Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ

Ἀλέξανδρος (22.1-23.10)


[22.1] Ἐπεὶ δὲ Φιλόξενος ὁ τῶν ἐπὶ θαλάττης στρατηγὸς ἔγραψεν εἶναι παρ᾽ αὐτῷ Θεόδωρόν τινα Ταραντῖνον, ἔχοντα παῖδας ὠνίους δύο τὴν ὄψιν ὑπερφυεῖς, καὶ πυνθανόμενος εἰ πρίηται, χαλεπῶς ἐνεγκὼν ἐβόα πολλάκις πρὸς τοὺς φίλους ἐρωτῶν, τί πώποτε Φιλόξενος αἰσχρὸν αὐτῷ συνεγνωκώς, τοιαῦτ᾽ ὀνείδη προξενῶν κάθηται. [22.2] τὸν δὲ Φιλόξενον αὐτὸν ἐν ἐπιστολῇ πολλὰ λοιδορήσας ἐκέλευσεν αὐτοῖς φορτίοις τὸν Θεόδωρον εἰς τὸν ὄλεθρον ἀποστέλλειν. [22.3] ἐπέπληξε δὲ καὶ Ἅγνωνι νεανικῶς γράψαντι πρὸς αὐτόν, ὅτι Κρωβύλον ‹νεανίσκον› εὐδοκιμοῦντ᾽ ἐν Κορίνθῳ βούλεται πριάμενος ἀγαγεῖν πρὸς αὐτόν. [22.4] πυνθανόμενος δὲ μισθοφόρων τινῶν γύναια διεφθαρκέναι Δάμωνα καὶ Τιμόθεον Μακεδόνας τῶν ὑπὸ Παρμενίωνι στρατευομένων, ἔγραψε Παρμενίωνι κελεύων, ἐὰν ἐλεγχθῶσιν, ὡς θηρία ἐπὶ καταφθορᾷ τῶν ἀνθρώπων γεγονότα τιμωρησάμενον ἀποκτεῖναι. [22.5] καὶ περὶ ἑαυτοῦ κατὰ λέξιν ἐν ταύτῃ τῇ ἐπιστολῇ γέγραφεν· «ἐγὼ γὰρ οὐχ ὅτι ἑωρακὼς ἂν εὑρεθείην τὴν Δαρείου γυναῖκα ἢ βεβουλημένος ἰδεῖν, ἀλλ᾽ οὐδὲ τῶν λεγόντων περὶ τῆς εὐμορφίας αὐτῆς προσδεδεγμένος τὸν λόγον». [22.6] ἔλεγε δὲ μάλιστα συνιέναι θνητὸς ὢν ἐκ τοῦ καθεύδειν καὶ συνουσιάζειν, ὡς ἀπὸ μιᾶς ἐγγινόμενον ἀσθενείας τῇ φύσει καὶ τὸ πονοῦν καὶ τὸ ἡδόμενον. [22.7] ἦν δὲ καὶ γαστρὸς ἐγκρατέστατος, καὶ τοῦτ᾽ ἄλλοις τε πολλοῖς ἐδήλωσε καὶ τοῖς πρὸς Ἄδαν λεχθεῖσιν, ἣν ἐποιήσατο μητέρα καὶ Καρίας βασίλισσαν ἀπέδειξεν. [22.8] ὡς γὰρ ἐκείνη φιλοφρονουμένη πολλὰ μὲν ὄψα καθ᾽ ἡμέραν ἀπέστελλεν αὐτῷ καὶ πέμματα, τέλος δὲ τοὺς δοκοῦντας εἶναι δεινοτάτους ὀψοποιοὺς καὶ ἀρτοποιούς, ἔφη τούτων μηδενὸς δεῖσθαι· [22.9] βελτίονας γὰρ ὀψοποιοὺς ἔχειν ὑπὸ τοῦ παιδαγωγοῦ Λεωνίδου δεδομένους αὐτῷ, πρὸς μὲν τὸ ἄριστον νυκτοπορίαν, πρὸς δὲ τὸ δεῖπνον ὀλιγαριστίαν. [22.10] «ὁ δ᾽ αὐτὸς οὗτος ἀνὴρ» ἔφη «καὶ τῶν στρωμάτων ἐπιὼν τὰ ἀγγεῖα καὶ τῶν ἱματίων ἔλυεν, ἐπισκοπῶν μή τί μοι τρυφερὸν ἢ περισσὸν ἡ μήτηρ ἐντέθεικεν».
