Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ

Ἀλέξανδρος (39.1-40.5)


[39.1] Φύσει δ᾽ ὢν μεγαλοδωρότατος, ἔτι μᾶλλον ἐπέδωκεν εἰς τοῦτο τῶν πραγμάτων αὐξομένων· καὶ προσῆν ἡ φιλοφροσύνη, μεθ᾽ ἧς μόνης ὡς ἀληθῶς οἱ διδόντες χαρίζονται. [39.2] μνησθήσομαι δ᾽ ὀλίγων. Ἀρίστων ὁ τῶν Παιόνων ἡγούμενος, ἀποκτείνας πολέμιον ἄνδρα καὶ τὴν κεφαλὴν ἐπιδειξάμενος αὐτῷ, «τοῦτ᾽» εἶπεν «ὦ βασιλεῦ, παρ᾽ ἡμῖν ἐκπώματος χρυσοῦ τιμᾶται τὸ δῶρον». ὁ δ᾽ Ἀλέξανδρος γελάσας «κενοῦ γ᾽» εἶπεν, «ἐγὼ δέ σοι μεστὸν ἀκράτου προπίομαι». [39.3] τῶν δὲ πολλῶν τις Μακεδόνων ἤλαυνεν ἡμίονον, βασιλικὸν χρυσίον κομίζοντα· κάμνοντος δὲ τοῦ κτήνους, αὐτὸς ἀράμενος ἐκόμιζε τὸ φορτίον. ἰδὼν οὖν ὁ βασιλεὺς θλιβόμενον αὐτὸν σφόδρα καὶ πυθόμενος τὸ πρᾶγμα, μέλλοντος κατατίθεσθαι, «μὴ κάμῃς» εἶπεν, «ἀλλὰ πρόσθες ἔτι τὴν λοιπὴν ὁδὸν ἐπὶ τὴν σκηνήν, ἑαυτῷ τοῦτο κομίσας». [39.4] ὅλως δ᾽ ἤχθετο τοῖς μὴ λαμβάνουσι μᾶλλον ἢ τοῖς αἰτοῦσι. καὶ Φωκίωνι μὲν ἔγραψεν ἐπιστολήν, ὡς οὐ χρησόμενος αὐτῷ φίλῳ τὸ λοιπόν, εἰ διωθοῖτο τὰς χάριτας. [39.5] Σεραπίωνι δὲ τῶν ἀπὸ σφαίρας τινὶ νεανίσκων οὐδὲν ἐδίδου διὰ τὸ μηδὲν αἰτεῖν. ὡς οὖν εἰς τὸ σφαιρίζειν παραγενόμενος ὁ Σεραπίων ἄλλοις ἔβαλλε τὴν σφαῖραν, εἰπόντος δὲ τοῦ βασιλέως «ἐμοὶ δ᾽ οὐ δίδως;» «οὐ γὰρ αἰτεῖς» εἶπε, τούτῳ μὲν δὴ γελάσας πολλὰ δέδωκε. [39.6] Πρωτέᾳ δέ τινι τῶν περὶ σκώμματα καὶ πότον οὐκ ἀμούσων ἔδοξε δι᾽ ὀργῆς γεγονέναι· τῶν δὲ φίλων δεομένων κἀκείνου δακρύοντος, ἔφη διαλλάττεσθαι· κἀκεῖνος «οὐκοῦν» εἶπεν «ὦ βασιλεῦ, δός τί μοι πιστὸν πρῶτον». ἐκέλευσεν οὖν αὐτῷ πέντε τάλαντα δοθῆναι. [39.7] περὶ δὲ τῶν τοῖς φίλοις καὶ τοῖς σωματοφύλαξι νεμομένων πλούτων, ἡλίκον εἶχον ὄγκον, ἐμφαίνει δι᾽ ἐπιστολῆς Ὀλυμπιάς, ἣν ἔγραψε πρὸς αὐτόν. «ἄλλως» φησὶν «εὖ ποίει τοὺς φίλους καὶ ἐνδόξους ἔχε· νῦν δ᾽ ἰσοβασιλέας πάντας ποιεῖς, καὶ πολυφιλίας παρασκευάζεις αὐτοῖς, ἑαυτὸν δ᾽ ἐρημοῖς». [39.8] πολλάκις δὲ τοιαῦτα τῆς Ὀλυμπιάδος γραφούσης, ἐφύλαττεν ἀπόρρητα τὰ γράμματα, πλὴν ἅπαξ Ἡφαιστίωνος ὥσπερ εἰώθει λυθεῖσαν ἐπιστολὴν αὐτῷ συναναγινώσκοντος, οὐκ ἐκώλυσεν, ἀλλὰ τὸν δακτύλιον ἀφελόμενος τὸν αὑτοῦ, προσέθηκε τῷ ἐκείνου στόματι τὴν σφραγῖδα. [39.9] Μαζαίου δὲ τοῦ μεγίστου παρὰ Δαρείῳ γενομένου παιδὶ σατραπείαν ἔχοντι δευτέραν προσετίθει μείζονα. παραιτούμενος δ᾽ ἐκεῖνος εἶπεν· «ὦ βασιλεῦ, τότε μὲν ἦν εἷς Δαρεῖος, νῦν δὲ σὺ πολλοὺς πεποίηκας Ἀλεξάνδρους». [39.10] Παρμενίωνι μὲν οὖν τὸν Βαγώου ἔδωκεν οἶκον, ἐν ᾧ λέγεται τῶν περισσῶν ἱματισμὸν χιλίων ταλάντων εὑρεθῆναι. [39.11] πρὸς δ᾽ Ἀντίπατρον ἔγραφε κελεύων ἔχειν φύλακας τοῦ σώματος ὡς ἐπιβουλευόμενον. [39.12] τῇ δὲ μητρὶ πολλὰ μὲν ἐδωρεῖτο καὶ κατέπεμπεν, οὐκ εἴα δὲ πολυπραγμονεῖν οὐδὲ παραστρατηγεῖν· ἐγκαλούσης δὲ πρᾴως ἔφερε τὴν χαλεπότητα. [39.13] πλὴν ἅπαξ ποτ᾽ Ἀντιπάτρου μακρὰν κατ᾽ αὐτῆς γράψαντος ἐπιστολήν, ἀναγνοὺς ἀγνοεῖν εἶπεν Ἀντίπατρον, ὅτι μυρίας ἐπιστολὰς ἓν δάκρυον ἀπαλείφει μητρός.
[40.1] Ἐπεὶ δὲ τοὺς περὶ αὑτὸν ἑώρα παντάπασιν ἐκτετρυφηκότας καὶ φορτικοὺς ταῖς διαίταις καὶ πολυτελείαις ὄντας, ὥσθ᾽ Ἅγνωνα μὲν τὸν Τήϊον ἀργυροῦς ἐν ταῖς κρηπῖσιν ἥλους φορεῖν, Λεοννάτῳ δὲ πολλαῖς καμήλοις ἀπ᾽ Αἰγύπτου κόνιν εἰς τὰ γυμνάσια παρακομίζεσθαι, Φιλώτᾳ δὲ πρὸς θήρας σταδίων ἑκατὸν αὐλαίας † γεγονέναι, μύρῳ δὲ χρωμένους ἰέναι πρὸς ἄλειμμα καὶ λουτρὸν ὅσῳ ‹πρότερον› οὐδ᾽ ἐλαίῳ, τρίπτας δὲ καὶ κατευναστὰς περιαγομένους, [40.2] ἐπετίμησε πρᾴως καὶ φιλοσόφως, θαυμάζειν φάμενος, εἰ τοσούτους ἠγωνισμένοι καὶ τηλικούτους ἀγῶνας, οὐ μνημονεύουσιν ὅτι τῶν καταπονηθέντων οἱ καταπονήσαντες ἥδιον καθεύδουσιν, οὐδ᾽ ὁρῶσι τοῖς Περσῶν βίοις τοὺς ἑαυτῶν παραβάλλοντες, ὅτι δουλικώτατον μέν ἐστι τὸ τρυφᾶν, βασιλικώτατον δὲ τὸ πονεῖν. [40.3] «καίτοι πῶς ἄν τις» ἔφη «δι᾽ ἑαυτοῦ θεραπεύσειεν ἵππον ἢ λόγχην ἀσκήσειεν ἢ κράνος, ἀπειθικὼς τοῦ φιλτάτου σώματος ἅπτεσθαι τὰς χεῖρας;» «οὐκ ἴστ᾽» εἶπεν «ὅτι τοῦ κρατεῖν πέρας ἡμῖν ἐστι τὸ μὴ ταὐτὰ ποιεῖν τοῖς κεκρατημένοις;» [40.4] ἐπέτεινεν οὖν ἔτι μᾶλλον αὐτὸς ἑαυτόν, ἐν ταῖς στρατείαις καὶ τοῖς κυνηγεσίοις κακοπαθῶν καὶ παραβαλλόμενος, ὥστε καὶ Λάκωνα πρεσβευτήν, παραγενόμενον αὐτῷ λέοντα καταβάλλοντι μέγαν, εἰπεῖν· «καλῶς γ᾽, Ἀλέξανδρε, πρὸς τὸν λέοντα ἠγώνισαι περὶ τᾶς βασιλείας». [40.5] τοῦτο τὸ κυνήγιον Κρατερὸς εἰς Δελφοὺς ἀνέθηκεν, εἰκόνας χαλκᾶς ποιησάμενος τοῦ λέοντος καὶ τῶν κυνῶν, καὶ τοῦ βασιλέως τῷ λέοντι συνεστῶτος, καὶ αὑτοῦ προσβοηθοῦντος, ὧν τὰ μὲν Λύσιππος ἔπλασε, τὰ δὲ Λεωχάρης.


