Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ

Ἀλέξανδρος (32.1-33.11)


[32.1] Ἀπελθόντων δὲ τούτων, κατακλιθεὶς ὑπὸ σκηνὴν λέγεται τὸ λοιπὸν μέρος τῆς νυκτὸς ὕπνῳ βαθεῖ κρατηθῆναι παρὰ τὸ εἰωθός, ὥστε θαυμάζειν ἐπελθόντος ὄρθρου τοὺς ἡγεμόνας, καὶ παρ᾽ αὑτῶν ἐξενεγκεῖν παράγγελμα πρῶτον ἀριστοποιεῖσθαι τοὺς στρατιώτας· [32.2] ἔπειτα τοῦ καιροῦ κατεπείγοντος, εἰσελθόντα Παρμενίωνα καὶ παραστάντα τῇ κλίνῃ δὶς ἢ τρὶς αὐτοῦ φθέγξασθαι τοὔνομα, καὶ διεγερθέντος οὕτως ἐρωτᾶν, ὅ τι δὴ πεπονθὼς ὕπνον καθεύδοι νενικηκότος, οὐχὶ μέλλοντος ἀγωνιεῖσθαι τὸν μέγιστον τῶν ἀγώνων. [32.3] τὸν δ᾽ οὖν Ἀλέξανδρον εἰπεῖν διαμειδιάσαντα· «τί γάρ; οὐκ ἤδη σοι νενικηκέναι δοκοῦμεν, ἀπηλλαγμένοι τοῦ πλανᾶσθαι καὶ διώκειν ἐν πολλῇ καὶ κατεφθαρμένῃ φυγομαχοῦντα χώρᾳ Δαρεῖον;» [32.4] οὐ μόνον δὲ πρὸ τῆς μάχης, ἀλλὰ καὶ παρ᾽ αὐτὸν τὸν κίνδυνον ἐπεδείξατο μέγαν καὶ συνεστηκότα τῷ λογίζεσθαι καὶ θαρρεῖν ἑαυτόν.
[32.5] Ἔσχε γὰρ ὁ ἀγὼν ὑποτροπὴν καὶ σάλον ἐν τῷ εὐωνύμῳ κέρατι κατὰ Παρμενίωνα, τῆς Βακτριανῆς ἵππου ῥόθῳ πολλῷ καὶ μετὰ βίας παρεμπεσούσης εἰς τοὺς Μακεδόνας, Μαζαίου δὲ περιπέμψαντος ἔξω τῆς φάλαγγος ἱππεῖς τοῖς σκευοφυλακοῦσι προσβαλοῦντας. [32.6] διὸ καὶ θορυβούμενος ὑπ᾽ ἀμφοτέρων ὁ Παρμενίων ἀπέστειλε πρὸς Ἀλέξανδρον ἀγγέλους, φράζοντας οἴχεσθαι τὸν χάρακα καὶ τὰς ἀποσκευάς, εἰ μὴ κατὰ τάχος βοήθειαν ἰσχυρὰν ἀπὸ τοῦ στόματος πέμψειε τοῖς ὄπισθεν. [32.7] ἔτυχε μὲν οὖν κατ᾽ ἐκεῖνο καιροῦ τοῖς περὶ αὐτὸν ἐφόδου διδοὺς σημεῖον· ὡς δ᾽ ἤκουσε τὰ παρὰ τοῦ Παρμενίωνος, οὐκ ἔφη σωφρονεῖν αὐτὸν οὐδ᾽ ἐντὸς εἶναι τῶν λογισμῶν, ἀλλ᾽ ἐπιλελῆσθαι ταραττόμενον, ὅτι νικῶντες μὲν προσκτήσονται καὶ τὰ τῶν πολεμίων, ἡττωμένοις δὲ φροντιστέον οὐ χρημάτων οὐδ᾽ ἀνδραπόδων, ἀλλ᾽ ὅπως ἀποθανοῦνται καλῶς καὶ λαμπρῶς ἀγωνιζόμενοι.