[23.1] Ἦν δὲ καὶ πρὸς οἶνον ἧττον ἢ ἐδόκει καταφερής, ἔδοξε δὲ διὰ τὸν χρόνον, ὃν οὐ πίνων μᾶλλον ἢ λαλῶν εἷλκεν, ἐφ᾽ ἑκάστης κύλικος ἀεὶ μακρόν τινα λόγον διατιθέμενος, καὶ ταῦτα πολλῆς σχολῆς οὔσης. [23.2] ἐπεὶ πρός γε τὰς πράξεις οὐκ οἶνος ἐκεῖνον, οὐχ ὕπνος, οὐ παιδιά τις, οὐ γάμος, οὐ θέα, καθάπερ ἄλλους στρατηγούς, ἐπέσχε· δηλοῖ δ᾽ ὁ βίος, ὃν βιώσας βραχὺν παντάπασι πλείστων καὶ μεγίστων πράξεων ἐνέπλησεν. [23.3] ἐν δὲ ταῖς σχολαῖς πρῶτον μὲν ἀναστὰς καὶ θύσας τοῖς θεοῖς, εὐθὺς ἠρίστα καθήμενος· ἔπειτα διημέρευε κυνηγῶν ἢ συντάττων ἢ διδάσκων τι τῶν πολεμικῶν ἢ ἀναγινώσκων. [23.4] εἰ δ᾽ ὁδὸν βαδίζοι μὴ λίαν ἐπείγουσαν, ἐμάνθανεν ἅμα πορευόμενος ἢ τοξεύειν ἢ ἐπιβαίνειν ἅρματος ἐλαυνομένου καὶ ἀποβαίνειν. πολλάκις δὲ παίζων καὶ ἀλώπεκας ἐθήρευε καὶ ὄρνιθας, ὡς ἔστι λαβεῖν ἐκ τῶν ἐφημερίδων. [23.5] καταλύσας δὲ καὶ τρεπόμενος πρὸς λουτρὸν ἢ ἄλειμμα, τοὺς ἐπὶ τῶν σιτοποιῶν καὶ μαγείρων ἀνέκρινεν, εἰ τὰ πρὸς τὸ δεῖπνον εὐτρεπῶς ἔχουσι. [23.6] καὶ δειπνεῖν μὲν ὀψὲ καὶ σκότους ἤδη κατακλινόμενος ἤρχετο, θαυμαστὴ δ᾽ ἦν ἡ ἐπιμέλεια καὶ περίβλεψις ἐπὶ τῆς τραπέζης, ὅπως μηδὲν ἀνίσως μηδ᾽ ὀλιγώρως διανέμοιτο· τὸν δὲ πότον ὥσπερ εἴρηται μακρὸν ὑπ᾽ ἀδολεσχίας ἐξέτεινε. [23.7] καὶ τἆλλα πάντων ἥδιστος ὢν βασιλέων συνεῖναι καὶ χάριτος οὐδεμιᾶς ἀμοιρῶν, τότε ταῖς μεγαλαυχίαις ἀηδὴς ἐγίνετο καὶ λίαν στρατιωτικός, αὐτός τε πρὸς τὸ κομπῶδες ὑποφερόμενος, καὶ τοῖς κόλαξιν ἑαυτὸν ἀνεικὼς ἱππάσιμον, ὑφ᾽ ὧν οἱ χαριέστατοι τῶν παρόντων ἐπετρίβοντο, μήθ᾽ ἁμιλλᾶσθαι τοῖς κόλαξι μήτε λείπεσθαι βουλόμενοι τῶν [αὐτῶν] ἐπαίνων· τὸ μὲν γὰρ αἰσχρὸν ἐδόκει, τὸ δὲ κίνδυνον ἔφερε. [23.8] μετὰ δὲ τὸν πότον λουσάμενος, ἐκάθευδε πολλάκις μέχρι μέσης ἡμέρας· ἔστι δ᾽ ὅτε καὶ διημέρευεν ἐν τῷ καθεύδειν. [23.9] αὐτὸς μὲν οὖν καὶ ὄψων ἐγκρατὴς ἦν, ὥστε καὶ τὰ σπανιώτατα [πολλάκις] τῶν ἀπὸ θαλάττης αὐτῷ κομιζομένων ἀκροδρύων καὶ ἰχθύων ἑκάστῳ διαπεμπόμενος τῶν ἑταίρων, πολλάκις ἑαυτῷ μόνῳ μηδὲν καταλείπειν. [23.10] τὸ μέντοι δεῖπνον ἦν ἀεὶ μεγαλοπρεπές, καὶ τοῖς εὐτυχήμασι τῆς δαπάνης ἅμα συναυξομένης, τέλος εἰς μυρίας δραχμὰς προῆλθεν· ἐνταῦθα δ᾽ ἔστη, καὶ τοσοῦτον ὡρίσθη τελεῖν τοῖς ὑποδεχομένοις Ἀλέξανδρον.