[39.1] Ο Αλέξανδρος, όντας από τη φύση του πάρα πολύ γενναιόδωρος, έγινε ακόμη περισσότερο, όταν αυξήθηκε ο πλούτος του. Υπήρχε σ᾽ αυτόν και η φιλοφροσύνη, που και από μόνη της δίνει χαρά σε όσους προσφέρουν δώρα· [39.2] θα θυμίσω λίγα παραδείγματα. Ο Αρίστων, ο ηγεμόνας των Παιόνων, όταν σκότωσε κάποιον εχθρό και του έδειξε με καμάρι το κεφάλι, είπε: «αυτό το δώρο, βασιλιά, έχει ως αμοιβή στην πατρίδα μου ένα χρυσό ποτήρι». Ο Αλέξανδρος γέλασε και είπε: «άδειο, ασφαλώς· εγώ όμως θα πιω για σένα γεμάτο δυνατό κρασί». [39.3] Κάποιος από το πλήθος των Μακεδόνων τραβούσε ένα μουλάρι φορτωμένο με χρυσάφι του βασιλιά· επειδή όμως το ζώο είχε αποκάμει, σήκωσε ο ίδιος το φορτίο και το μετέφερε. Βλέποντάς τον ο βασιλιάς ταλαιπωρημένο και μαθαίνοντας τον λόγο, καθώς ο άνθρωπος σκόπευε να το αφήσει κάτω, του είπε: «μην αποκάμεις, εμπρός βάλε τα δυνατά σου και για την υπόλοιπη διαδρομή ως τη σκηνή σου, γιατί θα το μεταφέρεις για σένα». [39.4] Γενικά, ενοχλούνταν περισσότερο με όσους δεν δέχονταν δώρα παρά με όσους ζητούσαν. Γι᾽ αυτό, έγραψε επιστολή στον Φωκίωνα ότι δεν θα τον θεωρούσε στο εξής φίλο του, εάν αρνιόταν τις χάρες του. [39.5] Στον Σεραπίωνα όμως, έναν νεαρό με τον οποίο έπαιζε σφαίρα, δεν έδινε τίποτε, επειδή δεν ζητούσε τίποτε. Όταν λοιπόν ο Σεραπίων ήρθε και πήρε μέρος στο παιχνίδι της σφαιροβολίας, έριχνε τη σφαίρα πάντοτε σε άλλους· και όταν ο βασιλιάς του είπε: «σε εμένα δεν τη δίνεις;», «δεν τη ζητάς» είπε. Γέλασε με την απάντηση και του έδωσε πολλά. [39.6] Με κάποιον Πρωτέα, εξάλλου, με κλίση στα αστεία και στο πιοτό, φάνηκε πως κάποτε είχε οργιστεί· μετά τα παρακάλια όμως των φίλων του και τα δάκρυα του Πρωτέα, είπε ότι συμφιλιώνεται πάλι μαζί του· και εκείνος είπε: «τότε, βασιλιά, δώσε μου πρώτα απόδειξη». Έδωσε λοιπόν εντολή να του δώσουν πέντε τάλαντα. [39.7] Όσο για τα πλούτη που μοίρασε στους φίλους και στους σωματοφύλακές του, φαίνεται πόσο πολλά ήταν από ένα γράμμα της Ολυμπιάδας που του έγραφε: «με άλλον τρόπο» του έλεγε «να ευεργετείς τους φίλους σου και να τους τιμάς· τώρα τους κάνεις όλους ίσους με βασιλιάδες και φροντίζεις να έχουν πολλούς φίλους, ενώ εσύ μένεις μόνος». [39.8] Επειδή η Ολυμπιάδα του έγραφε πολλές φορές τέτοια, κρατούσε απόρρητο το περιεχόμενό τους, εκτός από μια φορά που, διαβάζοντας ο Ηφαιστίων μαζί του, όπως συνήθιζε, μιαν ανοιχτή επιστολή, δεν τον εμπόδισε αλλά έβγαλε το δακτυλίδι του και έβαλε τη σφραγίδα στο στόμα εκείνου. [39.9] Στον γιο του Μαζαίου, του πιο σημαντικού άνδρα στην υπηρεσία του Δαρείου, ενώ είχε μια σατραπεία, του είχε δώσει και δεύτερη μεγαλύτερη. Εκείνος όμως με παρακάλια τον απέτρεπε