Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ

Ἀλέξανδρος (11.1-12.6)


[11.1] Παρέλαβε μὲν οὖν ἔτη γεγονὼς εἴκοσι τὴν βασιλείαν, φθόνους μεγάλους καὶ δεινὰ μίση καὶ κινδύνους πανταχόθεν ἔχουσαν. [11.2] οὔτε γὰρ τὰ βάρβαρα καὶ πρόσοικα γένη τὴν δούλωσιν ἔφερε, ποθοῦντα τὰς πατρίους βασιλείας, οὔτε τὴν Ἑλλάδα κρατήσας τοῖς ὅπλοις ὁ Φίλιππος οἷον καταζεῦξαι καὶ τιθασεῦσαι χρόνον ἔσχεν, ἀλλὰ μόνον μεταβαλὼν καὶ ταράξας τὰ πράγματα πολὺν σάλον ἔχοντα καὶ κίνησιν ὑπ᾽ ἀηθείας ἀπέλιπε. [11.3] φοβουμένων δὲ τῶν Μακεδόνων τὸν καιρόν, καὶ τὰ μὲν Ἑλληνικὰ πάντως ἀφεῖναι καὶ μὴ προσβιάζεσθαι τὸν Ἀλέξανδρον οἰομένων δεῖν, τοὺς δ᾽ ἀφισταμένους τῶν βαρβάρων ἀνακαλεῖσθαι πρᾴως καὶ θεραπεύειν τὰς ἀρχὰς τῶν νεωτερισμῶν, [11.4] αὐτὸς ἀπ᾽ ἐναντίων λογισμῶν ὥρμησε τόλμῃ καὶ μεγαλοφροσύνῃ κτᾶσθαι τὴν ἀσφάλειαν καὶ σωτηρίαν τοῖς πράγμασιν, ὡς κἂν ὁτιοῦν ὑφιέμενος ὀφθῇ τοῦ φρονήματος, ἐπιβησομένων ἁπάντων. [11.5] τὰ μὲν οὖν βαρβαρικὰ κινήματα καὶ τοὺς ἐκεῖ πολέμους κατέπαυσεν, ὀξέως ἐπιδραμὼν στρατῷ μέχρι πρὸς τὸν Ἴστρον, [ᾗ] καὶ Σύρμον ἐνίκησε μάχῃ μεγάλῃ τὸν βασιλέα τῶν Τριβαλλῶν· [11.6] Θηβαίους δ᾽ ἀφεστάναι πυθόμενος καὶ συμφρονεῖν αὐτοῖς Ἀθηναίους, [ἐθέλων ἀνὴρ φανῆναι] εὐθὺς ἦγε διὰ Πυλῶν τὴν δύναμιν, εἰπὼν ὅτι Δημοσθένει, παῖδα μὲν αὐτὸν ἕως ἦν ἐν Ἰλλυριοῖς καὶ Τριβαλλοῖς ἀποκαλοῦντι, μειράκιον δὲ περὶ Θετταλίαν γενόμενον, βούλεται πρὸς τοῖς Ἀθηναίων τείχεσιν ἀνὴρ φανῆναι. [11.7] προσμείξας δὲ ταῖς Θήβαις καὶ διδοὺς ἔτι τῶν πεπραγμένων μετάνοιαν, ἐξῄτει Φοίνικα καὶ Προθύτην καὶ τοῖς μεταβαλλομένοις πρὸς αὐτὸν ἄδειαν ἐκήρυττε. [11.8] τῶν δὲ Θηβαίων ἀντεξαιτούντων μὲν παρ᾽ αὐτοῦ Φιλώταν καὶ Ἀντίπατρον, κηρυττόντων δὲ τοὺς τὴν Ἑλλάδα βουλομένους συνελευθεροῦν τάττεσθαι μετ᾽ αὐτῶν, οὕτως ἔτρεψε τοὺς Μακεδόνας πρὸς πόλεμον. [11.9] ἠγωνίσθη μὲν οὖν ὑπὲρ δύναμιν ἀρετῇ καὶ προθυμίᾳ τὰ παρὰ τῶν Θηβαίων, πολλαπλασίοις οὖσι τοῖς πολεμίοις ἀντιταχθέντων· [11.10] ἐπεὶ δὲ καὶ τὴν Καδμείαν ἀφέντες οἱ φρουροὶ τῶν Μακεδόνων ἐπέπιπτον αὐτοῖς ἐξόπισθεν, κυκλωθέντες οἱ πλεῖστοι κατὰ τὴν μάχην αὐτὴν ἔπεσον, ἡ δὲ πόλις ἥλω καὶ διαρπασθεῖσα κατεσκάφη, [11.11] τὸ μὲν ὅλον προσδοκήσαντος αὐτοῦ τοὺς Ἕλληνας ἐκπλαγέντας πάθει τηλικούτῳ καὶ πτήξαντας ἀτρεμήσειν, ἄλλως δὲ καὶ καλλωπισαμένου χαρίζεσθαι τοῖς τῶν συμμάχων ἐγκλήμασι· καὶ γὰρ Φωκεῖς καὶ Πλαταιεῖς τῶν Θηβαίων κατηγόρησαν. [11.12] ὑπεξελόμενος δὲ τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς ξένους τῶν Μακεδόνων ἅπαντας καὶ τοὺς ἀπὸ Πινδάρου γεγονότας καὶ τοὺς ὑπεναντιωθέντας τοῖς ψηφισαμένοις τὴν ἀπόστασιν, ἀπέδοτο τοὺς ἄλλους, περὶ τρισμυρίους γενομένους· οἱ δ᾽ ἀποθανόντες ὑπὲρ ἑξακισχιλίους ἦσαν.