[32.8] Ταῦτ᾽ ἐπιστείλας Παρμενίωνι, τὸ κράνος περιέθετο, τὸν δ᾽ ἄλλον ὁπλισμὸν εὐθὺς ἀπὸ σκηνῆς εἶχεν, ὑπένδυμα τῶν Σικελικῶν ζωστόν, ἐπὶ δὲ τούτῳ θώρακα διπλοῦν λινοῦν ἐκ τῶν ληφθέντων ἐν Ἰσσῷ. [32.9] τὸ δὲ κράνος ἦν μὲν σιδηροῦν, ἔστιλβε δ᾽ ὥσπερ ἄργυρος καθαρός, ἔργον Θεοφίλου· συνήρμοστο δ᾽ αὐτῷ περιτραχήλιον ὁμοίως σιδηροῦν, λιθοκόλλητον· [32.10] μάχαιραν δὲ θαυμαστὴν βαφῇ καὶ κουφότητι, δωρησαμένου τοῦ Κιτιέων βασιλέως, [ἣν] εἶχεν, ἠσκημένος τὰ πολλὰ χρῆσθαι μαχαίρᾳ παρὰ τὰς μάχας. [32.11] ἐπιπόρπωμα δ᾽ ἐφόρει τῇ μὲν ἐργασίᾳ σοβαρώτερον ἢ κατὰ τὸν ἄλλον ὁπλισμόν· ἦν γὰρ ἔργον Ἑλικῶνος τοῦ παλαιοῦ, τιμὴ δὲ τῆς Ῥοδίων πόλεως, ὑφ᾽ ἧς ἐδόθη δῶρον· ἐχρῆτο δὲ καὶ τούτῳ πρὸς τοὺς ἀγῶνας. [32.12] ἄχρι μὲν οὖν συντάττων τι τῆς φάλαγγος ἢ παρακελευόμενος ἢ διδάσκων ἢ ἐφορῶν παρεξήλαυνεν, ἄλλον ἵππον εἶχε, τοῦ Βουκεφάλα φειδόμενος, ἤδη παρήλικος ὄντος· χωροῦντι δὲ πρὸς ἔργον ἐκεῖνος προσήγετο, καὶ μεταβὰς εὐθὺς ἦρχεν ἐφόδου.
[33.1] Τότε δὲ τοῖς Θετταλοῖς πλεῖστα διαλεχθεὶς καὶ τοῖς ἄλλοις Ἕλλησιν, ὡς ἐπέρρωσαν αὐτὸν βοῶντες ἄγειν ἐπὶ τοὺς βαρβάρους, τὸ ξυστὸν εἰς τὴν ἀριστερὰν μεταλαβών, τῇ δεξιᾷ παρεκάλει τοὺς θεούς, ὡς Καλλισθένης φησίν, ἐπευχόμενος, εἴπερ ὄντως Διόθεν ἐστὶ γεγονώς, ἀμῦναι καὶ συνεπιρρῶσαι τοὺς Ἕλληνας. [33.2] ὁ δὲ μάντις Ἀρίστανδρος, χλανίδα λευκὴν ἔχων καὶ χρυσοῦν στέφανον, ἐπεδείκνυτο παριππεύων ἀετὸν ὑπὲρ κεφαλῆς Ἀλεξάνδρου συνεπαιωρούμενον καὶ κατευθύνοντα τὴν πτῆσιν ὄρθιον ἐπὶ τοὺς πολεμίους, [33.3] ὥστε πολὺ μὲν θάρσος ἐγγενέσθαι τοῖς ὁρῶσιν, ἐκ δὲ τοῦ θαρρεῖν καὶ παρακαλεῖν ἀλλήλους δρόμῳ τοῖς ἱππεῦσιν ἱεμένοις ἐπὶ τοὺς πολεμίους ἐπικυμαίνειν τὴν φάλαγγα. [33.4] πρὶν δὲ συμμεῖξαι τοὺς πρώτους, ἐξέκλιναν οἱ βάρβαροι, καὶ διωγμὸς ἦν πολὺς, εἰς τὰ μέσα συνελαύνοντος Ἀλεξάνδρου τὸ νικώμενον, ὅπου Δαρεῖος ἦν. [33.5] πόρρωθεν γὰρ αὐτὸν κατεῖδε, διὰ τῶν προτεταγμένων ἐν βάθει τῆς βασιλικῆς ἴλης ἐκφανέντα, καλὸν ἄνδρα καὶ μέγαν ἐφ᾽ ἅρματος ὑψηλοῦ βεβῶτα, πολλοῖς ἱππεῦσι καὶ λαμπροῖς καταπεφραγμένον, εὖ μάλα συνεσπειραμένοις περὶ τὸ ἅρμα καὶ παρατεταγμένοις δέχεσθαι τοὺς πολεμίους. [33.6] ἀλλὰ δεινὸς ὀφθεὶς ἐγγύθεν Ἀλέξανδρος, καὶ τοὺς φεύγοντας ἐμβαλὼν εἰς τοὺς μένοντας, ἐξέπληξε καὶ διεσκέδασε τὸ πλεῖστον. [33.7] οἱ δ᾽ ἄριστοι καὶ γενναιότατοι πρὸ τοῦ βασιλέως φονευόμενοι καὶ κατ᾽ ἀλλήλων πίπτοντες, ἐμποδὼν τῆς διώξεως ἦσαν, ἐμπλεκόμενοι καὶ περισπαίροντες αὑτοῖς καὶ ἵπποις. [33.8] Δαρεῖος δέ, τῶν δεινῶν ἁπάντων ἐν ὀφθαλμοῖς ὄντων, καὶ τῶν προτεταγμένων δυνάμεων ἐρειπομένων εἰς αὐτόν, ὡς οὐκ ἦν ἀποστρέψαι τὸ ἅρμα καὶ διεξελάσαι ῥᾴδιον, ἀλλ᾽ οἵ τε τροχοὶ συνείχοντο πτώμασι πεφυρμένοι τοσούτοις, οἵ θ᾽ ἵπποι καταλαμβανόμενοι καὶ ἀποκρυπτόμενοι τῷ πλήθει τῶν νεκρῶν, ἐξήλλοντο καὶ συνετάραττον τὸν ἡνίοχον, ἀπολείπει μὲν τὸ ἅρμα καὶ τὰ ὅπλα, θήλειαν δ᾽ ὥς φασι νεοτόκον ἵππον περιβὰς ἔφυγεν. [33.9] οὐ μὴν τότε γ᾽ ἂν ἐδόκει διαφυγεῖν, εἰ μὴ πάλιν ἧκον ἕτεροι παρὰ τοῦ Παρμενίωνος ἱππεῖς μετακαλοῦντες Ἀλέξανδρον, ὡς συνεστώσης ἔτι πολλῆς δυνάμεως ἐκεῖ καὶ τῶν πολεμίων οὐκ ἐνδιδόντων. [33.10] ὅλως γὰρ αἰτιῶνται Παρμενίωνα κατ᾽ ἐκείνην τὴν μάχην νωθρὸν γενέσθαι καὶ δύσεργον, εἴτε τοῦ γήρως ἤδη τι παραλύοντος τῆς τόλμης, εἴτε τὴν ἐξουσίαν καὶ τὸν ὄγκον, ὡς Καλλισθένης φησί, τῆς Ἀλεξάνδρου δυνάμεως βαρυνόμενον καὶ προσφθονοῦντα. [33.11] τότε δ᾽ οὖν ὁ βασιλεὺς ἀνιαθεὶς τῇ μεταπέμψει, τοῖς μὲν στρατιώταις οὐκ ἔφρασε τὸ ἀληθές, ἀλλ᾽ ὡς ἄδην ἔχων τοῦ φονεύειν, καὶ σκότους ὄντος, ἀνάκλησιν ἐσήμανεν· ἐλαύνων δὲ πρὸς τὸ κινδυνεῦον μέρος, ἤκουσε καθ᾽ ὁδὸν ἡττῆσθαι παντάπασι καὶ φεύγειν τοὺς πολεμίους.


