Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΠΛΑΤΩΝ

Ἀπολογία Σωκράτους (18a-19d)


Πρῶτον μὲν οὖν δίκαιός εἰμι ἀπολογήσασθαι, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πρὸς τὰ πρῶτά μου ψευδῆ κατηγορημένα καὶ τοὺς πρώτους κατηγόρους, ἔπειτα δὲ πρὸς τὰ ὕστερον καὶ τοὺς [18b] ὑστέρους. ἐμοῦ γὰρ πολλοὶ κατήγοροι γεγόνασι πρὸς ὑμᾶς καὶ πάλαι πολλὰ ἤδη ἔτη καὶ οὐδὲν ἀληθὲς λέγοντες, οὓς ἐγὼ μᾶλλον φοβοῦμαι ἢ τοὺς ἀμφὶ Ἄνυτον, καίπερ ὄντας καὶ τούτους δεινούς· ἀλλ᾽ ἐκεῖνοι δεινότεροι, ὦ ἄνδρες, οἳ ὑμῶν τοὺς πολλοὺς ἐκ παίδων παραλαμβάνοντες ἔπειθόν τε καὶ κατηγόρουν ἐμοῦ μᾶλλον οὐδὲν ἀληθές, ὡς ἔστιν τις Σωκράτης σοφὸς ἀνήρ, τά τε μετέωρα φροντιστὴς καὶ τὰ ὑπὸ γῆς πάντα ἀνεζητηκὼς καὶ τὸν ἥττω λόγον κρείττω [18c] ποιῶν. οὗτοι, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ‹οἱ› ταύτην τὴν φήμην κατασκεδάσαντες, οἱ δεινοί εἰσίν μου κατήγοροι· οἱ γὰρ ἀκούοντες ἡγοῦνται τοὺς ταῦτα ζητοῦντας οὐδὲ θεοὺς νομίζειν. ἔπειτά εἰσιν οὗτοι οἱ κατήγοροι πολλοὶ καὶ πολὺν χρόνον ἤδη κατηγορηκότες, ἔτι δὲ καὶ ἐν ταύτῃ τῇ ἡλικίᾳ λέγοντες πρὸς ὑμᾶς ἐν ᾗ ἂν μάλιστα ἐπιστεύσατε, παῖδες ὄντες ἔνιοι ὑμῶν καὶ μειράκια, ἀτεχνῶς ἐρήμην κατηγοροῦντες ἀπολογουμένου οὐδενός. ὃ δὲ πάντων ἀλογώτατον, ὅτι οὐδὲ τὰ [18d] ὀνόματα οἷόν τε αὐτῶν εἰδέναι καὶ εἰπεῖν, πλὴν εἴ τις κωμῳδοποιὸς τυγχάνει ὤν. ὅσοι δὲ φθόνῳ καὶ διαβολῇ χρώμενοι ὑμᾶς ἀνέπειθον —οἱ δὲ καὶ αὐτοὶ πεπεισμένοι ἄλλους πείθοντες— οὗτοι πάντες ἀπορώτατοί εἰσιν· οὐδὲ γὰρ ἀναβιβάσασθαι οἷόν τ᾽ ἐστὶν αὐτῶν ἐνταυθοῖ οὐδ᾽ ἐλέγξαι οὐδένα, ἀλλ᾽ ἀνάγκη ἀτεχνῶς ὥσπερ σκιαμαχεῖν ἀπολογούμενόν τε καὶ ἐλέγχειν μηδενὸς ἀποκρινομένου. ἀξιώσατε οὖν καὶ ὑμεῖς, ὥσπερ ἐγὼ λέγω, διττούς μου τοὺς κατηγόρους γεγονέναι, ἑτέρους μὲν τοὺς ἄρτι κατηγορήσαντας, ἑτέρους δὲ [18e] τοὺς πάλαι οὓς ἐγὼ λέγω, καὶ οἰήθητε δεῖν πρὸς ἐκείνους πρῶτόν με ἀπολογήσασθαι· καὶ γὰρ ὑμεῖς ἐκείνων πρότερον ἠκούσατε κατηγορούντων καὶ πολὺ μᾶλλον ἢ τῶνδε τῶν ὕστερον.
Εἶεν· ἀπολογητέον δή, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ [19a] ἐπιχειρητέον ὑμῶν ἐξελέσθαι τὴν διαβολὴν ἣν ὑμεῖς ἐν πολλῷ χρόνῳ ἔσχετε ταύτην ἐν οὕτως ὀλίγῳ χρόνῳ. βουλοίμην μὲν οὖν ἂν τοῦτο οὕτως γενέσθαι, εἴ τι ἄμεινον καὶ ὑμῖν καὶ ἐμοί, καὶ πλέον τί με ποιῆσαι ἀπολογούμενον· οἶμαι δὲ αὐτὸ χαλεπὸν εἶναι, καὶ οὐ πάνυ με λανθάνει οἷόν ἐστιν. ὅμως τοῦτο μὲν ἴτω ὅπῃ τῷ θεῷ φίλον, τῷ δὲ νόμῳ πειστέον καὶ ἀπολογητέον.
