Εξώφυλλο

Νόστος:

Ο Αρχαιοελληνικός Μύθος στην Παγκόσμια Λογοτεχνία

Μνήμη Δ. Ν. Μαρωνίτη

[Τεκμηρίωση: βλ. Πυξίς]

Louis Aragon

Οι περιπέτειες του Τηλέμαχου

Μετάφραση: Αντρέας Νεοφυτίδης

(απόσπασμα)


ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ


Και είδα αμέσως γύρω μας πως τα διάφορα αισθηματικά αντικείμενα δεν ήταν πια στη θέση τους.

(André Breton και Philippe Soupault: Τα Μαγνητικά Πεδία.)


Απ’ όλες τις νύμφες της Καλυψώς η πιο διεγερτική ήταν η Εύχαρις, που έμοιαζε μ’ εκείνα τα λουλούδια από γάλα που ’βλεπε καμιά φορά στον ύπνο του ο Τηλέμαχος. Όσο διαρκούσε η ιστορία τούτου του νεαρού πρίγκιπα, η Εύχαρις τύλιγε συνέχεια στα διάφανα χέρια της μια μακριά μπούκλα που της έπεφτε απ’ το μέτωπο. Μα ένα μονάχα βράδυ δεν αρκεί για να εξαντλήσει τις περιπέτειες του γιού της Πηνελόπης (Πόσο ωραία θα ’πρεπε να ήταν τούτη η γυναίκα ανάμεσα στους εραστές της εκεί πέρα στο βράχο της Ιθάκης). Και σαν φυλλωσιές που τις διαπερνά το φως, σαν γαληνέματα που αργά τα διασχίζουν ελαφροπάτητης γυναίκας φανερώματα, μοιράζονταν οι μέρες ανάμεσα σε ύπνους του μεσημεριού κάτω από τις διχτυωτές σκιές των κήπων, και σε κυνήγια συγκινητικά σαν μπόρες, με εκλάμψεις άσπρων μακρουλών λαγωνικών και παραλογισμούς στη μέση του δάσους, στις όχθες ήσυχων λιμνών ή και στα ξέφωτα, τις απότομες εκείνες ματιές τ’ ουρανού μες στην καρδιά των ασφάλτινων δέντρων. Και μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές λίγο πιο σκοτεινή όμως, η Εύχαρις επισκέφθηκε τον Τηλέμαχο καθώς αυτός κοιμόταν. Δεν ήξερε στην αρχή τί όνομα να της δώσει. Ύστερα βρήκε ένα σωρό βρισιές γλυκές όπως εκείνο το απαλό ξύπνημα μες στα σκοτάδια. Τί ηδονή ελκυστική να βρίσκεις δίπλα σου ένα κορμί: Η επαφή δύο σωμάτων, απ’ την κορφή ώς τα νύχια, φέρνει ανατριχίλες που δονίζουν τη φύση όπως το πέταγμα νυχτερινών πουλιών. Ο νέος στράφηκε προς τη μεριά που τον είχαν αγγίξει ελαφρά, ένιωσε το στόμα και τα στήθη της άγνωστης και με μια πλατιά κίνηση του ελεύθερου χεριού του άγγιξε το μπράτσο εκείνο της γυναίκας που του ’τανε το πιο μακρινό χαϊδεύοντάς το μέχρι το τέλος. Επάνω στους ώμους λυθήκανε μαλλιά όπως κύμα πίσω από καράβι. Και πίσω από τέσσερα βλέφαρα ανέτειλε ένας ήλιος μικρός σαν ακίδα, μεγάλωσε, μεγάλωσε και φώτισε τον κόσμο:

«Είμαι η Εύχαρις», είπε.