[12.1] Ἐν δὲ τοῖς πολλοῖς πάθεσι καὶ χαλεποῖς ἐκείνοις ἃ τὴν πόλιν κατεῖχε Θρᾷκές τινες ἐκκόψαντες οἰκίαν Τιμοκλείας, γυναικὸς ἐνδόξου καὶ σώφρονος, αὐτοὶ μὲν τὰ χρήματα διήρπαζον, ὁ δ᾽ ἡγεμὼν τῇ γυναικὶ πρὸς βίαν συγγενόμενος καὶ καταισχύνας, ἀνέκρινεν εἴ που χρυσίον ἔχοι κεκρυμμένον ἢ ἀργύριον. [12.2] ἡ δ᾽ ἔχειν ὡμολόγησε, καὶ μόνον εἰς τὸν κῆπον ἀγαγοῦσα καὶ δείξασα φρέαρ, ἐνταῦθ᾽ ἔφη τῆς πόλεως ἁλισκομένης καταβαλεῖν αὐτὴ τὰ τιμιώτατα τῶν χρημάτων. [12.3] ἐγκύπτοντος δὲ τοῦ Θρᾳκὸς καὶ κατασκεπτομένου τὸν τόπον, ἔωσεν αὐτὸν ἐξόπισθεν γενομένη, καὶ τῶν λίθων ἐπεμβαλοῦσα πολλοὺς ἀπέκτεινεν. [12.4] ὡς δ᾽ ἀνήχθη πρὸς Ἀλέξανδρον ὑπὸ τῶν Θρᾳκῶν δεδεμένη, πρῶτον μὲν ἀπὸ τῆς ὄψεως καὶ τῆς βαδίσεως ἐφάνη τις ἀξιωματικὴ καὶ μεγαλόφρων, ἀνεκπλήκτως καὶ ἀδεῶς ἑπομένη τοῖς ἄγουσιν· [12.5] ἔπειτα τοῦ βασιλέως ἐρωτήσαντος ἥτις εἴη γυναικῶν, ἀπεκρίνατο Θεαγένους ἀδελφὴ γεγονέναι τοῦ παραταξαμένου πρὸς Φίλιππον ὑπὲρ τῆς τῶν Ἑλλήνων ἐλευθερίας καὶ πεσόντος ἐν Χαιρωνείᾳ στρατηγοῦντος. [12.6] θαυμάσας οὖν ὁ Ἀλέξανδρος αὐτῆς καὶ τὴν ἀπόκρισιν καὶ τὴν πρᾶξιν, ἐκέλευσεν ἐλευθέραν ἀπιέναι μετὰ τῶν τέκνων.


[11.1] Ανέβηκε λοιπόν στον θρόνο σε ηλικία είκοσι χρόνων, έναν θρόνο που είχε από παντού μεγάλο φθόνο, φοβερά μίση και κινδύνους. [11.2] Γιατί ούτε τα βαρβαρικά και γειτονικά έθνη ανέχονταν τη σκλαβιά, καθώς ποθούσαν τα πατρικά τους βασίλεια, ούτε και την Ελλάδα, παρόλο που επικράτησε με τα όπλα, είχε χρόνο ώστε να την ενώσει και να την κρατά υπό τον έλεγχό του, αλλά, αφού άλλαξε μόνο τα πράγματα και δημιούργησε αναστάτωση, άφησε μια κατάσταση πολύ ταραγμένη και με ασυνήθιστη κινητικότητα. [11.3] Ενώ οι Μακεδόνες φοβούνταν την περίσταση και πίστευαν ότι ο Αλέξανδρος έπρεπε να αφήσει με κάθε τρόπο τα ελληνικά πράγματα και να μη δημιουργήσει πρόσθετη βία, από την άλλη να ανακαλέσει στην τάξη με ήρεμο τρόπο τους βαρβάρους που προσπαθούσαν να επαναστατήσουν, και να καταστείλει τις εξεγέρσεις στο ξεκίνημά τους, [11.4] αυτός, σκεφτόμενος εντελώς διαφορετικά, ξεκίνησε με τόλμη και γενναιότητα να ανακτήσει την ασφάλεια και τη σωτηρία της κατάστασης, με τη σκέψη ότι, αν φανεί πως υποχωρεί έστω και κατ᾽ ελάχιστον, θα έπεφταν όλοι επάνω του να τον πατήσουν. [11.5] Τα βαρβαρικά λοιπόν κινήματα και τους εκεί πολέμους κατέπαυσε εντελώς ο Αλέξανδρος με επιδρομή αστραπή του στρατού μέχρι τον Ίστρο ποταμό, όπου νίκησε τον Σύρμο, τον βασιλιά των Τριβαλλών, σε μεγάλη μάχη. [11.6] Όταν πληροφορήθηκε ότι είχαν εξεγερθεί οι Θηβαίοι και οι Αθηναίοι επικροτούσαν την ενέργειά τους, οδήγησε αμέσως τον στρατό του μέσω των Θερμοπυλών, λέγοντας ότι στον Δημοσθένη, που τον αποκαλούσε παιδί, όσο καιρό ήταν στους Ιλλυριούς και στους Τριβαλλούς, και νεαρό, όταν έφτασε στη