Εξώφυλλο

Εγκυκλοπαιδικός Οδηγός

Αρχαϊκή Επική Ποίηση

των Δ.Ν. Μαρωνίτη, Λ. Πόλκα, Κ. Τουλούμη

Α3.3.3. Νόστος και Αναγνωρισμός

Το θέμα του αναγνωρισμού διαστίζει ολόκληρο το δεύτερο μέρος της Οδύσσειας: εγκαινιάζεται ήδη στη δέκατη τρίτη ραψωδία και εξαντλείται στην εικοστή τέταρτη. Η σειρά των αναγνωρισμών εύκολα μοιράζεται: σε ατομικούς (Τηλέμαχος, Ευρύκλεια, Πηνελόπη, Λαέρτης)· σε δυαδικούς (Εύμαιος και Φιλοίτιος)· σε συλλογικούς και ανώνυμους (πιστές θεραπαινίδες). Άλλοι αναγνωρισμοί είναι συνοπτικοί, άλλοι διεξοδικοί: ο συνοπτικότερος ανήκει στις πιστές δούλες· ο διεξοδικότερος στην Πηνελόπη και στην Ευρύκλεια. Οι περισσότεροι αναγνωρισμοί προηγούνται της μνηστηροφονίας· δύο μόνον (της Πηνελόπης και του Λαέρτη) έπονται.

Υπάρχουν, εξάλλου, και κάποιες προϋποθέσεις για να ανακινηθεί και να διεκπεραιωθεί το θέμα του αναγνωρισμού. Ο ήρωας αντιστέκεται, κατά κανόνα, στον άμεσο αναγνωρισμό του καταφεύγοντας στον ελιγμό της απόκρυψης, ο οποίος πραγματοποιείται με δύο τρόπους: ρητορικό και σωματικό. Η ρητορική απόκρυψη επιχειρείται με τις πλαστές διηγήσεις του Οδυσσέα, που διασπείρονται σε όλο το μήκος του εσωτερικού νόστου και αποτελούν, κατά κάποιον, τρόπο την αντιστροφή των Μεγάλων Απολόγων.

Η σωματική, εξάλλου, απόκρυψη πραγματοποιείται με την παραμόρφωση του Οδυσσέα, που την αναλαμβάνει επισήμως η Αθηνά στο τέλος της δέκατης τρίτης ραψωδίας. Εκεί η Αθηνά σουρώνει το λυγερό κορμί του ήρωα και το ωραίο του δέρμα· απογυμνώνει το κεφάλι από τα ξανθά μαλλιά· συρρικνώνει τη σάρκα στο πετσί του γέρου· με τσίμπλες θολώνει τα μάτια· με κουρέλια κι ένα τομάρι λαφίνας σκεπάζει το γυμνό κορμί· με ραβδί στο χέρι και δισάκι στον ώμο μεταμορφώνει τον Οδυσσέα σε ζητιάνο.

Ρητορική και σωματική προκάλυψη την ώρα του αναγνωρισμού καταργούνται. Η παραμόρφωση, μάλιστα, σε δύο περιπτώσεις, μπροστά στον Τηλέμαχο και στην Πηνελόπη, γυρίζει σε εξωραϊσμό του ήρωα. Στις ίδιες περιπτώσεις ο αναγνωρισμός επισφραγίζεται από αμοιβαίο θρήνο, που συμπληρώνει την αμοιβαία χαρά. Προφανώς, ο θρήνος αυτός αναλογεί στην προηγούμενη στέρηση, στα χρόνια δηλαδή του χωρισμού και της μοναξιάς.

Μια άλλη συνθήκη του αναγνωρισμού επιβάλλει την τελική απομόνωση των αναγνωριζομένων υποκειμένων· τούτο επιτυγχάνεται με την αποχώρηση ή την περιθωριοποίηση ενός τρίτου, διάμεσου, προσώπου. Αυτό ακριβώς συμβαίνει με τον Εύμαιο στον αναγνωρισμό του ήρωα από τον Τηλέμαχο, με την Πηνελόπη στον αναγνωρισμό του Οδυσσέα από την Ευρύκλεια, με τον Τηλέμαχο στον κορυφαίο αναγνωρισμό του ήρωα από τη γυναίκα του.