Σηκώθηκε στα γρήγορα κι έτρεξε στη γειτονική σπηλιά. Ο Τηλέμαχος ένιωθε πιο βαρύς κι απ’ το βουνό. Η Εύχαρις ξαναγύρισε κρατώντας ένα λυχνάρι λαδιού με φως φιλοσοφικό: άστραψε χρυσή σαν πόθος και ο εραστής της παραδέχτηκε αμέσως τη δύναμη της ομορφιάς της. Οι νύμφες εμπνέουν στους θνητούς έναν έρωτα που συνεχώς ανανεώνεται. Η Εύχαρις ήτανε νύμφη ο δε Τηλέμαχος θνητός. Απ’ την πολλή κούραση τα κεφάλια τους είχαν ήδη αρχίσει από ώρα να στριφογυρίζουν στο σκοτάδι όταν, ξαφνικά, η κεφαλή της Εύχαρης ξανάπεσε σαν άδειο καρύδι στο στρώμα. Ο Τηλέμαχος τότε χάιδεψε αφηρημένα το μέτωπο της πρώτης του ερωμένης και άρχισε να σκέφτεται:


Ό,τι δεν είμαι εγώ μου είναι ακατανόητο.

Κι αν πάω να το ψάξω στις ακτές του Ειρηνικού ή κι αν στους χώρους της ύπαρξής μου το μαζέψω, το κοχύλι που θα εφαρμόσω στο αυτί μου θα αντηχεί με την ίδια φωνή που εγώ θα εκλαμβάνω για τη φωνή της θάλασσας και που θα είναι μονάχα ο θόρυβος που θα κάνει ο εαυτός μου.

Οι λέξεις όλες, εάν έξαφνα δεν μου αρκεί να τις φυλάω σαν όμορφα σεντέφια μες στη χούφτα μου, όλες οι λέξεις θα μου επιτρέπουν ν’ αφουγκράζομαι τον ωκεανό, και μέσα στον ακουστικό τους καθρέφτη μονάχα την εικόνα μου θα ξαναβρίσκω.

Η γλώσσα όπως κι αν έχει συνοψίζεται στο μοναδικό Εγώ και σαν επαναλαμβάνω μιαν οποιαδήποτε λέξη, τούτη εδώ απογυμνώνεται από το καθετί που δεν ανήκει στον εαυτό μου μέχρις ότου γίνει ένας οργανικός θόρυβος με τον οποίο εκδηλώνεται η ζωή μου.

Εγώ μονάχα υπάρχω στον κόσμο και αν καμιά φορά αδυνατώ να πιστέψω στην ύπαρξη μιας γυναίκας, μου αρκεί να σκύψω επάνω στο στήθος της για ν’ ακούσω το θόρυβο της καρδιάς μου και να αναγνωρίσω τον εαυτό μου. Τα αισθήματα είναι γλωσσικοί κώδικες που διευκολύνουν την άσκηση ορισμένων λειτουργιών.

Στην αριστερή τσέπη του γιλέκου μου έχω το πορτρέτο μου που πολύ μου μοιάζει: είναι ένα ρολόι από ατσάλι που αστράφτει. Μιλά, σημαδεύει το χρόνο και δεν καταλαβαίνει τίποτα.

Ό,τι είμαι εγώ, μου είναι ακατανόητο.


Το πρώτο κοίταγμα της Εύχαρης ήτανε πόθος. «Άστε με ήσυχο», είπε ο Τηλέμαχος. «Ας είναι. Σας βεβαιώνω πως αυτή την τελευταία επιτυχία τη χρωστάτε στο μοναδικό φωτισμό αυτής της κάμαρας. Δεν περίμενα την επίσκεψή σας. Μας ας μη μιλάμε άλλο γι’ αυτό».

«Παιδί, πώς σας λυπάμαι και πόσο η αυθάδειά σας με πληγώνει. Αυτό που μ’ ελκύει σε σας δεν είναι καταρχήν τούτη η ηλίθια υπερηφάνεια: τα κατάμαυρα μαλλιά κι ο δύσπιστος χαρακτήρας. Κάτσε λοιπόν φρόνιμος στο στρώμα σου. Ελάχιστοι μόνο ξέρουν να γεύονται τούτη τη γλυκύτερη κι απ’ τον ύπνο ακόμη ακινησία, όταν ο άντρας κι η γυναίκα διστάζουν να χωρίσουν και μόνο αποστροφή νιώθει ο ένας για τον άλλο».

«Σας παρακαλώ, άσ’ τε με να κοιμηθώ μονάχος. Δεν έχω εξάλλου συνηθίσει να κοιμάμαι με παρέα».

