Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ

Νικίας (14.1-15.4)


[14.1] Τὸ μὲν οὖν ἐναντιωθῆναι ψηφιζομένῃ τῇ στρατείᾳ τὸν Νικίαν, καὶ μήθ᾽ ὑπ᾽ ἐλπίδων ἐπαρθέντα μήτε πρὸς τὸ τῆς ἀρχῆς μέγεθος ἐκπλαγέντα μεταθέσθαι τὴν γνώμην, ἀνδρὸς ἦν χρηστοῦ καὶ σώφρονος· [14.2] ἐπεὶ δ᾽ οὔτε τοῦ πολέμου τὸν δῆμον ἀποτρέψαι πειρώμενος, οὔθ᾽ αὑτὸν ἐξελέσθαι τῆς στρατηγίας δεόμενος ἴσχυσεν, ἀλλ᾽ ὥσπερ ἀράμενος καὶ φέρων αὐτὸν ὁ δῆμος ἐπέθηκε τῇ δυνάμει στρατηγόν, οὐδεὶς ἔτι καιρὸς ἦν τῆς πολλῆς εὐλαβείας καὶ μελλήσεως, ὥστε παιδὸς δίκην ἀπὸ τῆς νεὼς ὀπίσω βλέποντα καὶ τὸ μὴ κρατηθῆναι τοῖς λογισμοῖς ἀναλαμβάνοντα καὶ στρέφοντα πολλάκις ἐναμβλῦναι καὶ τοὺς συνάρχοντας αὐτῷ καὶ τὴν ἀκμὴν διαφθεῖραι τῶν πράξεων, ἀλλ᾽ εὐθὺς ἔδει τοῖς πολεμίοις ἐμφύντα καὶ προσκείμενον ἐλέγχειν τὴν τύχην ἐπὶ τῶν ἀγώνων. [14.3] ὁ δὲ Λαμάχου μὲν ἄντικρυς ἀξιοῦντος πλεῖν ἐπὶ Συρακούσας καὶ μάχην ἔγγιστα τῆς πόλεως τιθέναι, Ἀλκιβιάδου δὲ τὰς πόλεις ἀφιστάναι Συρακουσίων, εἶθ᾽ οὕτως ἐπ᾽ αὐτοὺς βαδίζειν, τὰ ἐναντία λέγων καὶ κελεύων ἀτρέμα παρὰ τὴν Σικελίαν κομιζομένους καὶ περιπλέοντας ἐπιδείξασθαι τὰ ὅπλα καὶ τὰς τριήρεις, εἶτ᾽ ἀποπλεῖν Ἀθήναζε, μικρὸν τῆς δυνάμεως Αἰγεστεῦσιν ἀπαρξαμένους, αὐτίκα τε τὴν γνώμην ὑπεξέλυσε καὶ κατέβαλε τὸ φρόνημα τῶν ἀνδρῶν, [14.4] καὶ μετ᾽ ὀλίγον χρόνον Ἀλκιβιάδην Ἀθηναίων μεταπεμψαμένων εἰς κρίσιν, λόγῳ μὲν ἀπολειφθεὶς δεύτερος ἡγεμών, δυνάμει δὲ μόνος ὤν, οὐκ ἐπαύσατο καθήμενος ἢ περιπλέων ἢ βουλευόμενος, πρὶν ἐγγηρᾶσαι μὲν αὐτῶν τὴν ἀκμὴν τῆς ἐλπίδος, ἐκρυῆναι δὲ τῶν πολεμίων τὸ θάμβος καὶ τὸν φόβον, ὃν ἡ πρώτη παρέστησεν αὐτοῖς ὄψις τῶν δυνάμεων.