Τέλος, τα ίδια τα αναγνωριστικά σήματα μπορεί να είναι σωματικά, περιβαλλοντικά ή και ερωτικά. Στην πρώτη κατηγορία ανήκει η ουλή στο πόδι του Οδυσσέα· στη δεύτερη το περιβόλι του Λαέρτη, που ο γιος το αναγνωρίζει αφού το φρόντιζε από τα παιδικά του χρόνια· στην Τρίτη εντάσσεται η αμετακίνητη συζυγική κλίνη, πάνω στην οποία επικυρώνεται ο συζυγικός αναγνωρισμός.

Σχολιάζονται εφεξής δύο εξέχοντες αναγνωρισμοί: ο πρώτος της δέκατης τρίτης ραψωδίας, ο οποίος προτείνεται να εκτιμηθεί ως πρότυπος· και ο προτελευταίος της εικοστής τρίτης ραψωδίας, με τον οποίο συμπλέκεται το θέμα της συζυγικής ομιλίας Πηνελόπης και Οδυσσέα.

Όταν ο Οδυσσέας ανοίγει τα μάτια του στο αμμουδερό λιμάνι του Φόρκυνα όπου τον έχουν αποθέσει, μαζί με τα ξένια δώρα, οι Φαίακες ναυτικοί, δεν μπορεί να αναγνωρίσει το ίδιο το νησί του. Και ο λόγος: έχει προλάβει η θεά Αθηνά και το σκέπασε με πυκνή ομίχλη, το έκανε αγνώριστο. Έτσι δραματοποιείται και προσώρας αναστέλλεται ο πρώτος και πρωταρχικός αναγνωρισμός του έπους, όπου ο ήρωας του νόστου αναγνωρίζει το νησί του νόστου.

Η ομίχλη όμως είναι ο ένας μόνον όρος μιας πλαστής σκηνοθεσίας που επεκτείνεται εφεξής από τον χώρο στα πρόσωπα και στους λόγους. Η θεά εμφανίζεται μπροστά στον Οδυσσέα σαν νεαρό βοσκόπουλο, τον ελέγχει που δεν αναγνώρισε το πιο φημισμένο νησί του κόσμου. Ο ήρωας κρατά τη χαρά της αναγνώρισης για τον εαυτό του, και ανταποδίδει στην Αθηνά τη μεταμόρφωσή της με μια δική του ρητορική προκάλυψη: δεν ομολογεί ποιος πράγματι είναι, προσχηματίζοντας έτσι, με μια πλαστή διήγηση (την πρώτη μέσα στο έπος), ένα πλαστό προσωπείο. Η Αθηνά, βεβαίως, δεν ξεγελιέται· χαμογελά, τον χαϊδεύει, επιβεβαιώνει την πολύτροπη φύση του, ομολογεί ότι η τέχνη του δόλου και η ευφυΐα του είναι κοινό τους γνώρισμα. Τότε ο αναγνωρισμός ολοκληρώνεται.

Ακριβώς επειδή πρόκειται για τον περιεκτικότερο αναγνωρισμό της Οδύσσειας, με συνωμοτικά του υποκείμενα τον ήρωα και την προστάτισσά του θεά· ακριβώς επειδή ο αναγνωρισμός αυτός επικεντρώνεται στην Ιθάκη, όπου πρώτα στήνεται και ύστερα αίρεται η τριπλή πλαστή σκηνοθεσία χώρου, υποκειμένων και διαλόγων· γι' αυτούς τους λόγους επιτρέπεται να μιλούμε για ένα είδος μήτρας του αναγνωρισμού, από την οποία παράγονται οι επόμενες αναγνωριστικές δοκιμές. Το βασικό σχήμα της μήτρας είναι: "προσωρινή άρση - τελική θέση του αναγνωρισμού"· ακριβέστερα: "εκκίνηση - αναστολή - πραγματοποίηση του αναγνωρισμού". Το δομικό αυτό τρίγωνο αρθρώνει και τον πολυπλοκότερο αναγνωρισμό του έπους, του Οδυσσέα από την Πηνελόπη, για τον οποίο γίνεται εφεξής ιδιαίτερος λόγος.