«Στ’ αλήθεια, δεν είχες καθόλου ιδέα για τον έρωτα;»

«Είναι κάτι που δεν σας αφορά. Μου τα ’χετε μάθει όλα, μα πιστέψτε με πως θα σας χρωστούσα μεγαλύτερη ευγνωμοσύνη εάν, αντί να περατώναμε μια κουραστική εκπαίδευση, μ’ αφήνατε να κοιμηθώ».

Κι έτσι όπως ο Τηλέμαχος γυρνούσε στον τοίχο ένα κορμί που αμέσως το άρπαζε ο Μορφέας, η αχτένιστη νύμφη έφευγε χοροπηδώντας γελαστή, συνεπαρμένη, πιο ξύπνια κι από την αυγή. Στο κατώφλι της σπηλιάς σταμάτησε, κοίταξε τα χέρια της, αγνάντεψε τη θάλασσα, κοίταξε τον άνεμο, κοίταξε τους καταρράκτες, τα πέτρινα αυλάκια των νερών, τα ισιώματα του βράχου, την τεμπελιά των λουλουδιών. Δίπλωσε τη μέση, άπλωσε τα χέρια της, άγγιξε τον ουρανό, άγγιξε τον κισσό με την πέτρα ερωτευμένο, άγγιξε τ’ αθάνατα χιόνια, άγγιξε την Εύχαρη, την πιο ωραία των νυμφών την τροπαιούχο, την ερωμένη του νεαρού Τηλέμαχου, που κοιμότανε σαν καλάμι μες στην ευλυγισία του, την Εύχαρη… Με διάφανο νερό που ξεπηδούσε απ’ το βράχο, έδιωξε η Εύχαρις τη θύμηση του έρωτα. Ύστερα χτένισε τα μακριά μαλλιά της, ό,τι είχε απομείνει απ’ τη νύχτα στον κόσμο, και βάλθηκε να τραγουδά και να υφαίνει σταφύλια ή δεσμά, ψάθες φορτωμένες φιλήματα.

«Η μπίρα στις ρίζες των απόκρημνων θαλασσινών ακτών, το σφενδάμι στην καρδιά του βουνού που μαγνητίζει τα καράβια, ο ήλιος ωραίος αυγινός μου άντρας, τα ράθυμα απογεύματα, οι ροές των νερών που δραπετεύουν απ’ τα γρανιτένια όρη, η καταδυτική πτήση των αλκυόνων, για τα μαλλιά μου θα ’δινα ολόκληρη ζωή, τα μαλλιά μου που με το θυελλώδη ρόμβο τους ανασταίνουν τις αμέτρητες αισθήσεις του συντρόφου μου.

Ο σύντροφός μου είναι μικρή φώκη, ένας ευγενικός αχόρταγος, ο αγαπητικός μου. Ο σύντροφός μου τίποτα δεν μου ’δωσε, πως είμαι όμορφη δεν μου ’πε. Τυχαία με χάιδεψε και κοιμηθήκαμε μαζί. Κοιμηθήκαμε, κοιμηθήκαμε, κοιμηθήκαμε. Τα χέρια του είναι όμορφοι κάτασπροι θεοί.

Θαλασσινά ευρήματα τα φιλιά σου από φύκια γυαλιστά και χορεύουν. Αργά γλιστράς μέσα στα μπράτσα μου, τσακισμένο έλατο, εγωισμέ, έβενε ή παγόμαζα. Τί έχεις να πεις, σαύρα, για τα δόντια μου; Και για τον καιρό, τί έχεις να πεις; Παραλίγο να παραθερίζαμε.

Τρέλα γύρω στο λαιμό, γούνα που να σφίγγει, η γυναίκα και οι πόθοι χαμένοι στα λιβάδια. Νύχτα και μέρα ο έρωτας. Αυτό που βγαίνει από τα δάση παίρνει τη μορφή της άνοιξης. Στη σκιά του Τηλέμαχου λουφάζει η φύση όλη. Τραγούδι, κληματόβεργες, φωτιές, κύματα του ανέμου· τα χρυσαφένια έντομα σε περιμένουν να ξυπνήσεις».

