Εξώφυλλο

Αρχαιογνωσία και Αρχαιογλωσσία στη Μέση Εκπαίδευση

Η Ρώμη και ο κόσμος της

του Θ. Παπαγγελή
Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας & Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών

  • Ο χάρτης δείχνει την εξάπλωση του ρωμαϊκού κράτους γύρω στα τέλη του πρώτου αιώνα μ.Χ. Πόσο καιρό ταξίδευε ο ρωμαίος επαρχιακός διοικητής που πήρε μετάθεση από την Αίγυπτο στη Βρετανία, ή ένας άλλος που πήγε από τη νότια Ισπανία στη Βόρεια Γερμανία;

4.7. Carpe diem!

Φεβρουάριος του 13 μ.Χ. Λίγους μήνες πριν πεθάνει, ο Αύγουστος, φανερά καταπονημένος (είναι τώρα 78 χρόνων), συζητάει με τον Τίτο Λίβιο, τον μεγαλύτερο ιστορικό αυτής της περιόδου, που έχει ήδη συγγράψει 142 τόμους για την ιστορία της Ρώμης, από την ίδρυσή της μέχρι και τα χρόνια του Αυγούστου. Του μιλάει για τα χρόνια που κύλησαν, για το αβάσταχτο βάρος της διοίκησης μιας απέραντης αυτοκρατορίας, για όλα αυτά που ήθελε αλλά δεν μπόρεσε να κάνει. Θυμάται περασμένα μεγαλεία, πρόσωπα δικά του αγαπημένα που έφυγαν για πάντα. Και πάνω απ᾽ όλα, αναπολεί τους λίγους καλούς φίλους που συντρόφεψαν τη μοναξιά της απεριόριστης εξουσίας του. Μετράει: ο Βιργίλιος βιάστηκε να φύγει πρώτος, πριν από τριάντα δύο ολόκληρα χρόνια· ο Αγρίππας τον ακολούθησε μετά από λίγα χρόνια. Ο Μαικήνας απών, πάνε είκοσι τόσα χρόνια τώρα· και αμέσως μετά τον Μαικήνα, σαν να είχαν συνωμοτήσει οι δυο τους να τον αφήσουν μόνο, ο Οράτιος. «Και τώρα οι δυο μας, Λίβιε,» λέει κάποια στιγμή με ένα αχνό χαμόγελο ο αυτοκράτορας. Ο ιστορικός είναι πιο ρεαλιστής, και βρίσκει την ευκαιρία να πει για πολλοστή φορά ότι δεν μετανιώνει για τη ζωή που του έλαχε και ότι νιώθει προνομιούχος που έζησε και έγραψε στα ευλογημένα χρόνια της ειρήνης, μετά το Άκτιο. Ο ίδιος είναι 72 χρόνων, αλλά φαίνεται ακμαίος και διατηρεί ακόμη κάτι από τον δυναμισμό της βορεινής ιταλικής επαρχίας όπου γεννήθηκε. Οι λόγιοι της Ρώμης πιστεύουν ότι το ιστορικό του έργο είναι τόσο πολύτιμο όσο και το μεγάλο έπος του Βιργιλίου.

Ένα απαλό, χλομό φως απλωνόταν στη δυτική αίθουσα του ανακτόρου. Ο Λίβιος συνέχιζε να μιλάει, πιο δυνατά από ό,τι συνήθιζε, για να τον ακούει ο αυτοκράτορας. «Σκέφτομαι καμιά φορά ότι ήσουν πολύ τυχερός, Αύγουστε, που ευτύχησες να έχεις κοντά σου τους δυο μεγαλύτερους τεχνίτες του ποιητικού λόγου που γέννησε η Ιταλία - μεγάλοι ποιητές και σπουδαίοι άνθρωποι. Πρέπει να πω ότι σε ζηλεύω.» Ο Αύγουστος ανασηκώθηκε με δυσκολία από το κάθισμα του. «Δεν έχω παράπονο από την Τύχη, αγαπητέ μου Λίβιε!» Σιώπησε για λίγο, καθώς πάσχιζε να θυμηθεί το πιο αγαπημένο του από τα ποιήματα που είχε γράψει προς τιμή του ο Οράτιος, λίγα χρόνια μετά τη ναυμαχία του Ακτίου. Δεν τον βοηθούσε η μνήμη του, θυμόταν μέσες άκρες, και σχεδόν ψέλλιζε:

Γλεντήστε, σύντροφοι, και πιάστε το χορό!

Νικήθηκε του Νείλου η φοβέρα,

αυτή που ετοίμαζε της Ρώμης το χαμό.

Της λευτεριάς ξημέρωσε η μέρα!

Ξεδιάντροπη, φτηνή κι αμαρτωλή,

σερνάμενη σε ατέλειωτο μεθύσι,

ασκέρι μάζωνε στη λάγνα Ανατολή

κι ορέγονταν η άμυαλη τη Δύση.

Μάταια όνειρα! Ανώφελοι καημοί,

που σκόρπισαν στο κύμα και τ᾽ αγέρι!

Δε στέρξανε της Ρώμης οι θεοί·

τη δάμασε του Καίσαρα το χέρι.

Αλλά γενναία στα στερνά της συμφοράς,

σκλάβα δεν καταδέχεται να γίνει.

Τρανή βασίλισσα βασιλικιάς οχιάς

μέσα στις φλέβες της φαρμάκι χύνει.

Τα μάτια του, πριν θολά, τώρα έχουν πάρει μια απρόσμενη λάμψη. «Σπουδαίο ποίημα,» συμφωνεί χαμηλόφωνα ο ιστορικός, «αλλά ο Οράτιος ήξερε καλύτερα από όλους μας ότι την ώρα που η ζωή κολακεύει τη νιότη μας, ο χρόνος βιάζεται να κάνει αναμνήσεις τα καλύτερά μας χρόνια. Δεν θυμάμαι ποια ήταν η Λευκονόη ούτε αν υπήρξε ποτέ πραγματικό πρόσωπο· θυμάμαι όμως ακριβώς τους στίχους που έγραψε γι᾽ αυτήν. Το δικό μου αγαπημένο, Αύγουστε:

Ποιο τέλος όρισε για σένα η μοίρα, ποιο για μένα,

μην το ρωτάς ποτέ, καλή μου Λευκονόη· η γνώση απαγορευμένη.

Και μη ρωτάς τι λένε τ᾽ άστρα.

Μπορεί χειμώνες κι άλλους να ᾽γραψε στο μερτικό μας ο θεός,

μπορεί ετούτος που ταράζει τώρα πέλαγα να ᾽ναι ο στερνός μας -

μη νοιάζεσαι· κράτα την κρίση σου σωστή,

σήκωσε το ποτήρι στην υγειά μας.

Μικρή η αυγούλα μας ζωή, κόψε στα μέτρα της ελπίδα.

Κάνει ο καιρός φτερά καθώς μιλάμε -

δρέψε το σήμερα, στο αύριο μην πολυπιστεύεις.»

«Δρέψε τη μέρα» («carpe diem»), επανέλαβε αργά αργά ο Αύγουστος, «αυτό το θυμάμαι. Ήταν σοφός ο φίλος μας. Οι καλύτερες μέρες είναι πίσω μας, Λίβιε. Ο καιρός τώρα, θαρρείς, φτερουγίζει πιο δυνατά, και μετράμε μία μία τις μέρες που απόμειναν.» Σπάνια δάκρυζε ο Οκταβιανός Αύγουστος. Τουλάχιστον ο Λίβιος έβλεπε για πρώτη φορά δάκρυα στα μάτια του Αυγούστου.