[22.1] Όταν ο Φιλόξενος, ο επικεφαλής των παραθαλάσσιων στρατιωτικών δυνάμεων του έγραψε ότι βρισκόταν σ᾽ αυτόν κάποιος Θεόδωρος από τον Τάραντα, που είχε για πούλημα δυο πολύ όμορφα αγόρια και ζητούσε να μάθει αν σκόπευε να τα αγοράσει, δυσανασχέτησε και φώναζε πολλές φορές μπροστά στους φίλους του, ρωτώντας τι αισχρό τέλος πάντων είχε μάθει γι᾽ αυτόν ο Φιλόξενος και καθόταν και του προξένευε τέτοιες ντροπές. [22.2] Και τον ίδιο τον Φιλόξενο, επικρίνοντάς τον αυστηρά σε επιστολή του, τον διέταξε να εξαφανίσει τον Θεόδωρο μαζί με το φορτίο του. [22.3] Επέπληξε επίσης αυστηρά και τον Άγνωνα που του έγραψε ότι ήθελε να αγοράσει και να του φέρει τον νεαρό Κρωβύλο, που ήταν ονομαστός στην Κόρινθο. [22.4] Όταν πληροφορήθηκε ότι ο Δάμων και ο Τιμόθεος, Μακεδόνες που υπηρετούσαν στον στρατό του Παρμενίωνα, είχαν βιάσει γυναίκες κάποιων μισθοφόρων, έγραψε στον Παρμενίωνα με την εντολή, εάν αποκαλυφθεί η ενοχή τους, να τους σκοτώσει, αφού προηγουμένως θα τους έχει τιμωρήσει σαν τα θηρία που έχουν γεννηθεί για να κατασπαράζουν τους ανθρώπους. [22.5] Όσο για τον ίδιο, έχει γράψει σε αυτή την επιστολή κατά λέξη: «Για μένα όχι μόνο είναι αδύνατο να βρεθεί κανείς και να πει ότι έχω δει ή θα ήθελα να δω τη γυναίκα του Δαρείου, αλλά ούτε καν έχω δεχτεί να ακούσω να μου μιλούν για την ομορφιά της». [22.6] Έλεγε μάλιστα ότι καταλάβαινε ότι ήταν θνητός από το ότι κοιμόταν και έκανε έρωτα, αφού και ο πόνος και η ηδονή οφείλονται σε μια αδυναμία της φύσης. [22.7] Επίσης ήταν πάρα πολύ εγκρατής στο φαγητό και αυτό το απέδειξε, ανάμεσα σε άλλα πολλά, με όσα είχε πει στην Άδα, που τη θεωρούσε σαν μητέρα του και την είχε κάνει βασίλισσα της Καρίας. [22.8] Γιατί, καθώς εκείνη, προκειμένου να τον ευχαριστήσει, του έστελνε καθημερινά πολλά φαγητά και γλυκά και τελικά τους πιο καλούς μάγειρες και αρτοποιούς, της είπε ότι δεν χρειαζόταν κανέναν από αυτούς· [22.9] γιατί είχε καλύτερους μάγειρες, που του είχε δώσει ο παιδαγωγός του Λεωνίδας, για το πρόγευμα τη νυχτερινή πορεία, για το δείπνο ένα ελαφρύ πρόγευμα. [22.10] «Αυτός ο ίδιος άνδρας» έλεγε «έκανε έφοδο και έλυνε τα στρώματα και τις ιματιοθήκες των ρούχων, εξετάζοντας μήπως η μητέρα μου είχε κρύψει μέσα κάτι πολυτελές ή περιττό».