Ο γέρο-Μέντορας σκαρφάλωνε στη ράχη του λόφου. Μες στο στόμα του είχε ένα χαλίκι και το στριφογύριζε για να του λυθεί, όπως όλοι γνωρίζουμε, η γλώσσα. Είδε την Εύχαρη, άκουσε το τραγούδι της και τ’ όνομα του Τηλέμαχου.

«Παιδί μου», είπε στη νύμφη, «μ’ ακούσατε; Χαρούμενα μονάχη σας μιλάτε για το μαθητή μου».

«Ξένε», απάντησε η Εύχαρις, «ο τρόπος που αντιλαμβάνεστε τα καθήκοντά σας σαν παιδαγωγού είναι μοναδικός. Ωστόσο, ο πρίγκιπάς σας μου αρέσει. Τώρα κοιμάται σαν ωραίο κτήνος. Δείτε τι μου ’χει κάνει. Κι εδώ, κι εδώ πέρα».

«Ήθελα πολύ να ’κανε μαζί σας τα πρώτα βήματα στον έρωτα που του προεξοφλούσε η τόσο άσωτη μα κάπως γερασμένη Καλυψώ σας».

«Μετά από την Κυρία μου εγώ ήμουνα που…».

«Ε, ωραία νύμφη, χτενιστείτε, μη φωνάζετε».

Η Εύχαρις ξανάπιασε το τραγούδι της: «Δέντρο ρωμαλέο, κλέφτη μου, για σένα οι αμμουδιές, οι πεδιάδες, οι αδυναμίες. Πλέξε στα πορσελένια μου δάχτυλα χάρη τη χαίτη σου. Άγονο πάθος, με τα δυο μου γόνατα στο στήθος σου χάνω την ισορροπία μου. Ο έρωτας, χρυσέ μου, είναι στρογγυλό τραπεζάκι μουσικής».

Κατά μήκος της Θάλασσας, ο Μέντορας ασκούσε ακούραστα τον εαυτό του στην ευφράδεια. Φώναζε μ’ όλη τη δύναμη φράσεις δύσκολες στην προφορά. Οι γλάροι, που τους τράβηξε η φωνή του, στριφογύριζαν πάνω απ’ το κεφάλι του, κι οι πιγκουίνοι έκαναν κύκλο γύρω του να τον ακούσουν. Σαν άσκηση τους απηύθηνε αυτή την παραίνεση:


Η καλά μελετημένη και καλά αφομοιωμένη ιδέα της καταστροφής θα ’πρεπε σε μια μόνο μέρα να μετατρέψει το σύμπαν σε μοναστήρι ή τάφο. Πότε επιτέλους θα ντραπούμε και θα πάψουμε να υποκρινόμαστε τη ζωή; Οι πιο σύντομες φάρσες είναι και οι καλύτερες. Αρκετά κράτησαν όλα τούτα, ο άνθρωπος, τα πουλιά και τα υπόλοιπα. Εσείς που κοιμάστε μες στις πολιτείες, αυτά τα τεράστια άσυλα με τα αριθμημένα κελιά, όπου οι πιο δροσεροί κήποι είναι τα νεκροταφεία, δεν αξίζετε λιγότερο απ’ τους χωριάτες που κάθονται πάνω στις κοπριές τους, ιδέες που λιμνάζουν κρεμμύδια βλακείας ή σαπίλα εξυπνάδας.

Ωραίο το δημιούργημα του Θεού, μεθυστικό. Τι μέλλει αν μια μέρα πεθάνουμε, αφού θα το ’χουμε αισθανθεί, με τους εκπληκτικούς του φοινικότοπους, τα βουνά του, τις κοιλάδες του, τη μελαγχολία, τα καραβάκια, δύο και δύο κάνουν τέσσερα, τη θαυμαστή ισορροπία που αποδεικνύει την ύπαρξη του Δημιουργού, τις χαρές της παιδικής ηλικίας, της νεότητας, της ώριμης ηλικίας, του γήρατος, την τρέλα, τη σοφία, το Παρίσι Πρωτεύουσα της Γαλλίας, τα συγκινητικά παραδείγματα της υλικής ευσέβειας, του αγνού έρωτα, της γλυκιάς αυταπάρνησης: Η χαρά της μέρας είναι χαρά ανόθευτη.

