Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ

Νικίας (21.1-21.11)


[21.1] Ἐν τούτῳ δὲ Δημοσθένης ὑπὲρ τῶν λιμένων ἐπεφαίνετο λαμπρότατος τῇ παρασκευῇ καὶ δεινότατος τοῖς πολεμίοις, ἐπὶ νεῶν ἑβδομήκοντα καὶ τριῶν ἄγων ὁπλίτας πεντακισχιλίους, ἀκοντιστὰς δὲ καὶ τοξότας καὶ σφενδονήτας τρισχιλίων οὐκ ἐλάττους, ὅπλων δὲ κόσμῳ καὶ παρασήμοις τριήρων καὶ πλήθει κελευστῶν καὶ αὐλητῶν θεατρικῶς καὶ πρὸς ἔκπληξιν πολεμίων ἐξησκημένος. [21.2] ἦν οὖν ὡς εἰκὸς αὖθις ἐν φόβῳ μεγάλῳ τὰ Συρακουσίων, εἰς οὐδὲν πέρας οὐδ᾽ ἀπαλλαγήν, ἀλλὰ πονοῦντας ἄλλως καὶ φθειρομένους αὑτοὺς μάτην ὁρώντων. [21.3] τὸν δὲ Νικίαν οὐ πολὺν χρόνον εὔφρανεν ἡ παρουσία τῆς δυνάμεως, ἀλλ᾽ ἅμα τῷ πρῶτον ἐν λόγοις γενέσθαι, τοῦ Δημοσθένους εὐθὺς ἐπιχειρεῖν τοῖς πολεμίοις κελεύοντος καὶ τῷ ταχίστῳ τῶν κινδύνων περὶ τοῦ παντὸς διαγωνισαμένους ἑλεῖν Συρακούσας ἢ ἀποπλεῖν οἴκαδε, δείσας καὶ θαυμάσας τὴν ὀξύτητα καὶ τόλμαν, ἐδεῖτο μηδὲν ἀπεγνωσμένως πράττειν μήδ᾽ ἀνοήτως. [21.4] τὴν γὰρ τριβὴν εἶναι κατὰ τῶν πολεμίων, οὔτε χρήματα κεκτημένων ἔτι, μήτε τῶν συμμάχων αὐτοῖς πολὺν χρόνον παραμενούντων, εἰ δὲ θλίβοιντο ταῖς ἀπορίαις, ταχὺ πάλιν ἐπ᾽ αὐτὸν περὶ συμβάσεως τραπησομένων ὡς πρότερον. [21.5] καὶ γὰρ ἦσαν ἄνδρες οὐκ ὀλίγοι τῶν ἐν Συρακούσαις διαλεγόμενοι τῷ Νικίᾳ κρύφα καὶ μένειν κελεύοντες, ὡς καὶ νῦν ὑπερπονούντων τῷ πολέμῳ, καὶ τὸν Γύλιππον βαρυνομένων, ἐὰν δὲ μικρὸν ἐπιτείνωσιν αἱ ἀνάγκαι, παντάπασιν ἀπαγορευσόντων. [21.6] τούτων ὁ Νικίας τὰ μὲν αἰνιττόμενος, τὰ δ᾽ οὐ θέλων ἐν φανερῷ λέγειν, ἀτολμίας παρέσχε τοῖς ‹συ›στρατήγοις δόξαν, καὶ ταῦτ᾽ ἐκεῖνα πάλιν ἥκειν φάσκοντες αὐτοῦ, μελλήματα καὶ διατριβὰς καὶ ἀκριβολογίας, αἷς ἀπώλεσε τὴν ἀκμήν, οὐκ εὐθὺς ἐπιχειρῶν τοῖς πολεμίοις, ἀλλ᾽ ἕωλος καὶ καταφρονούμενος, τῷ Δημοσθένει προσετίθεντο, καὶ ὁ Νικίας μόλις συνεχώρησεν ἐκβιασθείς. [21.7] οὕτω δὴ τὴν πεζὴν στρατιὰν ἀναλαβὼν ὁ Δημοσθένης νυκτὸς ἐπεχείρει ταῖς Ἐπιπολαῖς, καὶ τοὺς μὲν φθάσας πρὶν αἰσθέσθαι τῶν πολεμίων ἀπέκτεινε, τοὺς δ᾽ ἀμυνομένους ἐτρέψατο, καὶ κρατῶν οὐκ ἔμενεν, ἀλλ᾽ ἐχώρει προσωτέρω, μέχρι οὗ τοῖς Βοιωτοῖς ἐνέτυχε. [21.8] πρῶτοι γὰρ οὗτοι συστρέψαντες ἑαυτοὺς καὶ συνδραμόντες εἰς τοὺς Ἀθηναίους ἐναντίοις τοῖς δόρασι μετὰ βοῆς ἐώσαντο, καὶ πολλοὺς αὐτοῦ κατέβαλον, δι᾽ ὅλου δὲ τοῦ στρατεύματος εὐθὺς ἦν πτοία καὶ ταραχή, καὶ τοῦ φεύγοντος ἤδη καταπιμπλάμενον τὸ ἔτι νικῶν, καὶ τὸ ἐπιβαῖνον καὶ προσφερόμενον ὑπὸ τῶν πεφοβημένων ἀνακοπτόμενον, ἑαυτῷ περιέπιπτε, τοὺς μὲν φεύγοντας οἰόμενον διώκειν, τοῖς δὲ φίλοις ὡς πολεμίοις χρώμενον. [21.9] ἡ γὰρ ἄτακτος ἀνάμειξις ἐν ταὐτῷ μετὰ φόβου καὶ ἀγνοίας, καὶ τὸ τῆς ὄψεως ἄπιστον ἐν νυκτὶ μήτε σκότος ἄκρατον μήτε φῶς ἐχούσῃ βέβαιον, ἀλλ᾽ οἵαν εἰκός, ἤδη καταφερομένης σελήνης καὶ περισκιαζομένης ὅπλοις