[23.1] Και στο κρασί ήταν λιγότερο επιρρεπής από την εντύπωση που έδινε. Αυτό το έδειξε ο χρόνος που αφιέρωνε όχι πίνοντας αλλά μιλώντας περισσότερο, αφού με κάθε κύλικα διέθετε πάντοτε πολλήν ώρα για συζήτηση, και μάλιστα όταν είχε αρκετό χρόνο. [23.2] Γιατί από τη δράση δεν τον συγκρατούσε ούτε το κρασί ούτε ο ύπνος ούτε κάποια διασκέδαση ούτε γάμος ούτε θέαμα, όπως άλλους στρατηγούς. Το δείχνει καθαρά η ίδια η ζωή του, που αν και μικρή, ήταν γεμάτη με πάρα πολλά και σημαντικά έργα. [23.3] Κατά τον ελεύθερο χρόνο του, η πρώτη του δουλειά ήταν να θυσιάσει στους θεούς και αμέσως καθόταν και έπαιρνε το πρωινό του. Στη συνέχεια περνούσε την ημέρα του κυνηγώντας ή γράφοντας ή τακτοποιώντας πολεμικές υποθέσεις ή διαβάζοντας. [23.4] Κάθε φορά που έκανε πορεία όχι πολύ επείγουσα, μάθαινε, ενώ προχωρούσε, να ρίχνει ταυτόχρονα με το τόξο ή να ανεβαίνει σε άρμα ή να κατεβαίνει από αυτό όντας σε κίνηση. Πολλές φορές, εξάλλου, διασκεδάζοντας, κυνηγούσε αλεπούδες και πουλιά, όπως είναι δυνατόν να διαπιστώσει κανείς από το ημερολόγιό του. [23.5] Όταν τελείωνε και λουζόταν ή αλειφόταν, ρωτούσε τους αρτοποιούς και τους μαγείρους αν είχαν ετοιμάσει σωστά τα σχετικά με το δείπνο. [23.6] Για το δείπνο πήγαινε αργά και για ύπνο όταν ήταν ήδη σκοτάδι· στο τραπέζι, εξάλλου, ήταν θαυμαστή η φροντίδα του και ο έλεγχος, για να μη μοιράζεται τίποτε άνισα και απρόσεκτα· όσο για το πιοτό, το πήγαινε πολύ πίσω, όπως προαναφέρθηκε, λόγω πολυλογίας. [23.7] Και ενώ ήταν γενικά ο πιο ευχάριστος από όλους τους βασιλιάδες στη συναναστροφή και δεν του έλειπε καμιά χάρη, τότε άρχισε να γίνεται αηδιαστικός με τις καυχησιολογίες και πολύ αυταρχικός, καθώς παρασυρόταν ο ίδιος προς την αλαζονεία χωρίς να το καταλαβαίνει και αφήνοντας τον εαυτό του στους κόλακες να τον καβαλικεύουν. Από αυτά ενοχλούνταν οι πιο ευγενικοί της συντροφιάς, επειδή δεν ήθελαν μήτε να συναγωνίζονται με τους κόλακες μήτε και να υστερούν στους επαίνους· γιατί το πρώτο φαινόταν αισχρό, το δεύτερο εγκυμονούσε κίνδυνο. [23.8] Μετά το πιοτό λουζόταν και κοιμόταν μέχρι το μεσημέρι· μερικές φορές μάλιστα κοιμόταν όλη την ημέρα. [23.9] Ο Αλέξανδρος λοιπόν ήταν εγκρατής και στα φαγητά· έτσι, καθώς έστελνε στον καθένα χωριστά από τους φίλους του τους σπανιότατους καρπούς και τα ψάρια που του έφερναν από τη θάλασσα, πολλές φορές δεν άφηνε για τον εαυτό του τίποτε. [23.10] Το δείπνο του είχε πάντα μια μεγαλοπρέπεια και η δαπάνη για τις επιτυχίες του αυξανόταν συνέχεια· τελικά έφτασε τις δέκα χιλιάδες δραχμές και εδώ σταμάτησε. Τόσο είχε οριστεί να ξοδεύουν όσοι υποδέχονταν τον Αλέξανδρο.