Στο ίδιο σημείο της ιστορίας καταλήγουμε πάντα: στην ελευθερία μέσω της αυτοκτονίας ή της φυγής. Τι γνωρίζουμε όμως γι’ αυτά τα μεταφορικά μέσα; Έχω διαβάσει σελίδες καταπληκτικές γι’ αυτά τα θέματα: κόκκινα πούπουλα και κρασοπότηρα. Ποτέ δεν θα με κάνετε να πιστέψω πως ο ιδιοκτήτης είναι τόσο αφελής ώστε να έχει αφήσει το κλειδί στην πόρτα: ένας πυροβολισμός και τέλος· κι όμως δεν τη γλιτώνει κανείς τόσο φτηνά. Ποιος λέει πως οι καταδικασμένοι να ζουν, πρέπει να αυτοκτονήσουν; Μα τότε θ’ αδειάζανε τα κάτεργα.

«Πού με παρασύρεις σκέψη;», ρωτούσε ο γερο-τρελός. "Στην άκρη της μύτης σου", απαντούσε η μικρή αδέξια.

Στη γη υπάρχουν άνθρωποι, είναι σαν τις ψείρες. όταν ξεμπερδέψετε να κάνετε παιδιά να μου το πείτε. Ύστερα δεν έχετε παρά να ξαναρχίσετε. Η αθωότης των βρεφών, άλλη παράξενη εφεύρεση κι αυτή: είμαστε όλοι βρέφη, αθώοι, θέλω να πω ένοχοι. Η ευθυκρισία, η λογική, Κυρίες και Κύριοι, είναι πολύ επικίνδυνο πέρασμα: Σας ληστεύουν όπως σ’ ένα δάσος.

Αφού η σύντομη αυτή ομιλία αρχίζει να σας γίνεται ανιαρή όπως ακριβώς αρχίζει να μου γίνεται κι εμένα η ζωή, ας αναζητήσουμε μαζί τον τρόπο που θα μας επιτρέψει να βγούμε από τούτη δω την παγίδα. Όπως ο πλανόδιος πωλητής που σας προτείνει ν’ αγοράσετε καρτ-ποστάλ κι ύστερα σας ψιθυρίζει διακριτικά: Γουστάρετε μερικές φωτογραφίες Κύριε; έτσι κι εγώ μετά απ’ αυτό τον τίμιο πρόλογο σας προτείνω στ’ αυτί ένα σύστημα που δεν έχει την εγγύηση της Κυβερνήσεως, ένα σύστημα εντελώς νέο, ζεστό, ωραίο, με μια πλάκα που γράφει: Μην κλείνετε την πόρτα, ένα σύστημα, επιτέλους, ένα σύστημα, ένα σύστημα:

ΕΝΑ σύστημα.

Το ΣΥΣΤΗΜΑ Dd: νύχτα, καταρράχτης, κοχλίας των λεπτών και των σκέψεων, ρολόι ταλάντευση των αισθημάτων ερημικό τοπίο στρωμένο με ωόλιθους (αυγά ανθρώπων και κρανία στρουθοκαμήλων), δαχτυλίδι σπασμένο του λογικού, αλυσίδα ρολογιού:

Το Σύστημα Dd: παιχνίδι του λευκού καθρέφτη στο μαύρο καθρέφτη, παιχνίδι του λευκού καθρέφτη στον επίπεδο καθρέφτη, παιχνίδι του επίπεδου καθρέφτη στο σφαιρικό καθρέφτη, παιχνίδι του σφαιρικού καθρέφτη στον κοίλο τον καθρέφτη, παιχνίδι.

