Εξώφυλλο

Αρχαιογνωσία και Αρχαιογλωσσία στη Μέση Εκπαίδευση

Η Ρώμη και ο κόσμος της

του Θ. Παπαγγελή
Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας & Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών

10.8. … ένα ποίημα

ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ

Σ᾽ εβένινο κρεβάτι στολισμένο

με κοραλλένιους αετούς, βαθιά κοιμάται

ο Νέρων - ασυνείδητος, ήσυχος, κι ευτυχής·

ακμαίος μες στην ευρωστία της σαρκός,

και στης νεότητος τ᾽ ωραίο σφρίγος.

Αλλά στην αίθουσα την αλαβάστρινη που κλείνει

των Αηνοβάρβων το αρχαίο λαράριο

τι ανήσυχοι που είν᾽ οι Λάρητές του.

Τρέμουν οι σπιτικοί μικροί θεοί,

και προσπαθούν τ᾽ ασήμαντά των σώματα να κρύψουν.

Γιατί άκουσαν μια απαίσια βοή,

θανάσιμη βοή την σκάλα ν᾽ ανεβαίνει,

βήματα σιδερένια που τραντάζουν τα σκαλιά.

Και λιγοθυμισμένοι τώρα οι άθλιοι Λάρητες,

μέσα στο βάθος του λαράριου χώνονται,

ο ένας τον άλλονα σκουντά και σκουντουφλά,

ο ένας μικρός θεός πάνω στον άλλο πέφτει

γιατί κατάλαβαν τι είδος βοή είναι τούτη,

τα ᾽νοιωσαν πια τα βήματα των Εριννύων.

Κ. Π. Καβάφης

Ο απαίσιος κρότος των βημάτων των Εριννύων σημαίνει τιμωρία και εκδίκηση. Ο Νέρων άκουσε τα αμείλικτα βήματα μια χειμωνιάτικη νύχτα του 68 μ.Χ. Σημαντικοί και παντοδύναμοι στρατηγοί είχαν ήδη στασιάσει, ο ρωμαϊκός λαός θα έδινε τα πάντα για να τον δει νεκρό και η Σύγκλητος τον ανακήρυξε επίσημα «εχθρό του κράτους».

Βγήκε αλλόφρων από τα ανάκτορα και αρχικά κατευθύνθηκε προς τον Τίβερη. Αν σκεφτόταν να πέσει στα νερά του ποταμού γρήγορα το μετάνιωσε. Σκέφτηκε να απευθυνθεί προσωπικά στον λαό ζητώντας συγνώμη και έλεος· άφησε όμως τον λόγο που άρχισε να γράφει στη μέση. Ένας έμπιστος αυλικός τού πρότεινε να κρυφτεί στη βίλα του, λίγο έξω από τη Ρώμη. Φορούσε εσώρουχα και παντόφλες· έριξε πάνω του έναν μανδύα, φόρεσε καπέλο, κάλυψε το πρόσωπό του μ᾽ ένα μαντίλι και καβάλησε ένα άλογο. Με τη συνοδεία λίγων πιστών κάλπασε ήσυχα προς την έξοδο της πόλης. Στον δρόμο άκουγε, σαν σε αργό εφιάλτη, στρατιώτες που ρωτούσαν: «Πού είναι ο καίσαρας;» και άλλους που προέβλεπαν με τραχιά και ανυπόμονη χαρά το λιντσάρισμά του. Λίγο πριν αφήσουν τη Ρώμη, σε κάποιο σταυροδρόμι, τον αναγνώρισε ένας παλιός πραιτωριανός αλλά δεν θέλησε να τον καταδώσει - του περίσσευε λίγη τύχη. Στη βίλα έφτασε λιπόθυμος από το κρύο και τον πανικό. Σωριάστηκε σ᾽ ένα κρεβάτι και ήπιε μόνο λίγο νερό. Τα βήματα πλησίαζαν και ο κρότος δυνάμωνε. Δοκίμασε να τελειώσει το μαρτύριό του με δυο μαχαίρια. Δεν μπόρεσε. Τον αποτέλειωσε, με δική του εντολή, ο προσωπικός του γραμματέας. Πριν ξεψυχήσει αποχαιρέτησε τη μεγάλη αγάπη του, τα ελληνικά, με δυο τρεις άψογες φράσεις· και ύστερα, βρίσκοντας την αυτογνωσία που δεν είχε ποτέ όσο ζούσε, θυμήθηκε ότι όσοι τον γνώρισαν ως αυτοκράτορα θα τον προτιμούσαν ως καλλιτέχνη. «Τι καλλιτέχνη χάνει ο κόσμος…» ήταν ο στερνός του λόγος. «Πέθανε με τα μάτια του να γυαλίζουν φρικαλέα και να βγαίνουν έξω από τις κόγχες· τους· απαίσιο θέαμα για όσους βρέθηκαν εκεί,» γράφει ένας ρωμαίος ιστορικός. Μόνες ατάραχες οι Εριννύες· κοντοστάθηκαν στην κορυφή της σκάλας, έσβησαν το όνομα «Νέρων» από τα μελανά τους κατάστιχα και απομακρύνθηκαν ήσυχα μέσα στη νύχτα.

Ο Νέρων ήταν ο τελευταίος της πρώτης μεγάλης δυναστείας ρωμαίων αυτοκρατόρων, που είχε για πατριάρχη της τον Οκταβιανό Αύγουστο. Η εξουσία του διέψευσε τις καλύτερες ελπίδες που έτρεφε για την αυτοκρατορία ο συνετός Αύγουστος και επιβεβαίωσε τους χειρότερους φόβους που κατέτρυχαν τον στοχαστικό Κλαύδιο. Με τη Σύγκλητο, τον κύριο μοχλό της πολιτικής ελευθερίας, παράλυτη και έκπτωτη, η μοίρα του κράτους ήταν η απολυταρχία του ενός. Μόνο που καμιά Πρόνοια, θεϊκή, πολιτική ή οποιαδήποτε άλλη, δεν εγγυάται τη σωφροσύνη του ενός.

Ο Νέρων πέθανε μισητός από όλους - ή, μάλλον, σχεδόν από όλους.