[14.5] Ἔτι δὲ τοῦ Ἀλκιβιάδου παρόντος, ἑξήκοντα ναυσὶ πλεύσαντες ἐπὶ Συρακούσας, τὰς μὲν ἄλλας ἀνεῖχον ὑπὲρ τοῦ λιμένος ἔξω παρατάξαντες, δέκα δὲ κατήλαυνον εἴσω κατασκοπῆς εἵνεκα καὶ Λεοντίνους ἐπὶ τὴν οἰκείαν ἀποκαλοῦσαι διὰ κήρυκος. [14.6] αὗται λαμβάνουσι ναῦν πολεμίαν σανίδας κομίζουσαν, εἰς ἃς ἀπεγράφοντο κατὰ φυλὰς αὑτοὺς οἱ Συρακούσιοι. κείμεναι δ᾽ ἄπωθεν τῆς πόλεως ἐν ἱερῷ Διὸς Ὀλυμπίου, τότε πρὸς ἐξέτασιν καὶ κατάλογον τῶν ἐν ἡλικίᾳ μετεπέμφθησαν. [14.7] ὡς οὖν ὑπὸ τῶν Ἀθηναίων ἁλοῦσαι πρὸς τοὺς στρατηγοὺς ἐκομίσθησαν καὶ τὸ πλῆθος ὤφθη τῶν ὀνομάτων, ἠχθέσθησαν οἱ μάντεις μή ποτ᾽ ἄρα τὸ χρεὼν ἐνταῦθα τοῦ χρησμοῦ περαίνοι, λέγοντος ὡς Ἀθηναῖοι λήψονται Συρακουσίους ἅπαντας. οὐ μὴν ἀλλ᾽ ἕτεροί φασιν ἔργῳ τοῦτο τοῖς Ἀθηναίοις ἐπιτελὲς γενέσθαι καθ᾽ ὃν χρόνον ἀποκτείνας Δίωνα Κάλλιππος ὁ Ἀθηναῖος ἔσχε Συρακούσας.
[15.1] Ἀποπλεύσαντος δὲ τοῦ Ἀλκιβιάδου μετ᾽ ὀλίγον ἐκ Σικελίας, τὸ πᾶν ἤδη κράτος ὁ Νικίας ἔσχεν. ὁ δὲ Λάμαχος ἦν μὲν ἀνδρώδης καὶ δίκαιος ἀνὴρ καὶ τῇ χειρὶ χρώμενος ἀφειδῶς κατὰ τὰς μάχας, πένης δὲ τοσοῦτον καὶ λιτός, ὥστε καθ᾽ ἑκάστην στρατηγίαν ἀπολογίζεσθαι τοῖς Ἀθηναίοις μικρὸν ἀργύριον εἰς ἐσθῆτα καὶ κρηπῖδας ἑαυτῷ. [15.2] τοῦ δὲ Νικίου καὶ διὰ τἆλλα μέγας ἦν καὶ διὰ τὸν πλοῦτον καὶ διὰ τὴν δόξαν ὁ ὄγκος. λέγεται δ᾽ ἐν τῷ στρατηγίῳ ποτὲ βουλευομένων τι κοινῇ τῶν συναρχόντων κελευσθεὶς ὑπ᾽ αὐτοῦ πρῶτος εἰπεῖν γνώμην Σοφοκλῆς ὁ ποιητής, ὡς πρεσβύτατος ὢν τῶν συστρατήγων, «ἐγώ» φάναι «παλαιότατός εἰμι, σὺ δὲ πρεσβύτατος». [15.3] οὕτω δὴ καὶ τότε τὸν Λάμαχον ἄγων ὑφ᾽ ἑαυτῷ στρατηγικώτερον ὄντα, καὶ χρώμενος εὐλαβῶς καὶ διὰ μελλήσεως ἀεὶ τῇ δυνάμει, πρῶτον μὲν ἀπωτάτω τῶν πολεμίων ἐκπεριπλέων Σικελίαν θάρσος ἔδωκεν αὐτοῖς, ἔπειτα προσβαλὼν Ὕβλῃ πολιχνίῳ μικρῷ καὶ πρὶν ἑλεῖν ἀποστάς, κομιδῇ κατεφρονήθη, [15.4] καὶ τέλος εἰς Κατάνην ἀπῆλθε, πράξας οὐδὲν ἢ καταστρεψάμενος Ὕκκαρα, βαρβαρικὸν χωρίον, ὅθεν λέγεται καὶ Λαΐδα τὴν ἑταίραν ἔτι κόρην ἐν τοῖς αἰχμαλώτοις πραθεῖσαν εἰς Πελοπόννησον κομισθῆναι.


