Εξώφυλλο

Αρχαιογνωσία και Αρχαιογλωσσία στη Μέση Εκπαίδευση

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της

των Μανόλη Βουτυρά & Αλεξάνδρας Γουλάκη-Βουτυρά
Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας & Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών

  • 259. Πρόσοψη του μακεδονικού τάφου Β (“τάφου του Φιλίππου”) της Μεγάλης Τούμπας της Βεργίνας.

  • 260. Τοιχογραφία κυνηγιού από την πρόσοψη του μακεδονικού τάφου Β (“τάφου του Φιλίππου”) της Μεγάλης Τούμπας της Βεργίνας.

  • 261. Σχέδιο της τοιχογραφίας του κυνηγιού.

7.5.3. Η τοιχογραφία του κυνηγιού

Στην πρόσοψη του μεγαλύτερου από τους μακεδονικούς τάφους της Μεγάλης Τούμπας (εικ. 259), επάνω από τη δωρική ζωφόρο με τις τριγλύφους και τις μετόπες, υπάρχει μια φαρδιά ενιαία ζωφόρος (ύψος 1,16 m), που έχει πλάτος ίσο με εκείνο της δωρικής ζωφόρου (5,56 m) και φέρει τοιχογραφία με πολυπρόσωπη σκηνή κυνηγιού (εικ. 260, 261), στην οποία δέκα συνολικά κυνηγοί, τρεις έφιπποι και επτά πεζοί, επικουρούμενοι από εννέα σκύλους, κυνηγούν τα εξής θηράματα (από τα αριστερά προς τα δεξιά): δύο ελάφια, ένα θηλυκό (επάνω) και ένα αρσενικό (κάτω), έναν κάπρο, ένα λιοντάρι και τέλος ένα δυσδιάκριτο ζώο πίσω από τα πόδια του κυνηγού με το δίχτυ στην κάτω δεξιά γωνία. Το κυνήγι διεξάγεται σε ένα ορεινό τοπίο, που δηλώνεται με κορυφογραμμές στο βάθος της παράστασης και με βραχώδη εξάρματα στη δεξιά και στην αριστερή άκρη. Στο πρώτο επίπεδο εικονίζονται δέντρα, δύο από τα οποία, στο κέντρο περίπου της σύνθεσης, έχουν γυμνά κλαδιά χωρίς φύλλωμα. Η παρουσία στο αριστερό τμήμα ενός ψηλού ορθογώνιου πεσσού με τρία μικρά αγάλματα στην κορυφή του, καθώς και οι ταινίες και ένας αναθηματικός πίνακας που στολίζουν το μεγάλο δέντρο στα αριστερά του πεσσού, φανερώνουν ότι ο χώρος είναι ιερός. Τεχνικά η τοιχογραφία του κυνηγιού διαφέρει από την τοιχογραφία της αρπαγής της Περσεφόνης. Εδώ δεν υπάρχει προσχέδιο και τα χρώματα έχουν τοποθετηθεί προσεκτικά στην επιφάνεια ακολουθώντας τα περιγράμματα των μορφών. Φαίνεται επομένως ότι ο ζωγράφος μετέφερε στην επιφάνεια του τοίχου χωρίς αλλαγές ένα πλήρως σχεδιασμένο πρότυπο.