[32.1] Μετά την αποχώρηση αυτών, λένε ότι ξάπλωσε μέσα στη σκηνή και κοιμήθηκε το υπόλοιπο της νύχτας με ύπνο βαθύ παρά τη συνήθειά του, ώστε να απορούν το πρωί οι στρατηγοί και να δοθεί από αυτούς το παράγγελμα για το πρόγευμα των στρατιωτών. [32.2] Έπειτα, επειδή ο χρόνος πίεζε, ο Παρμενίων μπήκε στη σκηνή και, αφού στάθηκε κοντά στο κρεβάτι, τον φώναξε δυο ή τρεις φορές με το όνομά του· και, μόλις σηκώθηκε, τον ρώτησε τι είχε πάθει και κοιμόταν σαν να ήταν νικητής και όχι σαν να επρόκειτο να δώσει την πιο μεγάλη του μάχη. [32.3] Τότε ο Αλέξανδρος χαμογελώντας του είπε: «τι λοιπόν; Δεν νομίζεις ότι έχουμε ήδη νικήσει και έχουμε απαλλαγεί από το να περιπλανιόμαστε και να καταδιώκουμε τον Δαρείο, που φυγομαχεί μέσα σε μια χώρα μεγάλη και κατεστραμμένη;» [32.4] Με τη λογική και το θάρρος απέδειξε ότι ήταν μεγάλος και συγκροτημένος όχι μόνο πριν από τη μάχη αλλά και στη διάρκεια της ίδιας της μάχης. [32.5] Γιατί στη μάχη δημιουργήθηκε υποτροπή και ταραχή στην αριστερή πτέρυγα με τον Παρμενίωνα, όταν το Βακτριανό ιππικό έπεσε επάνω στους Μακεδόνες με πολλή ορμή και δύναμη και ο Μαζαίος απέσυρε από τη φάλαγγα ιππείς και τους έστειλε τους σκευοφύλακες. [32.6] Γι᾽ αυτό και ο Παρμενίων, ανησυχώντας για τους δυο αυτούς λόγους, έστειλε στον Αλέξανδρο αγγελιαφόρους να του πουν ότι χάνονται το χαράκωμα και οι αποσκευές, αν δεν έστελνε γρήγορα ισχυρές ενισχύσεις στην οπισθοφυλακή από το μέτωπο. [32.7] Ήταν ακριβώς η στιγμή που ο Αλέξανδρος έδινε στους άνδρες του το σύνθημα της επίθεσης. Όταν άκουσε όσα ζητούσε ο Παρμενίων, είπε ότι δεν είναι σώφρων ο άνθρωπος ούτε και στα καλά του· από την ταραχή του έχει ξεχάσει ότι, αν νικήσουν, θα αποκτήσουν και όσα ανήκουν στους εχθρούς, ενώ, εάν ηττηθούν, δεν θα χρειαστεί να ενδιαφερθούν για χρήματα ούτε και για δούλους, αλλά πώς θα πεθάνουν πολεμώντας με τιμή και δόξα. [32.8] Αυτά παράγγειλε να πουν στον Παρμενίωνα και έβαλε την περικεφαλαία του· τον άλλον οπλισμό τον είχε από τη στιγμή που βγήκε από τη σκηνή: εσωτερικά ένα ένδυμα με ζώνη σικελική και πάνω από αυτό διπλό λινό θώρακα από τα λάφυρα στη μάχη της Ισσού. [32.9] Η περικεφαλαία ήταν σιδερένια, γυάλιζε σαν καθαρό ασήμι, έργο του Θεόφιλου. Πιασμένο με αυτήν ήταν ένα σιδερένιο πάλι κομμάτι γύρω από τον τράχηλο με ένθετα πετράδια· [32.10] το μαχαίρι του ήταν υπέροχο για το χρώμα του και ήταν ελαφρύ, δώρο του βασιλιά του Κιτίου· το κρατούσε μαζί του, επειδή είχε ασκηθεί πολύ να χειρίζεται το μαχαίρι στις μάχες. [32.11] Φορούσε χλαμύδα με πόρπη στον ώμο, δουλεμένη πολύ καλύτερα από ό,τι ο υπόλοιπος οπλισμός· ήταν δώρο του παλαιού Ελικώνα, τιμή της πόλης των Ροδίων, από την οποία του είχε δοθεί ως δώρο· τη χρησιμοποιούσε και αυτή στις μάχες. [32.12] Όταν περνούσε μπροστά από τη φάλαγγα έφιππος ή τακτοποιώντας την ή δίνοντας οδηγίες ή συμβουλές ή επιβλέποντας, είχε άλλο άλογο, επειδή λυπόταν τον Βουκεφάλα, που ήταν ήδη πολύ γερασμένος· αλλά όταν κινούσε για μάχη, του έφερναν εκείνον· ίππευε και άρχιζε αμέσως την επίθεση.