Το Σύστημα Dd προτίθεται:

να λύσει όλα τα προβλήματα σε λιγότερο χρόνο απ’ ό,τι χρειάζεται για να τον πεις;

να θέσει όλα τα προβλήματα σε λιγότερο χρόνο απ’ ό,τι χρειάζεται για να τα σκεφτείς·

να κοσκινίσει το χρόνο, να ανακατέψει τα χαρτιά της τράπουλας, να συντρίψει το κεφάλι του παλιόκοσμου·

να κοιμάται όρθιο, να φωτίζει τη νύχτα, να μαυρίζει τη μέρα, να κάνει τις όμορφες μπίλιες των ματιών σας να γυρίζουν·

να κερδίζει ή να χάνει κάθε γύρο στα τυχερά παιχνίδια και στα παιχνίδια ακριβείας, σφαιρόμετρο, πασσαλίσκους, μαχαίρια, ρουλέτες, αλογάκια, ρητορείες, πολιτικές, ποίηση, θρησκείες, έρωτες, μπριτζ στη δημοπρασία·

να ξεκρεμάσει τον ήλιο, να σβήσει τους ενθουσιασμούς με τις μικρές ολοστρόγγυλες κοιλιές·

να συντρίψει τις λογικές σας τις τόσο ουσιαστικά λογικές, να κάνει κύκλους στο νερό, τετράγωνα στον αέρα, ούτε τετράγωνα ούτε κύκλους, μήτε στον αέρα μήτε στο νερό.

Το Σύστημα Dd προτίθεται: να κάνει αυτό, εκείνο, το αντίθετο, ούτε αυτό ούτε εκείνο ούτε το αντίθετο, να μην κάνει τίποτα, να κάνει τα πάντα, να σας κλείσει το στόμα και να σας κάνει να πεθάνετε λιγάκι.

Το Σύστημα Dd έχει δύο γράμματα, έχει δύο όψεις, έχει δύο πλάτες, επιδέχεται όλες τις αντιφάσεις, δεν επιδέχεται την αντίφαση αναντίρρητα είναι η καθαυτό αντίφαση, η ζωή, ο θάνατος, ο θάνατος, η ζωή, η ζωή, η ζωή, ειδοποιούνται οι ενδιαφερόμενοι.

Εκείνοι που μας βλέπουν έξαφνα στο φως μένουν κατάπληκτοι: Σπεύδετε στο θάνατο· η ζωή για σας δεν πρέπει να ’ναι καθημερινά και τόσο αστεία· πρέπει να ’στε πολύ δυστυχισμένοι μα πέστε μου πού θα σας βγάλει αυτό; Σε τέτοιες συνθήκες, κάθε μορφή κοινωνίας καταντά αδύνατη, εύχεστε τη συντέλεια του κόσμου: δε σας απασχολεί· τρόπος του λέγειν· μα τότε είστε αναρχικός! Α! Μαμά, Μαμά, Μαμά, ο κύριος είναι αναρχικός!

Νομίζετε πως κρύβεστε σκεπάζοντας τα μάτια με τα χέρια σας. Πιστεύετε πως με λίγες ατιμίες θα απλοποιήσετε τα πάντα, πως θα κάνετε το καθετί ευτυχισμένο.

Γενναίοι μου άνθρωποι, δεν πουλά ο οποιοσδήποτε την ψυχή του στο διάβολο. Πώς μπορείτε κι έρχεστε στα θεάματα με την καρδιά γεμάτη επιτηδευμένα ποντίκια, σκίουρους και άλλα φοβερά τρωκτικά, αρρώστιες, πτωχεύσεις, μοιχείες, προδοσίες, εγκεφαλικούς καταρροές; Έρχεστε εδώ γυρεύοντας τη λησμονιά με τα κενά όπως των αγαλμάτων μάτια. Σας κερνώ απ’ το λικέρ απογοήτευση και σας κοροϊδεύω γιατί δε βρίσκετε τίποτα άλλο να πείτε παρά για την ανία, την ανυπομονησία, την αγανάκτηση, την περιφρόνηση και για το γέλιο σας που ’ναι ψεύτικο σαν τις τιράντες σας. Εγώ δεν είμαι ο μοναδικός άσχημος, βλάκας βρομιάρης, φαντασμένος, μηδαμινός, μηδαμινός· εγώ κι όλοι εσείς, είμαστε ζευγάρι. Το ωραίο ζευγάρι: Μη μου πείτε δε πως εκτρέπομαι: κάθε φορά που σας κοιτώ προσεχτικά γυρνάω τρέχοντας πίσω στα ψωριάρικα τα πρόβατά μου.