Από εικονογραφική άποψη η τοιχογραφία του κυνηγιού παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον. Αξίζει να σημειώσουμε ότι οι περισσότεροι από τους κυνηγούς είναι γυμνοί ή φορούν μόνο χλαμύδες· κοντό χιτώνα φορούν μόνον ο έφιππος αγένειος κυνηγός στο κέντρο της παράστασης και ο έφιππος γενειοφόρος που επιτίθεται με το δόρυ του στο πληγωμένο λιοντάρι στη δεξιά πλευρά. Ο κυνηγός με το δίχτυ στην αριστερή άκρη είναι ντυμένος με έναν χοντρό, ίσως δερμάτινο, χιτωνίσκο και έχει την πλάτη και τους ώμους σκεπασμένους με έναν χοντρό μάλλινο μανδύα, που μοιάζει με προβιά. Η μορφή αυτή ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες και θα μπορούσε να είναι ένας υπηρέτης. Ανάμεσα στα εικονιζόμενα ζώα εκείνο που προβάλλεται περισσότερο με το μέγεθος και τη δύναμή του (αν και πληγωμένο από ένα βέλος, σκοτώνει ένα σκυλί και βρυχάται απειλητικά) είναι αναμφίβολα το λιοντάρι. Φαίνεται επομένως λογικό να ταυτίσουμε τον ώριμο ιππέα που ετοιμάζεται να καταφέρει το τελειωτικό χτύπημα στο θηρίο, που το απειλούν ήδη δύο πεζοί κυνηγοί, με τον νεκρό που ήταν θαμμένος στον τάφο. Ο νεαρός ιππέας στο κέντρο της εικόνας, που δεν επιτίθεται σε θήραμα, αλλά μοιάζει να σπεύδει προς τους κυνηγούς του λιονταριού για να τους συνδράμει, θα μπορούσε να είναι γιος ή συγγενής του νεκρού. Το στεφάνι δάφνης που φοράει ο νέος άνδρας δείχνει ότι είναι σημαντική μορφή. Το κυνήγι του λιονταριού ήταν βασιλικό προνόμιο από πολύ παλιά στη Μεσοποταμία και την Αίγυπτο και αργότερα στην Περσία. Αλλά και οι Μακεδόνες κυνηγούσαν λιοντάρια. Ξέρουμε, για παράδειγμα, ότι ο Αλέξανδρος είχε σκοτώσει σε κυνήγι ένα λιοντάρι πριν από τη μάχη των Γαυγαμήλων και ότι αυτό θεωρήθηκε καλός οιωνός για τη νίκη του κατά του Δαρείου, ο οποίος μετά τη μάχη αυτή έχασε τον θρόνο του. Σημαντικό για τους Μακεδόνες ήταν και το κυνήγι του κάπρου, αφού οι νέοι της ανώτερης τάξης αποκτούσαν το δικαίωμα να συμμετέχουν στα συμπόσια μόνον αν είχαν σκοτώσει στο κυνήγι χωρίς βοήθεια έναν κάπρο. Σπανιότατη στην αρχαία ελληνική τέχνη είναι η απεικόνιση του κυνηγιού της αρκούδας, που θεωρούνταν ιδιαίτερα επικίνδυνο. Η τοιχογραφία του κυνηγιού της Βεργίνας σχετίζεται εικονογραφικά αλλά και τεχνοτροπικά με σημαντικά έργα τέχνης που συνδέονται με τον Μέγα Αλέξανδρο και τους πρώτους διαδόχους, όπως είναι το ψηφιδωτό του Αλεξάνδρου από την Πομπηία και η λεγόμενη «σαρκοφάγος του Αλεξάνδρου» από τη Σιδώνα (βλ. κεφ. 8, ενότητα 8.3.1). Δεν είναι εύκολο να πούμε αν το κυνήγι στην τοιχογραφία της Βεργίνας είναι μια «ιστορική σκηνή», δηλαδή απεικόνιση (όχι απαραίτητα πιστή ως προς τις λεπτομέρειες) ενός πραγματικού γεγονότος, ή αντίθετα μια φανταστική σύνθεση με συμβολικό περιεχόμενο. Σε κάθε περίπτωση ορισμένοι τουλάχιστον από τους εικονιζόμενους κυνηγούς, ιδιαίτερα οι έφιπποι, πρέπει να είναι ιστορικά πρόσωπα. Προβληματική παραμένει, ωστόσο, η ταύτιση των εικονιζόμενων και μαζί με αυτήν η ακριβής χρονολόγηση της τοιχογραφίας, αλλά και του τάφου συνολικά: Αν τοποθετήσουμε την κατασκευή του τάφου στη δεκαετία 340-330 π.Χ., τότε πρέπει να δεχτούμε ότι ο γενειοφόρος ιππέας είναι ο Φίλιππος Β' (που πέθανε το 336 π.Χ.) και ο αγένειος στεφανωμένος ιππέας πιθανότατα ο γιος του, ο Μέγας Αλέξανδρος· αν πάλι χρονολογήσουμε τον τάφο και την τοιχογραφία στο τελευταίο τέταρτο του 4ου αιώνα, τότε ο νεκρός θα μπορούσε να είναι ο ετεροθαλής αδελφός του Αλεξάνδρου Φίλιππος Γ' ο Αρριδαίος (που πέθανε το 316 π.Χ.). Οπωσδήποτε όμως, όποια και αν είναι η αλήθεια, η εικόνα του κυνηγιού μάς μεταφέρει στο περιβάλλον της βασιλικής οικογένειας της Μακεδονίας πριν από το τέλος του 4ου αιώνα π.Χ.