[33.1] Τότε, αφού συνομίλησε για αρκετή ώρα με τους Θεσσαλούς και τους άλλους Έλληνες, που τον ενθάρρυναν φωνάζοντάς του να τους οδηγήσει εναντίον των βαρβάρων, πήρε με το αριστερό χέρι το ακόντιο και με το δεξί παρακαλούσε τους θεούς και ευχόταν, όπως λέει ο Καλλισθένης, εάν όντως είναι γιος του Δία, να βοηθήσουν και να ενισχύσουν τους Έλληνες. [33.2] Εξάλλου, ο μάντης Αρίστανδρος με λευκή χλαμύδα και χρυσό στεφάνι, έφιππος δίπλα του, έδειχνε έναν αετό να πετάει πάνω από το κεφάλι του Αλέξανδρου και να τον οδηγεί κατευθείαν εναντίον των εχθρών. [33.3] Αυτό ενθάρρυνε πολύ όσους έβλεπαν και, από την ενθάρρυνση αυτή και τις προτροπές του ενός προς τον άλλον, οι ιππείς επιτέθηκαν εναντίον των εχθρών και μαζί και η φάλαγγα σαν κύμα. [33.4] Αλλά πριν συγκρουστούν οι πρώτοι, οι βάρβαροι άρχισαν να υποχωρούν· ακολούθησε καταδίωξη σε μεγάλη έκταση, καθώς ο Αλέξανδρος κατηύθυνε τους ηττημένους προς το κέντρο, όπου βρισκόταν ο Δαρείος. [33.5] Γιατί τον είχε διακρίνει από μακριά στο βάθος της βασιλικής ίλης, ανάμεσα στους ιππείς που είχαν παραταχθεί μπροστά του, να φαντάζει όμορφος και μεγαλόσωμος πάνω σε άρμα ψηλό, περιστοιχισμένο από πολλούς και λαμπρούς ιππείς, που είχαν συσπειρωθεί πολύ καλά γύρω από το άρμα και είχαν πάρει τέτοιες θέσεις, ώστε να αντιμετωπίσουν τους εχθρούς. [33.6] Όταν όμως εμφανίστηκε κοντά τους φοβερός ο Αλέξανδρος, ρίχνοντας όσους είχαν τραπεί σε φυγή μέσα στις γραμμές αυτών που αντιστέκονταν, τους κατατρόμαξε και σκόρπισε τους περισσότερους. [33.7] Οι άριστοι και οι πιο γενναίοι, που σκοτώνονταν υπερασπίζοντας τον βασιλιά τους και έπεφταν ο ένας επάνω στον άλλον, στέκονταν εμπόδιο στην καταδίωξη, καθώς είχαν μπερδευτεί οι ίδιοι μεταξύ τους και με τα άλογα και ψυχορραγούσαν . [33.8] Ο Δαρείος, καθώς όλα τα φοβερά ήταν μπροστά στα μάτια του και οι παρατεταγμένες μπροστά του δυνάμεις σωριάζονταν επάνω του, επειδή δεν ήταν εύκολο να στρίψει το άρμα και να περάσει ανάμεσα και οι τροχοί είχαν γίνει ένα με τόσο πολλά πτώματα και είχαν φρακάρει με αυτά, αλλά και τα άλογα, αποκλεισμένα και κρυμμένα από το πλήθος των νεκρών, αναπηδούσαν και τράνταζαν τον ηνίοχο, εγκαταλείπει το άρμα και τα όπλα και ανεβαίνοντας σε μια φοράδα, που μόλις είχε γεννήσει, τράπηκε σε φυγή. [33.9] Αλλά ούτε και τότε θα είχε διαφύγει, εάν δεν είχαν έρθει από τον Παρμενίωνα και άλλοι ιππείς να καλέσουν σε βοήθεια τον Αλέξανδρο, γιατί τάχα είχε συγκεντρωθεί εκεί μεγάλη δύναμη και οι εχθροί δεν υποχωρούσαν. [33.10] Γενικά, σε εκείνη τη μάχη κατηγορούν τον Παρμενίωνα ότι ήταν νωθρός και αναποτελεσματικός είτε επειδή λόγω γήρατος είχε ελαττωθεί κάπως η τόλμη του είτε γιατί, όπως λέει ο Καλλισθένης, ήταν ενοχλημένος και φθονούσε την εξουσία και το μέγεθος της δύναμης του Αλέξανδρου. [33.11] Τότε λοιπόν ο βασιλιάς, μολονότι δυσαρεστήθηκε από το κάλεσμα, δεν είπε την αλήθεια στους στρατιώτες, αλλά έδωσε το σύνθημα για ανάκληση, επειδή τάχα είχε κουραστεί να σκοτώνει και είχε νυχτώσει. Καθώς προχωρούσε προς το μέρος που διέτρεχε κίνδυνο, άκουσε ότι είχαν ηττηθεί ολοκληρωτικά οι εχθροί και είχαν τραπεί σε φυγή.