Το Σύστημα Dd σάς καθιστά ελεύθερους: σπάστε τα όλα, πρόσωπα σιμά. Θα είστε οι αφέντες όλων όσων σπάσετε. Φτιάξανε νόμους, ηθικές, αισθητικές για να σας κάνουν να σέβεστε πράγματα εύθραυστα. Ό,τι είναι εύθραυστο είναι για σπάσιμο. Για μια φορά δοκιμάστε τη δύναμή σας· έπειτα, αν τολμάτε μη συνεχίσετε. Ό,τι δεν καταφέρετε να συντρίψετε θα σας συντρίψει, θα γίνει ο αφέντης σας. Συντρίψτε τις καθηγιασμένες ιδέες, ό,τι σας κάνει να δακρύζετε, σπάστε, σπάστε, σας χαρίζω το πιο δυνατό ναρκωτικό, το όπιον τούτο: σπάστε. Βάλτε παντού τα καχύποπτα δάχτυλά σας. Η αμφιβολία είναι το πιο μαύρο πηγάδι, το πιο βαθύ που σας προσφέρεται: πέφτοντας μέσα κάνετε μιαν ατελείωτη πτώση που σας χαρίζει την ευχάριστη εκείνη αίσθηση της καθόδου με ασανσέρ.

Αμφιβολία για την αμφιβολία: μπορείτε πάντα να στρέφετε τα ματωμένα σας δάχτυλα πάνω στις πιο παιδαριώδεις αντιλήψεις. Ποτέ δε θα μπορέσετε ν’ αμφιβάλλετε για το ελάχιστο. Ποτέ δε θα μπορέσετε ν’ αμφιβάλλετε για το ελάχιστο. Είστε ακίνητοι, νομίζετε πως κινείστε… Αδυναμία ή δύναμη, όλα είναι τραγούδι. Ο αέρας που χορεύει πάνω στο χιόνι των βουνών αρκετά σας κορόιδεψε για τις μικρές σας εξάρσεις δωματίου. Σε μιαν ορισμένη κλίμακα δεν υπάρχουν πλέον βλάκες, μονάχα βλάκες υπάρχουν. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να κοιτάτε τον κόσμο με την άκρη του μικρού σας τηλεσκόπιου.

Το πρώτο D του συστήματός μου ήταν η αμφιβολία, το δεύτερο d θα είναι η πίστη.

Πιστεύω σε μένα, σε σένα, εις εαυτόν, σ’ όλους τους άλλους.

Πιστεύω στα θαύματα, στις ευκαιρίες, στις απόκρυφες επιστήμες, στην Επιστήμη, στο σαπούνι, στη γενναιοδωρία της καρδιάς, στην κοινωνική αυταπάρνηση.

Πιστεύω τον ουρανό γαλάζιο, τα δέντρα πράσινα, τη σημαία τρίχρωμη, τη σημαία κόκκινη, τη γη στρογγυλή σαν σφαίρα, τη νεότητα νέα, τα γηρατειά γερασμένα. Πιστεύω. Εγώ. Πιστεύω στην αμφιβολία, αμφιβάλλω για την πίστη μου. Αμφιβάλλω ότι πιστεύω στην αμφιβολία μου. Αυτό που πιστεύω το πιστεύω.