Η πρώτη δοκιμή διαπροσωπικής επικοινωνίας ανάμεσα στην Πηνελόπη και στον αδιάγνωστο Οδυσσέα εντοπίζεται στη ραψωδία ρ, εγκαινιάζεται με τον στ. 422 και επεκτείνεται έως τον στ. 588. Έχουν προηγηθεί: η πορεία Οδυσσέα και Εύμαιου προς την πόλη της Ιθάκης και η είσοδός τους στο παλάτι· ο καταφρονετικός χλευασμός του ξένου από τον Μελάνθιο και τον Αντίνοο, ο οποίος μάλιστα, σε μια έκρηξη απωθητικής οργής, ρίχνει ένα σκαμνί στον δεξί ώμο του Οδυσσέα. Το βάναυσο αυτό επεισόδιο αντιλαμβάνεται εξ αποστάσεως η Πηνελόπη, η οποία φωνάζει τον Εύμαιο και παραγγέλλει να μεταφέρει στον ξένο το καλόγνωμο μήνυμά της: θέλει να τον υποδεχθεί η ίδια· σκοπεύει να τον ρωτήσει για τον άντρα της, αν κάτι ξέρει γι' αυτόν, ανίσως τον είδε με τα μάτια του στην ανά τον κόσμο περιπλάνησή του.

Πρόθυμος ο Εύμαιος να εκτελέσει την παραγγελία της Πηνελόπης, αναλύεται πρώτα σε διεξοδικό έπαινο του ξένου, επιμένοντας στην αφηγηματική γοητεία του. Ερεθισμένη η Πηνελόπη τώρα ακόμη περισσότερο, σπρώχνει κυριολεκτικά τον Εύμαιο να φέρει κοντά της τον ξένο παρακάμπτοντας τους μνηστήρες, που συνεχίζουν στο μεταξύ το άσωτο γλέντι τους.

Ο Εύμαιος μεταφέρει το μήνυμα της Πηνελόπης στον Οδυσσέα, εκείνος όμως το υποδέχεται με αντιρρητική επιφύλαξη: θεωρεί προς το παρόν τη στιγμή ακατάλληλη για μια τέτοια συνάντηση, εξαιτίας της παρουσίας των μνηστήρων· αντιπροτείνει η επικοινωνία να γίνει μέσα στη νύχτα, όταν η μεγάλη αίθουσα θα έχει αδειάσει από τους βάναυσους καταχραστές της βασιλικής περιουσίας.

Ξανά πίσω στην Πηνελόπη ο Εύμαιος, με την αντιπρόταση του Οδυσσέα στο χέρι. Η βασίλισσα εκπλήσσεται, αλλά τελικώς βρίσκει φρόνιμο και ωφέλιμο τον αντίλογο του ξένου. Η συνάντηση, λοιπόν, αναβάλλεται.

Η σκηνή αυτή σαφώς ανοίγει τον δρόμο τόσο για τον αναγνωρισμό όσο και για τη σύνταξη της συζυγικής ομιλίας· θέματα τα οποία συμπλέκονται μεταξύ τους, τροφοδοτεί το ένα το άλλο και διαβαθμίζονται αναλόγως, για να φτάσουν και τα δύο στο αίσιο τέρμα τους ανεβαίνοντας την ίδια τρίβαθμη κλίμακα.

Υπάρχουν όμως στη σκηνή αυτή και άλλης τάξεως σημαντικά ευρήματα: (α) στην πρώτη βαθμίδα της τρίβαθμης κλίμακας, ως κίνητρο της Πηνελόπης προβάλλεται η αναζήτηση του Οδυσσέα, έναυσμα, όπως είδαμε, και των άλλων αναγνωρισμών· (β) η πρώιμη επικοινωνία πραγματοποιείται μέσω ενός διαμεσολαβητή που παίζει τον ρόλο προφορικού ταχυδρόμου μεταφέροντας τον λόγο τού ενός προσώπου στο άλλο· (γ) η αναγνωριστική επαφή, όπως τελικώς εξελίσσεται, ελέγχεται επικοινωνία εξ αποστάσεως, έμμεση και προφανώς ακουστική· (δ) αποτελεί, επομένως, συγχρόνως εκκίνηση του αναγνωρισμού (και της συζυγικής ομιλίας), αλλά και προσωρινή αναστολή του.

Η συμφωνημένη συνάντηση ξένου και Πηνελόπης (δεύτερη βαθμίδα του αναγνωρισμού και της συζυγικής ομιλίας) θα πραγματοποιηθεί στη μεθεπόμενη ραψωδία και θα σκηνοθετηθεί με άνεση τώρα χώρου και χρόνου. Αγωγός της αναγνωριστικής αυτής επαφής είναι η τριμερής πλαστή διήγηση του ήρωα στη γυναίκα του, η οποία όμως συμπίπτει πλέον σε πολλά σημεία της με την πραγματική ιστορία του ήρωα.