λέγοντας: «τότε, βασιλιά, ήταν ένας ο Δαρείος, τώρα εσύ έχεις κάνει πολλούς Αλέξανδρους». [39.10] Στον Παρμενίωνα έδωσε το ανάκτορο του Βαγώου, στο οποίο λένε ότι βρέθηκαν ρούχα αξίας χιλίων ταλάντων. [39.11] Προς τον Αντίπατρο έγραφε συνιστώντας του να έχει σωματοφύλακες, επειδή πίστευε ότι κινδύνευε η ζωή του. [39.12] Στη μητέρα του, εξάλλου, χάριζε και έστελνε πολλά δώρα, αλλά δεν της επέτρεπε να ασχολείται με πολλά μήτε και να αναμειγνύεται στις υποθέσεις των στρατηγών·και όταν τον κατέκρινε, ανεχόταν ήρεμα τις σκληρές παρατηρήσεις της. [39.13] Εκτός από μια φορά που ο Αντίπατρος έγραψε μια μακροσκελή επιστολή εναντίον της· διαβάζοντάς την ο Αλέξανδρος είπε ότι ο Αντίπατρος αγνοεί πως το δάκρυ της μάνας σβήνει μύριες επιστολές.
[40.1] Έβλεπε όμως ότι οι άνθρωποι που περιβάλλοντός του είχαν γίνει τρυφηλοί και ενοχλητικοί με τον τρόπο ζωής και τις πολυτέλειές τους. Για παράδειγμα, ο Άγνων από την Τέω είχε στα παπούτσια του ασημένιες πρόκες, ο Λεοννάτος είχε φέρει από την Αίγυπτο με πολλές καμήλες άμμο στα γυμναστήρια και ο Φιλώτας είχε δίχτυα για το κυνήγι εκατό σταδίων· πήγαιναν για άλειμμα και για λουτρό χρησιμοποιώντας τόσο πολύ μύρο όσο προηγουμένως ούτε λάδι δεν είχαν. Έβλεπε ότι περιστοιχίζονταν από υπηρετικό προσωπικό για τρίψιμο και χαλάρωση. [40.2] Τους επέκρινε λοιπόν για όλα αυτά ήρεμα και φιλοσοφημένα, λέγοντας πως εκπλήσσεται που, ενώ έχουν πάρει μέρος σε τόσο πολλούς και τόσο μεγάλους αγώνες, δεν θυμούνται ότι όσοι έχουν κοπιάσει κοιμούνται πιο ευχάριστα από αυτούς που δεν κουράστηκαν, ούτε και βλέπουν ότι, συγκρίνοντας τη ζωή τους με τη ζωή των Περσών, η τρυφηλή ζωή είναι το άκρον άωτον της δουλείας, ενώ ο μόχθος ό,τι πιο βασιλικό. [40.3] «Αλήθεια,» είπε «πώς θα μπορούσε κάποιος να περιποιηθεί μόνος του το άλογό του ή να γυαλίσει τη λόγχη ή την περικεφαλαία του, αν τα χέρια του έχουν σταματήσει να εγγίζουν το αγαπημένο σώμα του;» «Δεν ξέρετε» είπε «ότι το τελικό στάδιο για μας τους κατακτητές είναι να μην κάνουμε τα ίδια με τους κατακτημένους;» [40.4] Γι᾽ αυτό εξέθετε τον εαυτό του ακόμη περισσότερο στις εκστρατείες και στα κυνήγια, ταλαιπωρούμενος και κινδυνεύοντας, ώστε ένας πρεσβευτής Σπαρτιάτης, που παραβρέθηκε την ώρα που έριχνε κάτω ένα τεράστιο λιοντάρι, είπε: «Αλέξανδρε, αγωνίστηκες σωστά για τη βασιλεία σου με το λιοντάρι». [40.5] Αυτό το περιστατικό του κυνηγιού αφιέρωσε ο Κρατερός στους Δελφούς, αφού έδωσε εντολή να κάνουν χάλκινες μορφές του λιονταριού και των σκυλιών, του βασιλιά να παλεύει με το λιοντάρι, αλλά και του ίδιου να σπεύδει σε βοήθεια· άλλες από τις μορφές αυτές φιλοτέχνησε ο Λύσιππος, άλλες ο Λεωχάρης.