[14.1] Το ότι λοιπόν ο Νικίας εναντιώθηκε όταν ψηφιζόταν η εκστρατεία, ότι δεν ξεσηκώθηκε και δεν εντυπωσιάστηκε από το μέγεθος της εξουσίας, ώστε να αλλάξει γνώμη, χαρακτηρίζουν άνθρωπο έντιμο και σώφρονα. [14.2] Αφότου όμως, παρά την προσπάθειά του να αποτρέψει τον λαό από τον πόλεμο και να απαλλάξει τον ίδιο από τη στρατηγία, δεν κατέστη αυτό δυνατόν, αλλά, αντίθετα, ο λαός σαν να τον σήκωσε στα χέρια τον τοποθέτησε επικεφαλής της στρατιωτικής δύναμης, από εκείνη τη στιγμή και πέρα δεν ήταν πια καιρός για πολύ δισταγμό και καθυστερήσεις. Το αποτέλεσμα ήταν, με το να βλέπει σαν παιδί πίσω από το πλοίο, με το να σκέφτεται ξανά και ξανά το πως δεν υπερίσχυσε και να το γυροφέρνει συνέχεια στο μυαλό του, όλα αυτά να μειώσουν τον βαθμό δραστηριότητας των συναρχόντων του και να αποδυναμώσουν τις ενέργειές τους. Αντίθετα, έπρεπε να επιτεθεί αμέσως εναντίον των εχθρών και πιέζοντάς τους ασφυκτικά να δοκιμάσει την τύχη επάνω στον αγώνα. [14.3] Ενώ ο Λάμαχος από τη μια επέμενε να πλεύσουν κατευθείαν εναντίον των Συρακουσών και να δώσουν τη μάχη όσο το δυνατόν πιο κοντά στην πόλη, ο Αλκιβιάδης από την άλλη πρότεινε να κινήσουν τις πόλεις σε αποστασία από τις Συρακούσες, και στη συνέχεια κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις να επιτεθούν εναντίον τους, αυτός πρότεινε τα αντίθετα· αφού δηλαδή μεταφερθούν στη Σικελία ήρεμα και πλεύσουν γύρω από αυτήν, να κάνουν επίδειξη, υποστήριζε, στρατού και στόλου και στη συνέχεια να επιστρέψουν στην Αθήνα, αφήνοντας μια μικρή δύναμη στους Εγεσταίους. Με τον τρόπο αυτόν εξασθένησε σιγά σιγά τα σχέδια των άλλων και κατέβαλε το φρόνημα των ανδρών. [14.4] Και όταν λίγο αργότερα ανακάλεσαν οι Αθηναίοι τον Αλκιβιάδη για να δικαστεί, ο Νικίας, απομένοντας τυπικά δεύτερος στρατηγός μαζί με τον Λάμαχο, στην πραγματικότητα όμως μόνος, δεν σταμάτησε να μένει άπραγος, να πλέει γύρω από το νησί και να κάνει σχέδια, μέχρι που μαράθηκε η ελπίδα των ανδρών του, ενώ από την άλλη διαλύθηκε σιγά σιγά η έκπληξη και ο φόβος που είχε προκαλέσει στην αρχή στον εχθρό η εμφάνιση της αθηναϊκής δύναμης.