Η επαφή τη φορά αυτή είναι άμεση, εμπιστευτική, σχεδόν συνωμοτική, και δημιουργεί την προσδοκία ότι θα οδηγηθεί στον τελικό αναγνωρισμό των συζύγων. Παρά ταύτα, η προσδοκία αυτή προς το παρόν ματαιώνεται· τον προσδοκώμενο αναγνωρισμό τον "κλέβει" από την Πηνελόπη το διάμεσο πάλι πρόσωπο της Ευρύκλειας. Ωστόσο, ο μετέωρος αναγνωρισμός και η μετέωρη συζυγική ομιλία προάγουν το θέμα της επικείμενης μνηστηροφονίας, το οποίο προοικονομείται εδώ με την ευφάνταστη ιδέα της Πηνελόπης να επιλέξει νέο σύζυγο με το άθλημα της τοξοθεσίας και τοξοβολίας.

Η αφηγηματική τακτική και στη δεύτερη αυτή βαθμίδα είναι σαφής και αναγνώσιμη. Ο ποιητής επαναλαμβάνει στοιχεία της πρώτης βαθμίδας, αλλά τα εξελίσσει και τα δραματοποιεί: η ακουστική επικοινωνία μεταβάλλεται σε οπτική, ο έμμεσος διάλογος σε άμεσο, ο ρόλος του διαμεσολαβητικού προσώπου ενισχύεται. Η αίσθηση πάντως που αποκομίζει ο ακροατής-αναγνώστης με το τέλος της δέκατης ένατης ραψωδίας είναι ότι: τόσο ο αναγνωρισμός όσο και η συζυγική ομιλία μετακινούνται μετά την εκτέλεση της μνηστηροφονίας.

Και τούτο ακριβώς συμβαίνει στη ραψωδία ψ, ενώ στις ενδιάμεσες ραψωδίες υ-χ προετοιμάζεται, προκαλείται και διεκπεραιώνεται το θέμα της μνηστηροφονίας. Από την τελική και κρισιμότερη φάση της μνηστηροφονίας η Πηνελόπη απουσιάζει· έχει αποτραβηχθεί στο υπερώο της και ονειρεύεται το πιο γλυκό της όνειρο. Θα την ξυπνήσει, για να της φέρει το διπλό καλό μαντάτο (του νόστου του άντρα της και τη συντελεσμένη φονική εκδίκηση), η Ευρύκλεια - το διάμεσο πρόσωπο της δεύτερης βαθμίδας.

Η Πηνελόπη δυσπιστεί, δέχεται όμως να κατεβεί στη μεγάλη αίθουσα για να διαπιστώσει με τα ίδια της τα μάτια τι ακριβώς συμβαίνει. Αμίλητη στέκεται καταρχήν απέναντι στον ματοβαμμένο ακόμη Οδυσσέα, γεγονός που προκαλεί την έντονη διαμαρτυρία του Τηλεμάχου, ο οποίος προφανώς παίζει στην τρίτη αυτή και τελική βαθμίδα τον ρόλο του διάμεσου πάλι προσώπου. Ο Τηλέμαχος τελικώς απομακρύνεται, ο χώρος ελευθερώνεται για τα δύο μόνον υποκείμενα του αναγνωρισμού και της συζυγικής ομιλίας, θέματα που θα οδηγηθούν στο αίσιο τέλος τους.

Στην περίπτωση λοιπόν της Πηνελόπης, αναγνωρισμός και συζυγική ομιλία εξελίσσονται σε τρεις βαθμίδες: εκκινούν από κοινού, από κοινού αναστέλλονται, από κοινού πραγματοποιούνται. Ο έμμεσος διάλογος εξελίσσεται σε άμεσο διάλογο, για να καταλήξει σε συνένωση λόγων και σωμάτων· την ακοή διαδέχεται η όραση, η οποία συμπληρώνεται στην τρίτη βαθμίδα με την αφή.

Τελικώς, στην περίπτωση Οδυσσέα και Πηνελόπης, νόστος, αναγνωρισμός και συζυγική ομιλία ταυτίζονται. Ως οριστική υποδοχή του συντελεσμένου πια νόστου, της συντελεσμένης συζυγικής ομιλίας, του συντελεσμένου έρωτα, προκρίνεται ο θεόσταλτος ύπνος, όψιμος αλλά στο έπακρο ανακουφιστικός, δηλαδή λυτρωτικός.