Αυτό που υπήρξε, κι αυτό που θα υπάρξει δεν μπορούν να εμποδίσουν εκείνο που υπάρχει να υπάρχει. Ό,τι είπα, κι ό,τι θα πω δεν μπορούν να μ’ εμποδίσουν να λέω αυτό που λέω. Μαυρόασπρος Ιανός, το Σύστημα Dd θα είναι η σχολή της ειλικρίνειας. Κάποιος πρώην υπουργός της Δημοκρατίας, Ιππότης της Λεγεώνος της τιμής και μέλος πολλών επιστημονικών εταιρειών, ο οποίος ενισχύει με τις εισφορές του το κίνημα DADA, μου ’λεγε τις προάλλες: "Σ’ όλη τη σταδιοδρομία μου μονάχα έναν άνθρωπο ειλικρινή γνώρισα: τον τραπεζίτη Ροσέτ". Ειλικρινά τώρα, μεταξύ μας, είστε ειλικρινής;

Στόχος πιο άστατος κι απ’ τον αγέρα στους ανεμοδείχτες όπου ο κυνηγός με το θήραμά του γυρίζει αδιάφορα πότε στον ένα και πότε στον άλλο πόλο, αυγή ή λυκόφως, κανείς δεν ξέρει πια, μα ωστόσο ήλιος, χρυσό λουλούδι λαρυγγιού, μαδημένο καναρίνι, κραυγή της καρδιάς, η ειλικρίνεια είναι το τρέχον νόμισμα του αέρος. Ματαίως ανεμίζουν μπρος στα μάτια μου τη σημαία-σημάδι της κοινής γνώμης: θαυμασμός, περιφρόνηση, αδιαφορία, όλα μού είναι τελεσίδικα αδιάφορα. Μόνος στη μέση του απέραντου κόσμου, αυτού του μικρού σύμπαντος της φαντασίας σας, σας κοιτώ κατάμουτρα και τίποτα δε θέλω, τίποτα δεν γυρεύω από σας, ούτε ακόμη κι αυτόν τον κόκκο βλακείας που σπαρταρά στις κόγχες των ματιών σας, και γελώ σαν κάμπος σπαρμένος με σιτάρι.

Οι πιγκουίνοι το ’βαλαν στα πόδια τρομαγμένοι, πετώντας στο Μέντορα θυμωμένες ματιές και ατέλειωτες κραυγές αποδοκιμασίας. «Είμαι άραγε», έλεγε από μέσα της η Αθηνά, «η κρανοφόρα κόρη του Δία ή μήπως είμαι εκείνος ο φλύαρος Έλληνας που κουβαλεί σεβάσμια πάνω του τις ιδιότητες του ανδρικού φύλου;». Κι όπως αυτός ή αυτή, απορούσε, αίφνης φάνηκε να ’ρχεται η Καλυψώ με πρωινό φόρεμα, με τα μαλλιά λυτά στον άνεμο, την όψη δροσερή, και τότε η Αθηνά έπαψε αμέσως ν’ αμφιβάλλει κατά πόσο ήτανε άντρας. «Ω Θεά», είπε ο Μέντορας, «είστε ωραιότερη κι απ’ την άμμο. Στο λόγο της τιμής μου».

«Τί ντροπή, γέροντα, ο λόγος σου!»

«Αν δεν πιστεύετε, θεά, πλησιάστε και θα δείτε πως η δική σας χάρη έδωσε πίσω τη ζωή σε κάποιον που εδώ και πενήντα χρόνια πίστευε τον εαυτό του ξεκομμένο απ’ τους ζωντανούς».

«Μα είναι καταπληκτικό, —αναφώνησε η Καλυψώ— μου φαίνεται πως τα μαλλιά σας μαυρίζουν».

«Πιότερο κι από θαύμα. Μα κοιτάχτε πώς τα μέλη που κορμιού μου ξαναβρήκανε κοντά σας την παλιά τους δύναμη κι ευλυγισία!».

«Και πώς με σφίγγετε, σα νέο παλικάρι! Α! Μέντορα!».

«Ελάτε, Κυρία, να κρυφτούμε στο βάθος του άλσους».

Στην άκρη της θάλασσας τώρα πια έμενε μονάχα εκείνο το γυαλιστό χαλίκι που ’χε πέσει απ’ το στόμα της Αθηνάς, και τα πουλιά που, καθώς πετούσαν, το ’ριξαν στον έρωτα.


Louis Aragon. 1986. Οι περιπέτειες του Τηλέμαχου. Μετ. Αντρέας Νεοφυτίδης. Αθήνα: Σμίλη. Τίτλος πρωτοτύπου: Les Aventures de Télémaque (Paris: Éditions de la nouvelle revue française, 1922).