μου οὐ πρόσθεν ἐπαύσαντο πολεμοῦντες πρὶν ἐποίησαν πᾶσαν τὴν πόλιν ὁμολογεῖν Λακεδαιμονίους καὶ αὐτῶν ἡγεμόνας εἶναι. [6.1.28] ἐπεὶ δὲ τοῦτο ὡμολόγησαν, εὐθὺς ἐπαύσαντο πολεμοῦντες καὶ οὐκέτι πέρα ἐπολιόρκησαν τὴν πόλιν. εἰ οὖν ταῦτα ὁρῶν ἐγὼ δοκοίην ὅπου δυναίμην ἐνταῦθ᾽ ἄκυρον ποιεῖν τὸ ἐκείνων ἀξίωμα, ἐκεῖνο ἐννοῶ μὴ λίαν ἂν ταχὺ σωφρονισθείην. [6.1.29] ὃ δὲ ὑμεῖς ἐννοεῖτε, ὅτι ἧττον ἂν στάσις εἴη ἑνὸς ἄρχοντος ἢ πολλῶν, εὖ ἴστε ὅτι ἄλλον μὲν ἑλόμενοι οὐχ εὑρήσετε ἐμὲ στασιάζοντα· νομίζω γὰρ ὅστις ἐν πολέμῳ ὢν στασιάζει πρὸς ἄρχοντα, τοῦτον πρὸς τὴν ἑαυτοῦ σωτηρίαν στασιάζειν· ἐὰν δὲ ἐμὲ ἕλησθε, οὐκ ἂν θαυμάσαιμι εἴ τινα εὕροιτε καὶ ὑμῖν καὶ ἐμοὶ ἀχθόμενον.
[6.1.30] Ἐπεὶ ταῦτα εἶπε, πολὺ πλείονες ἀνίσταντο λέγοντες ὡς δέοι αὐτὸν ἄρχειν. Ἀγασίας δὲ Στυμφάλιος εἶπεν ὅτι γελοῖον εἴη, εἰ οὕτως ἔχοι· ‹ἢ› ὀργιοῦνται Λακεδαιμόνιοι καὶ ἐὰν σύνδειπνοι συνελθόντες μὴ Λακεδαιμόνιον συμποσίαρχον αἱρῶνται; ἐπεὶ εἰ οὕτω γε τοῦτο ἔχει, ἔφη, οὐδὲ λοχαγεῖν ἡμῖν ἔξεστιν, ὡς ἔοικεν, ὅτι Ἀρκάδες ἐσμέν. ἐνταῦθα δὴ ὡς εὖ εἰπόντος τοῦ Ἀγασίου ἀνεθορύβησαν. [6.1.31] καὶ ὁ Ξενοφῶν ἐπεὶ ἑώρα πλείονος ἐνδέον, παρελθὼν εἶπεν· Ἀλλ᾽, ὦ ἄνδρες, ἔφη, ὡς πάνυ εἰδῆτε, ὀμνύω ὑμῖν θεοὺς πάντας καὶ πάσας, ἦ μὴν ἐγώ, ἐπεὶ τὴν ὑμετέραν γνώμην ᾐσθανόμην, ἐθυόμην εἰ βέλτιον εἴη ὑμῖν τε ἐμοὶ ἐπιτρέψαι ταύτην τὴν ἀρχὴν καὶ ἐμοὶ ὑποστῆναι· καί μοι οἱ θεοὶ οὕτως ἐν τοῖς ἱεροῖς ἐσήμηναν ὥστε καὶ ἰδιώτην ἂν γνῶναι ὅτι τῆς μοναρχίας ἀπέχεσθαί με δεῖ.
[6.1.32] Οὕτω δὴ Χειρίσοφον αἱροῦνται. Χειρίσοφος δ᾽ ἐπεὶ ᾑρέθη, παρελθὼν εἶπεν· Ἀλλ᾽, ὦ ἄνδρες, τοῦτο μὲν ἴστε, ὅτι οὐδ᾽ ἂν ἔγωγε ἐστασίαζον, εἰ ἄλλον εἵλεσθε· Ξενοφῶντα μέντοι, ἔφη, ὠνήσατε οὐχ ἑλόμενοι· ὡς καὶ νῦν Δέξιππος ἤδη διέβαλλεν αὐτὸν πρὸς Ἀναξίβιον ὅ τι ἐδύνατο καὶ μάλα ἐμοῦ αὐτὸν σιγάζοντος. ὁ δ᾽ ἔφη νομίζειν αὐτὸν Τιμασίωνι μᾶλλον ἄρχειν συνεθελῆσαι Δαρδανεῖ ὄντι τοῦ Κλεάρχου στρατεύματος ἢ ἑαυτῷ Λάκωνι ὄντι. [6.1.33] ἐπεὶ μέντοι ἐμὲ εἵλεσθε, ἔφη, καὶ ἐγὼ πειράσομαι ὅ τι ἂν δύνωμαι ὑμᾶς ἀγαθὸν ποιεῖν. καὶ ὑμεῖς οὕτω παρασκευάζεσθε ὡς αὔριον, ἐὰν πλοῦς ᾖ, ἀναξόμενοι· ὁ δὲ πλοῦς ἔσται εἰς Ἡράκλειαν· ἅπαντας οὖν δεῖ ἐκεῖσε πειρᾶσθαι κατασχεῖν· τὰ δ᾽ ἄλλα, ἐπειδὰν ἐκεῖσε ἔλθωμεν, βουλευσόμεθα.