πολλοῖς καὶ σώμασι κινουμένοις διὰ τοῦ φωτός, μὴ διασαφοῦσαν τὰ εἴδη φόβῳ τοῦ πολεμίου καὶ τὸ οἰκεῖον ποιεῖν ὕποπτον, εἰς δεινὰς ἀπορίας καὶ περιπετείας καθίστη τοὺς Ἀθηναίους. [21.10] ἔτυχον δέ πως καὶ τὴν σελήνην ἔχοντες ὄπισθεν· ὅθεν αὐτοὶ μὲν αὑτοῖς τὰς σκιὰς ἐπιβάλλοντες, ἀπέκρυπτον τὸ πλῆθος τῶν ὅπλων καὶ τὴν λαμπρότητα, τοὺς δ᾽ ἐναντίους ὁ πρὸς τὴν σελήνην τῶν ἀσπίδων ἀντιφωτισμὸς πολὺ πλείονας ὁρᾶσθαι καὶ λαμπροτέρους ἐποίει. [21.11] τέλος δέ, πανταχόθεν αὐτοῖς ὡς ἐνέδοσαν προσκειμένων τῶν πολεμίων, φεύγοντες οἱ μὲν ὑπ᾽ ἐκείνων, οἱ δ᾽ ὑπ᾽ ἀλλήλων ἀπέθνῃσκον, οἱ δὲ κατὰ τῶν κρημνῶν ὀλισθαίνοντες, τοὺς δ᾽ ἀποσκεδασθέντας καὶ πλανωμένους ἡμέρας ἐπιγενομένης οἱ ἱππεῖς καταλαμβάνοντες διέφθειρον. ἐγένοντο δὲ νεκροὶ δισχίλιοι, καὶ τῶν περιγενομένων ὀλίγοι μετὰ τῶν ὅπλων ἀπεσώθησαν.


[21.1] Στο μεταξύ έκανε την εμφάνισή του πέρα από τα λιμάνια ο Δημοσθένης με λαμπρή προετοιμασία, εμπνέοντας πολύ μεγάλο φόβο στους εχθρούς. Έφερνε επάνω σε εβδομήντα τρία πολεμικά σκάφη πέντε χιλιάδες οπλίτες και όχι λιγότερους από τρεις χιλιάδες ακοντιστές, τοξότες και σφενδονήτες. Είχε προετοιμαστεί να προκαλέσει με θεαματική εμφάνιση τρόμο στους εχθρούς με τα στολίδια των όπλων, τα διακριτικά των τριήρων και με το πλήθος των κελευστών και των αυλητών. [21.2] Όπως ήταν φυσικό λοιπόν, μεγάλος φόβος κατέλαβε πάλι τους Συρακοσίους, καθώς έβλεπαν ότι ταλαιπωρούνταν άσκοπα χωρίς καμιάν ελπίδα να τελειώσει ο πόλεμος και να απαλλαγούν από αυτόν, αλλά σκοτώνονταν χωρίς λόγο. [21.3] Όσο για τον Νικία, δεν τον ευχαρίστησε για πολύ η παρουσία της νέας δύναμης, αλλά στο πρώτο κιόλας πολεμικό συμβούλιο, όταν ο Δημοσθένης πρότεινε να κινηθούν αμέσως εναντίον των εχθρών και, αφού δώσουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα τον υπέρ πάντων αγώνα, να καταλάβουν τις Συρακούσες, διαφορετικά να αποπλεύσουν για την πατρίδα, ο Νικίας φοβήθηκε και σαστισμένος από τη σφοδρότητα και την τόλμη του τον παρακαλούσε να μην προβούν σε καμιάν απεγνωσμένη ή απερίσκεπτη ενέργεια. [21.4] Η παράταση του πολέμου, έλεγε, είναι σε βάρος των εχθρών, που ούτε είχαν πια στη διάθεσή τους χρήματα ούτε ο σύμμαχοι θα τους έμεναν πιστοί για πολύν καιρό· αν μάλιστα πιέζονταν ασφυκτικά από τις διάφορες δυσκολίες, γρήγορα θα στρέφονταν πάλι σ᾽ αυτόν για συμφωνία, όπως και πριν. [21.5] Άλλωστε, δεν ήταν λίγοι αυτοί που μέσα στις Συρακούσες βρίσκονταν σε μυστικές συνομιλίες με τον Νικία και τον συμβούλευαν να περιμένει· γιατί οι Συρακόσιοι και τώρα είναι πολύ ταλαιπωρημένοι από τον πόλεμο και δυσαρεστημένοι με τον Γύλιππο και, εάν αυξηθούν έστω και λίγο οι ανάγκες τους, θα κουραστούν εντελώς. [21.6] Από αυτές τις δικαιολογίες άλλες υπαινισσόταν ο Νικίας, άλλες δεν ήθελε