Εξώφυλλο

Εγκυκλοπαιδικός Οδηγός

Ρητορεία και ρητορική στην αρχαιότητα

της Χρυσάνθης Τσίτσιου-Χελιδόνη

Δ2.2.1.iii. Απόδειξη

(πίστις, argumentatio, probatio)

Πρόκειται για το σημαντικότερο τμήμα του λόγου, αφού φέρει το κύριο βάρος της απόδειξης της θέσης που υποστηρίζεται· άλλωστε η εὕρεσις αφορά κυρίως αυτό το τμήμα. Στο πλαίσιο της πίστεως η θέση της πλευράς που εκφωνεί τον λόγο υποστηρίζεται με τα άτεχνα μέσα πειθούς (ἄτεχνοι πίστεις: νόμοι, όρκοι, αρχεία, μαρτυρίες κ.λπ.) και με τα έντεχνα (ἔντεχνοι πίστεις: ήθος, πάθος, σημεία, ενθυμήματα-συλλογισμοί, παραδείγματα, γνώμες).

Ένα μέρος της πίστεως αφιερώνεται καταρχήν στην κατασκευήν (probatio, confirmatio) της θέσης που υποστηρίζεται, την πειστική προβολή της, ένα άλλο στην ἀνασκευήν (refutatio) των θέσεων του αντιπάλου, την πειστική αμφισβήτηση και εν τέλει την άρνησή τους. Ωστόσο είναι προφανές ότι οι δύο αυτές διαδικασίες συνδέονται στενά μεταξύ τους και ότι εν τέλει η σαφής διάκρισή τους δεν είναι πάντοτε ευχερής, αφού δεν μπορεί κανείς να ανασκευάσει τα επιχειρήματα του αντιπάλου χωρίς να ενισχύσει τα δικά του ούτε βεβαίως να ενισχύσει τα δικά του επιχειρήματα χωρίς να ανατρέψει εκείνα του αντιπάλου (Κικέρων, De oratore 2.331).

Στόχος της πίστεως είναι να διαφωτίσει τον ακροατή και να τον πείσει για το δίκαιο της θέσης που υποστηρίζεται. Είναι επομένως σαφές ότι μεταξύ των αρετών της πίστεως συγκαταλέγεται η σαφήνεια και η καθαρότητα τόσο ως προς τις ιδέες όσο και ως προς το ύφος, όπως και το πρέπον (aptum), η αντιστοιχία των αποδεικτικών μέσων που χρησιμοποιούνται προς τα δεδομένα της ίδιας της υπόθεσης.

Όσο πιο πλατύ είναι το φάσμα των γνώσεων και των εμπειριών του ομιλητή, τόσο μεγαλύτερη είναι η ευχέρειά του να διακρίνει σωστά το ειδικό βάρος των αποδεικτικών μέσων που διαθέτει και να χρησιμοποιεί το καθένα από αυτά στην κατάλληλη θέση και την κατάλληλη στιγμή, ώστε να πετύχει το αποτέλεσμα που επιδιώκει κάθε φορά (Κοϊντιλιανός, Institutio οratoria 5.10.15).

Στην περίπτωση μιας ιδιαίτερα πολύπλοκης υπόθεσης (genus obscurum) είναι σκόπιμη, αν και όχι αδιαφιλονίκητη ως προς αυτή τη σκοπιμότητα, η απαρίθμηση των στόχων του λόγου κοντά στην αρχή του (πρόθεσις, προκατασκευή- propositio, praeparatio, divisio, partitio). Ο ακροατής κερδίζει έτσι μια σαφή, απτή και κατανοητή βάση για τον λόγο που ακολουθεί. Ωστόσο, δεν αποκλείεται αυτή η απαρίθμηση να έχει ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα: για παράδειγμα, η δυσκολία του εγχειρήματος, που προβάλλει πια με σαφήνεια, μπορεί να προκαταλάβει αρνητικά τον ακροατή προκαλώντας του δυσφορία και δυσαρέσκεια, ακόμη και αποστροφή.