Ἀναλάβωμεν οὖν ἐξ ἀρχῆς τίς ἡ κατηγορία ἐστὶν ἐξ ἧς [19b] ἡ ἐμὴ διαβολὴ γέγονεν, ᾗ δὴ καὶ πιστεύων Μέλητός με ἐγράψατο τὴν γραφὴν ταύτην. εἶεν· τί δὴ λέγοντες διέβαλλον οἱ διαβάλλοντες; ὥσπερ οὖν κατηγόρων τὴν ἀντωμοσίαν δεῖ ἀναγνῶναι αὐτῶν· «Σωκράτης ἀδικεῖ καὶ περιεργάζεται ζητῶν τά τε ὑπὸ γῆς καὶ οὐράνια καὶ τὸν ἥττω λόγον κρείττω [19c] ποιῶν καὶ ἄλλους ταὐτὰ ταῦτα διδάσκων.» τοιαύτη τίς ἐστιν· ταῦτα γὰρ ἑωρᾶτε καὶ αὐτοὶ ἐν τῇ Ἀριστοφάνους κωμῳδίᾳ, Σωκράτη τινὰ ἐκεῖ περιφερόμενον, φάσκοντά τε ἀεροβατεῖν καὶ ἄλλην πολλὴν φλυαρίαν φλυαροῦντα, ὧν ἐγὼ οὐδὲν οὔτε μέγα οὔτε μικρὸν πέρι ἐπαΐω. καὶ οὐχ ὡς ἀτιμάζων λέγω τὴν τοιαύτην ἐπιστήμην, εἴ τις περὶ τῶν τοιούτων σοφός ἐστιν —μή πως ἐγὼ ὑπὸ Μελήτου τοσαύτας δίκας φεύγοιμι— ἀλλὰ γὰρ ἐμοὶ τούτων, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, οὐδὲν μέτεστιν. [19d] μάρτυρας δὲ αὖ ὑμῶν τοὺς πολλοὺς παρέχομαι, καὶ ἀξιῶ ὑμᾶς ἀλλήλους διδάσκειν τε καὶ φράζειν, ὅσοι ἐμοῦ πώποτε ἀκηκόατε διαλεγομένου —πολλοὶ δὲ ὑμῶν οἱ τοιοῦτοί εἰσιν— φράζετε οὖν ἀλλήλοις εἰ πώποτε ἢ μικρὸν ἢ μέγα ἤκουσέ τις ὑμῶν ἐμοῦ περὶ τῶν τοιούτων διαλεγομένου, καὶ ἐκ τούτου γνώσεσθε ὅτι τοιαῦτ᾽ ἐστὶ καὶ τἆλλα περὶ ἐμοῦ ἃ οἱ πολλοὶ λέγουσιν.


Πρώτα λοιπόν, ω άνδρες Αθηναίοι, είναι δίκαιο ν᾽ απολογηθώ στις πρώτες ψεύτικες κατηγορίες που μου κάμανε, και στους πρώτους κατηγόρους και ύστερα στις υστερινές και τους [18b] υστερινούς. Γιατί πολλοί μ᾽ έχουν κατηγορήσει σε σας, και άλλοτε, εδώ και πολλά χρόνια, χωρίς να πούνε ούτε μιαν αλήθεια· εκείνους εγώ φοβούμαι περισσότερο, παρά αυτουνούς που τριγυρίζουν τον Άνυτο, αν και είναι και τούτοι φοβεροί. Εκείνοι όμως ήσαν φοβερότεροι, ω άνδρες Αθηναίοι, εκείνοι που σας παίρνανε από μικρά παιδιά και σας πείθανε με ψεύτικες κατηγορίες για μένα, πως τάχα είναι ένας Σωκράτης, σοφός άνθρωπος, που εξετάζει τα επουράνια και γυρεύει όσα κρύβει η γη και τον άδικο λόγο τον [18c] κάμνει δίκαιο. Αυτοί, ω άνδρες Αθηναίοι, που μου βγάλανε αυτό το όνομα είναι οι φοβεροί κατήγοροί μου· γιατί όσοι τους ακούνε νομίζουν πως αυτοί που γυρεύουν τέτοια πράγματα ούτε τους θεούς πιστεύουν. Ύστερα οι κατήγοροι αυτοί είναι πολλοί και πολλά χρόνια με κατηγορούνε και, το χειρότερο, σας μιλήσανε για μένα σε μια ηλικία που τους πιστέψατε περισσότερο, σαν παιδιά που είσαστε, και μερικοί από σας νέοι, και με κατηγορούσανε, χωρίς να είμαι μπροστά. Και το πιο παράξενο απ᾽ όλα είναι πως ούτε τα [18d] ονόματά τους μπορώ να τα ξέρω και να τα ειπώ, παρά ενός που έγραφε κωμωδίες. Εκείνοι όμως που με τα μέσα του φθόνου και της διαβολής σάς έπειθαν, και όσοι, αφού είχαν πεισθεί οι ίδιοι, έπειθαν άλλους, αυτοί είναι οι πιο δύσκολοι απ᾽ όλους, γιατί ούτε να παρουσιάσω κανέναν απ᾽ αυτούς μπορώ ούτε να τον βγάλω ψεύτη. Αλλά είναι ανάγκη καθαυτό να πολεμώ με σκιές και να ελέγχω, χωρίς κανένας να μου αποκρίνεται. Παραδεχθείτε λοιπόν και σεις ότι οι κατήγοροί μου είναι δύο ειδών, εκείνοι που με κατηγόρησαν τώρα τελευταία κι εκείνοι [18e] που με κατηγορούν από πολύν καιρό, όπως σας έλεγα. Και συλλογισθείτε ότι πρώτα πρώτα πρέπει ν᾽ απολογηθώ σ᾽ αυτούς, γιατί κι εσείς πρωτύτερα και περισσότερο καιρόν ακούσατε τις δικές τους κατηγορίες παρά τις τελευταίες.