[14.5] Όσο ακόμη ο Αλκιβιάδης ήταν στη θέση του, οι Αθηναίοι έπλευσαν εναντίον των Συρακουσών με εξήντα σκάφη. Τα πενήντα τα κρατούσαν έξω από το λιμάνι σε παράταξη μάχης· δέκα όμως κατευθύνονταν μέσα στο λιμάνι για να κατασκοπεύσουν και να καλέσουν με κήρυκα τους Λεοντίνους να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. [14.6] Αυτά συνέλαβαν ένα πολεμικό σκάφος που μετέφερε πινακίδες, στις οποίες οι Συρακόσιοι κατέγραφαν κατά φυλές τα ονόματά τους. Τις πινακίδες αυτές, που βρίσκονταν μακριά από την πόλη στο ιερό του Ολύμπιου Δία, είχαν στείλει να τις μεταφέρουν τότε προς εξακρίβωση και καταγραφή σε κατάλογο στρατολογίας των στρατευσίμων. [14.7] Όταν λοιπόν πιάστηκαν αυτές από τους Αθηναίους και προσκομίστηκαν στους στρατηγούς και αποκαλύφθηκε ο αριθμός των ονομάτων, αναστατώθηκαν οι μάντεις μην τυχόν ο χρησμός που έλεγε ότι οι Αθηναίοι θα συλλάβουν όλους τους Συρακοσίους εννοούσε αυτό ακριβώς. Άλλοι όμως λένε ότι αυτό επιτεύχθηκε από τους Αθηναίους στην πράξη, όταν ο Αθηναίος Κάλλιππος σκότωσε τον Δίωνα και κατέλαβε τις Συρακούσες.
[15.1] Όταν ύστερα από λίγο απέπλευσε από τη Σικελία ο Αλκιβιάδης, όλη η εξουσία περιήλθε τώρα στα χέρια του Νικία. Ο Λάμαχος ήταν βέβαια άνδρας γενναίος και δίκαιος και στις μάχες το χέρι του σκότωνε χωρίς να λυπάται τον εχθρό. Ήταν όμως τόσο φτωχός και λιτοδίαιτος, ώστε οι Αθηναίοι σε κάθε εκστρατεία υπολόγιζαν ένα μικρό ποσό χρημάτων για τα ρούχα και τα σανδάλια του. [15.2] Το κύρος του Νικία, αντίθετα, ήταν μεγάλο και για άλλους λόγους γενικά και λόγω του πλούτου και της φήμης του. Λένε πως κάποτε, σε κοινή σύσκεψη των στρατηγών στο στρατηγείο, όταν ο Νικίας προέτρεψε τον ποιητή Σοφοκλή να πει πρώτος τη γνώμη του, ως πιο ηλικιωμένος από τους στρατηγούς, «εγώ» είπε «είμαι ο πιο παλιός στρατηγός, εσύ όμως είσαι πιο ηλικιωμένος». [15.3] Έτσι λοιπόν και τότε, έχοντας κάτω από την επιρροή του τον Λάμαχο, πιο ικανό στρατηγό από αυτόν, χρησιμοποίησε τη στρατιωτική δύναμη προσεκτικά και χωρίς βιασύνη. Στην αρχή, κάνοντας τον περίπλου της Σικελίας μακριά από τους εχθρούς, τους έκανε να αναθαρρήσουν· στη συνέχεια επιτέθηκε εναντίον της Ύβλας, ενός μικρού χωριού, αλλά αποχώρησε πριν την καταλάβει, γεγονός που τον έριξε σε μεγάλη ανυποληψία. [15.4] Τελικά, αποτραβήχτηκε στην Κατάνη χωρίς να πετύχει τίποτε, εκτός από το ότι υπέταξε τα Ύκκαρα, ένα μικρό βαρβαρικό μέρος, από όπου λένε ότι μεταξύ των αιχμαλώτων αγοράστηκε και η εταίρα Λαΐδα, μικρό κορίτσι ακόμη, και μεταφέρθηκε στην Πελοπόννησο.