να τις πει φανερά· γι᾽ αυτό έδωσε στους συναδέλφους του την εντύπωση ότι ήταν άτολμος· υποστήριζαν μάλιστα ότι του είχαν παρουσιαστεί πάλι τα γνωστά συμπτώματα, όπως αναβολές, καθυστερήσεις και σχολαστικότητες, εξαιτίας των οποίων έχασε την καλύτερη ευκαιρία, που δεν επιτέθηκε αμέσως εναντίον των εχθρών, αλλά ήταν αναβλητικός και άξιος περιφρόνησης. Γι᾽ αυτό οι στρατηγοί τάσσονταν με τις απόψεις του Δημοσθένη· έτσι ο Νικίας ύστερα από μεγάλη πίεση μόλις και μετά βίας συμφώνησε. [21.7] Έτσι λοιπόν ανέλαβε τη διοίκηση του πεζικού ο Δημοσθένης και τη νύχτα πραγματοποίησε επίθεση στις Επιπολές· άλλους από τους εχθρούς πρόφτασε και σκότωσε πριν να τον αντιληφθούν, άλλους πάλι, που προσπάθησαν να του αντισταθούν, τους έτρεψε σε φυγή. Και καθώς ήταν νικητής, δεν συγκρατιόταν, αλλά προχωρούσε όλο και περισσότερο μέχρι που συνάντησε τους Βοιωτούς. [21.8] Γιατί αυτοί πρώτοι συσπειρώθηκαν και σύσσωμοι όρμησαν εναντίον των Αθηναίων με προτεταμένα τα δόρατα και με κραυγές, τους απώθησαν και σκότωσαν εδώ πολλούς. Αμέσως όλος ο στρατός των Αθηναίων καταλήφθηκε από τρομάρα και πανικό, αφού ακόμη και εκείνοι που νικούσαν είχαν ήδη πλημμυρίσει από τους αποχωρούντες και όσοι ανέβαιναν και ορμούσαν ανακόπτονταν από τους τρομαγμένους και έπεφταν ο ένας πάνω στον άλλον, νομίζοντας οι μεν ότι τους καταδίωκαν οι υποχωρούντες δικοί τους, αντιμετωπίζοντας έτσι τους φίλους ως εχθρούς. [21.9] Το άτακτο δηλαδή ανακάτωμα σε συνδυασμό με τον φόβο και την άγνοια αλλά και η έλλειψη εμπιστοσύνης σε ό,τι έβλεπαν μέσα στη νύχτα, καθόσον δεν επικρατούσε βέβαια απόλυτο σκοτάδι αλλά ούτε και έφεγγε καλά καλά, αλλά, όπως ήταν φυσικό, μια κατάσταση τέτοια, όταν το φεγγάρι πηγαίνει ήδη προς τη δύση του και σκιάζεται από πολλά όπλα και σώματα, των οποίων οι κινήσεις διαγράφονταν μέσα στο φως, που δεν άφηνε να φανούν τα διάφορα είδη από τον φόβο των εχθρών, πράγμα που έκανε ύποπτο ακόμη και τον φίλο, όλα αυτά έβαζαν τους Αθηναίους σε φοβερές δυσκολίες και περιπέτειες. [21.10] Έτυχε μάλιστα να έχουν και το φεγγάρι πίσω τους· έτσι, ρίχνοντας οι ίδιοι σκιά επάνω τους, έκρυβαν το πλήθος και τη λαμπρότητα των όπλων τους, ενώ η αντανάκλαση του φεγγαριού πάνω στις ασπίδες των εχθρών τούς έκανε να φαίνονται πολύ περισσότεροι και πιο λαμπρά οπλισμένοι. [21.11] Τελικά, μόλις υποχώρησαν, έπεσαν επάνω τους οι εχθροί από όλες τις μεριές και, καθώς το έβαλαν στα πόδια, εύρισκαν τον θάνατο άλλοι από τους εχθρούς, άλλοι μεταξύ τους και άλλοι γλιστρώντας στους γκρεμούς. Τέλος, αυτούς που σκορπίστηκαν και περιπλανιόνταν, όταν ξημέρωσε, τους πετύχαινε το ιππικό και τους εξόντωνε. Οι νεκροί ανήλθαν στους δυο χιλιάδες, αλλά και από αυτούς που διέφυγαν λίγοι σώθηκαν με τον οπλισμό τους.