Ας είναι. Ας απολογηθώ, λοιπόν, ω άνδρες Αθηναίοι, και [19a] ας προσπαθήσω να βγάλω από το μυαλό σας, σε τόσο λίγη ώρα, τη διαβολή που τόσον καιρό ρίζωσε μέσα σας. Και θα επιθυμούσα να το καταφέρω, όσα μπορέσω με την απολογία μου, αν ήτανε δυνατό να βγει τίποτε καλό για σας και για μένα· αλλά νομίζω πως αυτό είναι δύσκολο και το καταλαβαίνω και μοναχός μου τί σπουδαίο είναι. Ας γίνει όμως όπως θέλει ο θεός· εγώ πρέπει να υπακούσω στον νόμο και ν απολογηθώ.
Ας ξαναπιάσουμε λοιπόν από την αρχή ποιά είν᾽ εκείνη η κατηγορία που [19b] έχει γεννήσει όλες τις διαβολές εναντίον μου και που έπεισε και τον Μέλητο να με φέρει στο δικαστήριο. Καλά! Με ποιά λόγια λοιπόν με διαβάλανε αυτοί που με διαβάλανε; Πρέπει να σας ξαναπώ λέξη με λέξη την κατηγορία, όπως γίνεται στο δικαστήριο. ΕΙΝΑΙ ΕΝΟΧΟΣ Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΑΚΑΝΕΙ, ΓΙΑΤΙ ΓΥΡΕΥΕΙ ΟΣΑ ΚΡΥΒΕΙ Η ΓΗ ΚΑΙ ΤΑ ΟΥΡΑΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΔΙΚΟ ΛΟΓΟ ΤΟΝ ΚΑΝΕΙ [19c] ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΤΑ ΔΙΔΑΣΚΕΙ ΑΥΤΑ ΤΑ ΙΔΙΑ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ. Τέτοια είναι η κατηγορία. Αυτά τα πράγματα τα είδατε κι εσείς στην κωμωδία του Αριστοφάνη, είδατε κάποιο Σωκράτη να φέρνεται απάνω στη σκηνή, να λέει πως περιπατεί απάνω στον αέρα και να φλυαρεί ένα σωρό φλυαρίες, που ποτέ δεν μου πέρασαν, ούτε λίγο ούτε πολύ, από τον νου μου. Και δεν τα λέω αυτά για να εξευτελίσω τάχα ο ίδιος αυτά τα πράγματα, αν βρίσκεται κανένας που τα γνωρίζει κι αυτά, και να ξεφύγω έτσι από τις τόσες κατηγορίες του Μέλητου. Στ᾽ αλήθεια όμως, ω άνδρες Αθηναίοι, δε γνωρίζω τίποτε από τέτοια πράγματα. [19d] Σας βάζω δε μάρτυρες τους περισσότερους από σας και σας παρακαλώ να τα πείτε και να τα εξηγήσετε ο ένας με τον άλλον, όσοι μ᾽ έχετε ακούσει ποτέ να μιλώ, έστω και το παραμικρό, και είναι πολλοί από σας τέτοιοι· λέτε λοιπόν ο ένας με τον άλλον αν καμιά φορά άκουσε κανείς από σας εμένα να λέω για τέτοια πράγματα, και απ᾽ αυτά θα καταλάβετε ότι τέτοια είναι και τ᾽ άλλα που λέει για μένα ο κόσμος.