Θεσσαλία, θέλει να παρουσιαστεί ως άνδρας κοντά στα τείχη των Αθηναίων. [11.7] Όταν πλησίασε στη Θήβα και έδινε ακόμη την ευκαιρία μετάνοιας για τα όσα είχαν κάνει, ζητούσε τον Φοίνικα και τον Προθύτη και κήρυττε αμνηστία σε όσους θα άλλαζαν στρατόπεδο και θα πήγαιναν με το μέρος του. [11.8] Αλλά και οι Θηβαίοι από τη μεριά τους απαιτούσαν από αυτόν τον Φιλώτα και τον Αντίπατρο και διεκήρυτταν να συμπαραταχθούν με αυτούς όσοι επιθυμούσαν να ελευθερώσουν την Ελλάδα· έτσι, έστρεψε τους Μακεδόνες στον πόλεμο. [11.9] Από την πλευρά των Θηβαίων έγινε ένας αγώνας με παλικαριά και θάρρος πάνω από τις δυνάμεις τους, αφού είχαν να αντιμετωπίσουν πολλαπλάσιους εχθρούς. [11.10] Όταν όμως οι φρουροί των Μακεδόνων άφησαν την Καδμεία και άρχισαν να τους επιτίθενται από τα νώτα, οι περισσότεροι καθώς κυκλώθηκαν, έπεσαν κατά τη μάχη αυτή και η πόλη τους κυριεύτηκε και, αφού λεηλατήθηκε, καταστράφηκε εκ θεμελίων. [11.11] Γενικώς, ο Αλέξανδρος υπολόγιζε ότι οι Έλληνες θα τρομοκρατούνταν από μια τόσο μεγάλη καταστροφή και θα ζάρωναν από τον φόβο τους· εξάλλου, ήθελε να εξηγήσει ότι ικανοποιεί τα παράπονα των συμμάχων, καθόσον Φωκείς και Πλαταιείς κατηγόρησαν τους Θηβαίους. [11.12] Και αφού εξαίρεσε τους ιερείς και τους φίλους των Μακεδόνων, καθώς και τους απογόνους του Πινδάρου και όσους είχαν εναντιωθεί σε εκείνους που αποφάσισαν την αποστασία, πούλησε όλους τους άλλους, περίπου τριάντα χιλιάδες. Αυτοί που σκοτώθηκαν στο πεδίο της μάχης ήταν πάνω από έξι χιλιάδες.
[12.1] Μεταξύ των πολλών συμφορών και δυσκολιών εκείνων που ταλαιπωρούσαν την πόλη, κάποιοι Θράκες χτύπησαν το σπίτι της Τιμοκλείας, φημισμένης και μυαλωμένης γυναίκες. Οι στρατιώτες άρπαζαν την περιουσία της, αλλά ο αρχηγός τους, αφού βίασε και ντρόπιασε τη γυναίκα, τη ρωτούσε αν έχει κάπου κρυμμένο χρυσάφι ή ασήμι. [12.2] Εκείνη παραδέχτηκε ότι είχε και, αφού τον πήγε στον κήπο μόνο του και του έδειξε ένα πηγάδι, εδώ, του είπε, έριξε τα πιο πολύτιμα πράγματά της, όταν κυριευόταν η πόλη. [12.3] Και καθώς ο αρχηγός των Θρακών έσκυψε και κατόπτευε το χώρο, εκείνη, που ήταν πίσω του, τον έσπρωξε και πετώντας πέτρες πολλές τον σκότωσε. [12.4] Όταν οδηγήθηκε δεμένη από τους Θράκες στον Αλέξανδρο, από το παρουσιαστικό και το περπάτημά της αρχικά, καθώς ακολουθούσε ατάραχη και χωρίς φόβο αυτούς που την οδηγούσαν, έδωσε την εντύπωση γυναίκας αξιοπρεπούς και αγέρωχης· [12.5] στη συνέχεια, όταν ο βασιλιάς τη ρώτησε ποια ήταν, αποκρίθηκε ότι ήταν αδερφή του Θεαγένη, ο οποίος αντιστάθηκε στον Φίλιππο μαχόμενος για την ελευθερία των Ελλήνων και έπεσε ως στρατηγός στη Χαιρώνεια. [12.6] Ο Αλέξανδρος λοιπόν θαύμασε και την απάντηση και την πράξη της και έδωσε εντολή να φύγει ελεύθερη με τα παιδιά της.