[6.1.26] «Ως άνθρωπος που είμαι, στρατιώτες, με συγκινεί η εκτίμησή σας. Σας χρωστώ ευγνωμοσύνη γι᾽ αυτό, και εύχομαι να δώσουν οι θεοί να μπορέσω να σας κάμω κάτι καλό. Το να εκλέξετε όμως εμένα αρχηγό σας, ενώ βρίσκεται εδώ άντρας Σπαρτιάτης, μου φαίνεται πως δεν είναι ωφέλιμο για σας, και δυσκολότερα θα πετύχετε από τους Σπαρτιάτες κάτι που θα χρειάζεστε. Νομίζω ακόμα πως αυτό για μένα είναι επικίνδυνο. [6.1.27] Γιατί βλέπω πως και ενάντια στην πατρίδα μου δεν έπαψαν να πολεμούν, παρά όταν την ανάγκασαν να παραδεχτεί πέρα για πέρα πως οι Λακεδαιμόνιοι την εξουσιάζουν. [6.1.28] Όταν το παραδέχτηκαν αυτό, μονομιάς σταμάτησαν τον πόλεμο, και δεν πολιόρκησαν πια από κει κι ύστερα την πόλη. Αν λοιπόν εγώ, παρόλο που τα βλέπω αυτά, φαινόμουν πως, όπου μπορώ, εκεί προσπαθώ να αδυνατίσω την εξουσία τους, σκέφτομαι μήπως πολύ γρήγορα με κάμουν να βάλω γνώση. [6.1.29] Όσο για τη σκέψη που κάνατε, πως δηλαδή θα γίνονται λιγότερες εξεγέρσεις, όταν υπάρχει ένας αρχηγός παρά όταν υπάρχουν πολλοί, να ξέρετε καλά πως αν εκλέξετε άλλον δεν θα με βρείτε εμένα να απειθαρχώ. Γιατί έχω τη γνώμη πως εκείνος που αντιστέκεται στον αρχηγό του στην περίοδο του πολέμου, αυτός αντιστέκεται στην ίδια τη σωτηρία του. Αν όμως εκλέξετε εμένα, δεν θα παραξενευτώ αν βρείτε μερικούς δυσαρεστημένους και μαζί σας και μαζί μου». [6.1.30] Όταν τα είπε αυτά, σηκώθηκαν πολύ περισσότεροι κι έλεγαν πως αυτός πρέπει να γίνει αρχηγός. Ο Αγασίας μάλιστα ο Στυμφάλιος είπε πως θα ήταν αστείο, αν τα πράγματα ήταν όπως τα έθεσε ο Ξενοφώντας. «Θα θυμώσουν οι Λακεδαιμόνιοι, αν εκείνοι που βρίσκονται σ᾽ ένα συμπόσιο δεν εκλέξουν Σπαρτιάτη να το διευθύνει; Αν αυτό είναι έτσι, είπε, τότε φυσικά ούτε λοχαγοί δεν μπορούμε να είμαστε εμείς, επειδή καταγόμαστε από την Αρκαδία». Τότε οι στρατιώτες θορυβώντας επιδοκίμασαν, γιατί ο Αγασίας είχε μιλήσει σωστά. [6.1.31] Ο Ξενοφώντας όμως, επειδή έβλεπε πως ήταν ανάγκη να αντισταθεί περισσότερο, σηκώθηκε κι είπε: «Για να βεβαιωθείτε, στρατιώτες, σας ορκίζομαι σε όλους τους θεούς και τις θεές πως εγώ μόλις κατάλαβα τη γνώμη σας, έκανα θυσίες για να μάθω αν ήταν ωφέλιμο και σε σας να μου αναθέσετε αυτό το αξίωμα, και σε μένα να το αναλάβω. Και οι θεοί μού έδωσαν με τις θυσίες τόσο φανερά σημάδια, ώστε κι ένας άνθρωπος που δεν έχει ιδέα από μαντική, θα μπορούσε να καταλάβει πως εγώ πρέπει να σταθώ μακριά από τη διοίκηση του στρατού».
[6.1.32] Έτσι εκλέγουν το Χειρίσοφο, που ύστερ᾽ από την εκλογή του σηκώθηκε κι είπε: «Πρέπει να ξέρετε, στρατιώτες, πως ούτε εγώ θα απειθαρχούσα, αν εκλέγατε άλλον. Προσφέρατε πάντως υπηρεσία στον Ξενοφώντα με το να μην τον εκλέξετε, γιατί και τώρα ακόμα τον συκοφαντούσε με όλα τα μέσα ο Δέξιππος στον Αναξίβιο, παρόλο που προσπαθούσα να τον κάνω να σωπάσει. Του έλεγε δηλαδή πως πιστεύει ότι ο Ξενοφώντας θα προτιμούσε να διοικεί το στρατό του Κλέαρχου μαζί με τον Τιμασίωνα που κατάγεται από τη Δάρδανο, παρά με μένα που είμαι από τη Λακωνία. [6.1.33] Αφού όμως εκλέξατε εμένα, πρόσθεσε, θα προσπαθήσω με κάθε τρόπο να σας ωφελήσω. Τώρα να κάνετε όλες τις ετοιμασίες που χρειάζονται για να ταξιδέψουμε αύριο, αν μας κάνει καλόν καιρό. Θα τραβήξουμε για την Ηράκλεια, όπου πρέπει να προσπαθήσουμε όλοι ν᾽ αράξουμε. Όσο για τα άλλα, θα τα σκεφτούμε όταν πάμε εκεί».