Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "δῑνεύω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
δῑνεύω, Ιων. παρατ. δινεύεσκον, μέλ. -εύσω· επίσης δῑνέω, παρατ. ἐδίνεον, Επικ. δίνεον, μέλ. -ήσω, αόρ. αʹ ἐδίνησα — Παθ. αόρ. αʹ ἐδινήθην, παρακ. δεδίνημαι (δίνη)· I. 1. περιστρέφω, στροβιλίζω ή στριφογυρίζω, σε Όμηρ.· συστρέφω κυκλικά, σε Ομήρ. Ιλ. — Παθ., στροβιλίζομαι ή περιστρέφομαι, σε Όμηρ.· λέγεται για ποτάμι, περιδινούμαι, σε Ευρ.· στροβιλίζομαι στον χορό, σε Ξεν. 2. Παθ. επίσης, περιτριγυρίζω, περιφέρομαι, περιπλανώμαι, Λατ. versari, σε Ομήρ. Οδ. II. αμτβ. στην Ενεργ., όπως ακριβώς στην Παθ., περιστρέφομαι, λέγεται για χορευτές ή ακροβάτες, σε Ομήρ. Ιλ.· λέγεται για το περιστέρι, το οποίο κάνει κύκλους στο πέταγμά του, στο ίδ.· γενικά, περιφέρομαι, σε Όμηρ.· δινεύειν βλεφάροις, περιστρέφω το βλέμμα άγρια τριγύρω, σε Ευρ.